Τελικά το «μικρό παράθυρο», που είχε μείνει ανοιχτό μετά τη διάσκεψη Ρωσίας-Ιράν-Τουρκίας, αξιοποιήθηκε.

Σε διμερή σύσκεψη στο Σότσι, Ρωσία και Τουρκία κατέληξαν σε συμφωνία, που προβλέπει προσωρινή αναστολή μιας επίθεσης των δυνάμεων του Άσαντ στην επαρχία Ιντλίμπ, δημιουργία «αποστρατιωτικοποιημένης ζώνης» υπό την ευθύνη των ρωσικών και τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, συντονισμό στην αποτροπή αντάρτικων επιθέσεων κατά ρωσικών βάσεων και έναρξη μιας προσπάθειας αποχώρησης των ανταρτών προς το βορρά και παράδοσης του βαριού οπλισμού τους.  
Για τους στοιβαγμένους άμαχους στο αχανές προσφυγικό στρατόπεδο του Ιντλίμπ είναι ένα ευχάριστο νέο, που προκάλεσε ανακούφιση. 
Η συμφωνία επιτρέπει σε αντικαθεστωτικές δυνάμεις να διατηρήσουν την παρουσία τους (σε αντίθεση με άλλες συμφωνίες, δεν υπάρχει ούτε πλήρης αφοπλισμός, ούτε απαίτηση να εγκαταλείψουν την περιοχή). Αυτό διευκόλυνε το υποστηριζόμενο από την Τουρκία Εθνικοαπελευθερωτικό Μέτωπο να ανακοινώσει την «πλήρη συνεργασία του». Το μεγαλύτερο «αγκάθι», η τζιχαντιστική συμμαχία Ταχρίρ Αλ Σαμ (την απομάκρυνση της οποίας απαιτεί η συμφωνία) δεν έχει πάρει ακόμα θέση, αφήνοντας ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα για το πώς και αν θα προχωρήσει τελικά η «υλοποίηση» αυτού του σκέλους της συμφωνίας.
Το τρίγωνο 
Ρωσίας-Τουρκίας-Ιράν

Μένει επίσης να φανεί και αν η εκεχειρία αποτελεί πρώτο βήμα προς μια κατεύθυνση λύσης του ζητήματος του Ιντλίμπ. Οι εμπλεκόμενες δυνάμεις (Ρωσία, Τουρκία, Ιράν) έχουν κάθε λόγο να αναζητούν τρόπους τακτοποίησης αυτής της εκκρεμότητας (όπου υπάρχουν διαφωνίες μεταξύ τους), για να αφοσιωθούν στην επόμενη φάση: τις περιοχές που ελέγχουν οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (με κορμό τις κουρδικές πολιτοφυλακές και με αμερικανική υποστήριξη), όπου τα συμφέροντά τους συμπίπτουν απόλυτα. 
Η Τουρκία παίζει τα ρέστα της στη διπλωματική επίλυση του ζητήματος του Ιντλίμπ, για να παραμείνει ζωντανή (αυτή και οι υποστηριζόμενοι από αυτήν αντικαθεστωτικοί) στο «παιχνίδι» της επόμενης μέρας. Το Ιράν δεν έχει τέτοιες έγνοιες, γι’ αυτό και υπήρξε πολύ πιο πρόθυμο να δεχτεί τη στρατιωτική λύση –αλλά δεν θα διαφωνήσει και σε μια πιθανή επιτυχία της διπλωματικής οδού. Η στάση της Ρωσίας, που ισορροπεί ανάμεσα στις επιδιώξεις των δύο συμμάχων της και έχει τη δύναμη να «επιβάλει» γραμμή πλεύσης στον Άσαντ, αποδεικνύεται για άλλη μια φορά καθοριστική στην εξέλιξη του συριακού πολέμου. 
Οι λεπτές ισορροπίες κάνουν εξίσου πιθανό η εκεχειρία να μην είναι προάγγελος λύσης, αλλά κέρδισμα χρόνου για όλους. Η Τουρκία κερδίζει χρόνο για να διασώσει τους «δικούς» της. Η Ρωσία κερδίζει χρόνο απέναντι σε μια πιθανή «ρήξη» Ιράν-Τουρκίας. Ο Άσαντ κερδίζει χρόνο για να αναδιοργανωθεί για να αντιμετωπίσει πιθανά αμερικανικά πλήγματα, αν εξαπολύσει επίθεση. Οι ΗΠΑ κερδίζουν χρόνο για να πιέσουν προς την κατεύθυνση «αναβίωσης» της Διαδικασίας της Γενεύης (πάντα υπό την απειλή της επέμβασής τους), η οποία έχει υποχωρήσει προς όφελος της Διαδικασίας της Άστανα (όπου η Δύση είναι παραγκωνισμένη).
Η απειλή ανάφλεξης παραμένει
Η σύγκρουση προτεραιοτήτων και συμφερόντων όμως υπενθυμίζει ότι όλες οι πλευρές είναι πάντα πρόθυμες να καταφύγουν στην ωμή δύναμη. Ο Άσαντ, που κερδίζει τον πόλεμο, δείχνει όλο και λιγότερο ενδιαφέρον να συμμετέχει σε διαπραγματεύσεις και στην κατεύθυνση «πολιτικής λύσης». Το Ιράν δεν έχει διάθεση να υπαναχωρήσει από την εδραίωση της θέσης του στη Συρία, αυτό το οποίο αποτελεί το βασικό αντικείμενο διαπραγμάτευσης, τουλάχιστον όσον αφορά τις προτεραιότητες των ΗΠΑ. Τίποτα λοιπόν δεν αποκλείει την κατάρρευση της ρωσοτουρκικής προσπάθειας, μια επίθεση του Άσαντ στο Ιντλίμπ ή/και αμερικανικά χτυπήματα εναντίον του (που στη λογική της κλιμάκωσης θα είναι ισχυρότερα των δύο προηγούμενων «συμβολικών») για να ενισχύσει ο καθένας ένοπλα τη θέση του στις διαπραγματεύσεις. 
Η επιμονή του Ινστιτούτου Μπρούκινγκ για την «ανάγκη πληγμάτων κατά του κυβερνητικού στρατού, αν επιτεθεί στο Ιντλίμπ» (την ώρα που παραδέχεται ότι δεν υπάρχει ως στόχος η ανατροπή του Άσαντ), και οι νέες ενισχύσεις των αμερικανικών δυνάμεων στη βορειοανατολική Συρία (στα κρίσιμα σύνορα με το Ιράκ) υπογραμμίζουν ότι για τις ΗΠΑ ο στόχος αποδυνάμωσης της ιρανικής επιρροής παραμένει κρίσιμος και μπορεί να υπηρετηθεί και ένοπλα. 
Δοκιμασία στις σχέσεις 
Ρωσίας-Ισραήλ;

Σε αυτόν το στόχο άλλωστε και με ένοπλα μέσα δραστηριοποιείται συστηματικά εδώ και καιρό το Ισραήλ, με τις γνωστές «πειρατικές» μεθόδους του, που αγνοούν κάθε έννοια διεθνούς νομιμότητας. Σε μια από τις πολλές ισραηλινές επιδρομές κατά ιρανικών στόχων στη Συρία, συνέβη και το περιστατικό κατά λάθος κατάρριψης του ρωσικού αεροπλάνου από τη συριακή αεράμυνα. Από τη Μόσχα εκπέμπονται αντιφατικά μηνύματα. Αφενός, το υπουργείο Άμυνας οφείλει να ανεβάσει τους τόνους απέναντι στο Ισραήλ, για να ικανοποιήσει το εθνικιστικό/πατριωτικό αίσθημα που αναζητά «ενόχους» για τους νεκρούς Ρώσους στρατιώτες, χωρίς να «αδειάζει» την επιχειρησιακή ανικανότητα ενός συμμάχου του. Αφετέρου, ο πρόεδρος Πούτιν φρόντισε να υποβαθμίσει το ζήτημα και να μιλήσει για «σειρά ατυχών συμβάντων», παίρνοντας υπόψη τις εξαιρετικές σχέσεις της Ρωσίας με το Ισραήλ και την ανάγκη να μη διαταραχθεί η συνεννόηση που έχουν πετύχει στη Συρία. Η «Jerusalem Post», επιχειρώντας να καθησυχάσει το κοινό της, επιμένει ότι τα δύο κράτη εξακολουθούν να χρειάζονται το ένα το άλλο, υπενθυμίζοντας το πρόσφατο παρελθόν:
«Η κατανόηση στην οποία έφτασαν πριν από 3 χρόνια, όταν ξεκινούσε η ρωσική στρατιωτική εμπλοκή στη Συρία, στηριζόταν σε μια απλή ιδέα: και οι δύο χώρες έχουν συμφέροντα στη Συρία και θα προωθήσουν αυτά τους τα συμφέροντα, ενώ θα κάνουν ό,τι μπορούν για να μην πλήξουν η μία τα συμφέροντα της άλλης… Το Ισραήλ θα έπληττε Συριακούς και Ιρανικούς στόχους, αλλά θα απέφευγε να κάνει το παραμικρό που θα βοηθούσε στην ανατροπή του Άσαντ ή να πλήξει ρωσικούς στόχους. Και η Ρωσία θα στήριζε τον Άσαντ στον πόλεμό του κατά των ανταρτών, χωρίς όμως να εμποδίζει τα ισραηλινά αεροπλάνα και τις ισραηλινές επιχειρήσεις στη χώρα». 
Είναι μια αρκετά ακριβής περιγραφή των όσων συμβαίνουν στη Συρία τα τελευταία χρόνια –η οποία υπογραμμίζεται από την ανάπτυξη ρωσικής στρατιωτικής αστυνομίας κοντά στα κατεχόμενα Υψίπεδα του Γκολάν, ώστε να συμβάλουν στην ισραηλινή απαίτηση για αποτροπή ιρανικών (ή φιλο-ιρανικών) δυνάμεων από το να προωθηθούν προς τα εκεί, καθώς το καθεστώς Άσαντ ανακτά τον έλεγχο των συνόρων. Μένει να φανεί αν το τελευταίο περιστατικό θα κλονίσει την αγαστή συνεργασία.
Η ιρανική παρουσία έχει γίνει η «πέτρα του σκανδάλου» πλέον και το άμεσο επίδικο των περισσότερων εμπλεκόμενων δυνάμεων (ακολουθεί το κουρδικό ζήτημα και ο ένοπλος σουνιτικός εξτρεμισμός). Και είτε ως ατύχημα, είτε ως «προβοκάτσια» (το ρωσικό αεροπλάνο δεν ενημερώθηκε για να αποχωρήσει έγκαιρα) που επιχειρούσε να παροξύνει την κατάσταση, η κατάρριψη ενός ρωσικού αεροπλάνου στο φόντο μιας ισραηλινής αεροπορικής επιδρομής υπογραμμίζει ότι τέτοια «αγκάθια» θα συνεχίσουν να υπάρχουν και να απειλούν την περιοχή με ανάφλεξη ανά πάσα στιγμή. Όσο μια νατοϊκή αρμάδα (με την περήφανη συμμετοχή του ελληνικού «Έλλη» βεβαίως) και ο ρωσικός πολεμικός στόλος συνεχίζουν να «περιπολούν» στα ανοιχτά της Συρίας πλάι-πλάι, κανείς δεν μπορεί να έχει εμπιστοσύνη στην «κοινή λογική» των ηγετών κρατών…