Οικονομική κρίση, κρίση πολιτικής συνοχής και ενίσχυση των τάσεων για Ευρώπη πολλών «ταχυτήτων»

Όταν ένας οργανισμός αντιμετωπίζει ό,τι υπό «κανονικές συνθήκες» θα ήταν μια απλή αμυχή σαν να είναι ήδη γάγγραινα, αυτό είναι ο ασφαλέστερος δείκτης ότι είναι εξαιρετικά εξασθενημένος και γι’ αυτό αντιδρά ενεργοποιώντας «πρωτόκολλα» πανικού ακόμη και μπροστά σε ήσσονος σημασίας απειλές. Αυτή ακριβώς είναι η κατάσταση στην ιμπεριαλιστική «Ευρώπη», δηλαδή την Ευρωζώνη και την ΕΕ αλλά και το σύστημα συμμαχιών και «ολοκληρώσεων» που υφαίνεται γύρω απ’ αυτές. Μόλις τον τελευταίο χρόνο, οι απειλές από το δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία στη Σκοτία αλλά και την Καταλονία προκάλεσαν κύμα νευρικότητας και πανικού στις ευρωπαϊκές καγκελαρίες αλλά και τις αγορές. 

Μέχρι και τα τέλη περίπου του 2014, η οικονομική ήταν η κυρίαρχη πλευρά της κρίσης. Παρά τη σχετική σταθεροποίηση της Ευρωζώνης από το 2012, ύστερα από την οξεία κρίση του 2009-2011, και παρά το γεγονός ότι διάφορες εκτός ελέγχου «εστίες» της κρίσης όπως η Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, η Κύπρος κ.λπ. τέθηκαν υπό σχετικό έλεγχο, οι βαθύτερες-δομικές αιτίες της κρίσης δεν έχουν ελεγχθεί και παραμένουν ενεργές, παρόλο που απωθήθηκαν από την επιφάνεια και το προσκήνιο σε σχετικά υπόγειες διαδρομές. Αντίθετα, «ωριμάζουν» με πολύ απειλητικό τρόπο –και γι’ αυτή την πραγματικότητα έχουν πλήρη επίγνωση οι εκπρόσωποι του συστήματος. Ενώ λοιπόν παραμένουν και «ωριμάζουν» τα δομικά στοιχεία της οικονομικής κρίσης, από το 2015 έχουν εισέλθει σε μια νέα φάση όπου η κρίση περνάει από την οικονομική βάση στο πολιτικό, θεσμικό και ιδεολογικό εποικοδόμημα, ενώ στην αυγή του 2016 η πολιτική και θεσμική πλευρά της κρίσης γίνεται κυρίαρχη. Ο κύκλος κλείνει με τη νευρικότητα, τους «πανικούς» και την αστάθεια που μεταφέρει στην ίδια την οικονομική βάση η πολιτική, θεσμική και ιδεολογική κρίση, δημιουργώντας τους όρους κρίσης συνοχής και στρατηγικού αδιεξόδου. 

Ας δούμε τώρα, συνοπτικά, πώς εκφράζονται όλα αυτά συγκεκριμένα. 
Η οικονομική πλευρά 
του αδιεξόδου

Τα θεμελιώδη οικονομικά δεδομένα –όπου παρά τις πολλές «ταχύτητες», αναδεικνύονται κοινοί παρονομαστές– δείχνουν ένα αδιέξοδο που παραμένει. Η ανάπτυξη είναι τόσο οριακή, ώστε στην πραγματικότητα έχουμε πλήρη οικονομική στασιμότητα. Τα στοιχεία για το τελευταίο τρίμηνο του 2015 μιλούν για ανάπτυξη 0,3% στο σύνολο της Ευρωζώνης, όσο και της Γερμανίας, της πιο «εύρωστης» από τις ισχυρές οικονομίες. Στην Ιταλία, ύστερα από 3 χρόνια ύφεσης, ήταν 0,1%, στη Γαλλία 0,2%. Και σε όλες τις περιπτώσεις ήταν μειωμένη σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο. 
Όσον αφορά το άλλο βασικό μέγεθος, τον πληθωρισμό, έχουμε πλέον επισήμως αποπληθωρισμό στο σύνολο της Ευρωζώνης: -0,1% το Μάρτιο, σε σχέση με -0,2% το Φεβρουάριο. Και αυτό παρά την τεράστια ένεση ρευστότητας στην οικονομία με το πρόγραμμα «ποσοτικής χαλάρωσης» της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. 
Αναιμική ανάπτυξη και αποπληθωρισμός σημαίνει ότι τα κρατικά χρέη  ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξάνονται. Σε αυτό συντείνουν και τα κρατικά ελλείμματα, που παρά τις τεράστιες περικοπές δαπανών των τελευταίων χρόνων παραμένουν. 
Έτσι, το αποτέλεσμα είναι πως η πολυαναμενόμενη «απομόχλευση» που λένε οι νεοφιλελεύθεροι, δηλαδή η απαλλαγή από αυτό που με μαρξιστικούς όρους θα λέγαμε υπερσυσσώρευση και υπερπίστωση, όχι μόνο δεν έρχεται αλλά απομακρύνεται. Χαρακτηριστική είναι η κατάσταση βασικών χωρών όσον αφορά το κρατικό χρέος. Σύμφωνα με προβλέψεις της Κομισιόν, το γαλλικό κρατικό χρέος θα προσεγγίσει το 100% (99,8%) του ΑΕΠ το 2016, παραμένοντας σε μια οξεία κρίση χρέους που ωριμάζει πολύ γρηγορότερα σε σχέση με τις προβλέψεις των προηγούμενων χρόνων. Το χρέος της Ιταλίας έχει «ξεφύγει» και πλησιάζει ταχύτατα το 140% του ΑΕΠ, ενώ πάνω από το 100% είναι το χρέος του Βελγίου, της Πορτογαλίας, της Ιρλανδίας, της Κύπρου και φυσικά της «πρωταθλήτριας» Ελλάδας όπου κινείται σε επίπεδα περί το 180% του ΑΕΠ! 
Συνολικά, τόσο το κρατικό χρέος όσο και το ιδιωτικό (χρέος επιχειρήσεων και νοικοκυριών) έχει αυξηθεί σημαντικά στα χρόνια ύστερα από το ξέσπασμα της κρίσης. Η Κομισιόν κάνει διαρκώς εκκλήσεις για συγκράτηση των ελλειμμάτων χωρών-μελών (η πιο πρόσφατη αφορούσε τα ελλείμματα Γαλλίας, Ιταλίας, Ισπανίας και Πορτογαλίας, που θεωρούνται «εκτός ελέγχου»), αλλά «συνταγή» για να γιατρευτεί το διαβρωτικό μείγμα οικονομικής στασιμότητας και αποπληθωρισμού δεν διαθέτει. 
Ο συνδυασμός μηδενικής ή αναιμικής ανάπτυξης με αποπληθωρισμό και αύξηση των κρατικών και ιδιωτικών χρεών παραπέμπει σε απόλυτο, στρατηγικού χαρακτήρα αδιέξοδο. Το αδιέξοδο αυτό υπογραμμίζει και επιτείνει ακόμη περισσότερο η επιβράδυνση των λεγόμενων αναδυόμενων οικονομιών (BRICS και όχι μόνο), που μεταξύ άλλων έχει συνέπεια τη μείωση του όγκου του παγκόσμιου εμπορίου, άρα της εξωτερικής ζήτησης για προϊόντα και υπηρεσίες που παράγονται στην Ευρωζώνη και την ΕΕ. 
Η πολιτική, θεσμική 
και ιδεολογική πλευρά

Στο έδαφος του οικονομικού στρατηγικού αδιεξόδου γονιμοποιείται η πολιτική και θεσμική κρίση, που είναι επίσης εκτός ελέγχου. Αν ένα χρόνο ή λίγους μήνες πριν μιλούσαμε για τα δημοψηφίσματα ανεξαρτησίας σε Σκοτία και Καταλονία, τώρα μιλάμε για κάτι πολύ σημαντικότερο: για το βρετανικό δημοψήφισμα για παραμονή ή όχι της Μ. Βρετανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αν το ΟΧΙ, που προηγείται στις δημοσκοπήσεις, νικήσει, θα είναι ένα σεισμικό γεγονός που επιταχύνει δραματικά την κρίση συνοχής και τα διαλυτικά φαινόμενα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη. Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμά του μάλιστα, έχει ήδη προκαλέσει μια μη αντιστρέψιμη μεταβολή: την ενίσχυση των τάσεων για μια Ευρώπη πολλών «ταχυτήτων».
Ιδού πώς συνοψίζει τα πράγματα σε άρθρο του στους Financial Times στις 6 Απριλίου o John Plender: 
«Η απόφαση του Ντέιβιντ Κάμερον να διεξαγάγει δημοψήφισμα για την παραμονή του Ηνωμένου Βασιλείου στην ΕΕ αποτέλεσε, ηθελημένα ή αθέλητα, το έναυσμα για μια ευρύτερη πολιτική κίνηση αναδιοργάνωσης της ΕΕ (...) Η συζήτηση για μια Ευρώπη πολλών ταχυτήτων γίνεται φυσικά εδώ και αρκετό καιρό. Αλλά ποτέ πριν δεν είχε υιοθετηθεί από τόσο πολλές από τις βασικές δυνάμεις πίσω από το ευρωπαϊκό εγχείρημα».
Πράγματι, ποτέ άλλοτε στην ιστορία τους η Ευρωζώνη και η ΕΕ δεν βρέθηκαν τόσο έντονα μπροστά στο δίλημμα είτε της αναδιοργάνωσης με βάση την κεντρική ιδέα των πολλών ταχυτήτων είτε μια διαλυτική παρακμή. 
Καθώς το «μπαζούκα» του Ντράγκι έχει αχρηστευτεί, οι πολιτικές πρωτοβουλίες δίνουν και παίρνουν. Όμως –φευ!– οι επιδιώξεις των επιμέρους αστικών τάξεων είναι τόσο διαφορετικές και μη συντιθέμενες, ώστε το τοπίο γίνεται πιο χαοτικό. Για το βρετανικό δημοψήφισμα, που στριμώχνει τον εμπνευστή του Κάμερον πολύ περισσότερο απ’ ό,τι η ανάμιξή του στα Panama papers, μιλήσαμε ήδη. Ο Ολάντ, για λογαριασμό του γαλλικού ιμπεριαλισμού, θέλει ο γαλλογερμανικός «άξονας» να γίνει ο ανθεκτικός καμβάς της πρώτης ταχύτητας της Ευρωζώνης, αλλά η πολιτική πυγμής (συνδυασμός επιτάχυνσης της λιτότητας και κράτους έκτακτης ανάγκης) βρίσκει αντιστάσεις στο κίνημα αλλά και σε τμήματα της γαλλικής άρχουσας τάξης, η δε γαλλική οικονομία είναι τόσο βαλτωμένη, ώστε αδυνατεί να στηρίξει τα μεγαλεπήβολα σχέδια του γαλλικού ιμπεριαλισμού. 
Ακόμη περισσότερο στον «αέρα» είναι η φιλοδοξία του ιταλικού καπιταλισμού να βρει μια θέση στην «πρώτη σειρά της πρώτης ταχύτητας». Τους τελευταίους μήνες η Ιταλία έχει αναλάβει μια οιονεί καμπάνια για τη συγκρότηση «πρώτης ταχύτητας» στην Ευρωζώνη, που θα βαθύνει όχι μόνο την οικονομική αλλά και τη θεσμική-πολιτική, ακόμη και την αμυντική ενοποίηση. Ο Ρέντσι το λέει σε κάθε ευκαιρία, ενώ ο υπουργός του των Εξωτερικών απέστειλε επιστολή προς τα άλλα πέντε ιδρυτικά μέλη της ΕΕ για να προτείνει ένα τέτοιο σχέδιο. 
Όλα αυτά θέτουν το ύστατο και θεμελιώδες ερώτημα: Ποια είναι η στρατηγική του γερμανικού ιμπεριαλιστικού κέντρου; Μπορεί και θέλει να αποτελέσει τη δύναμη που θα εγγυηθεί μια τέτοια πολιτική και θεσμική αναδιάρθρωση της ιμπεριαλιστικής Ευρώπης και θα την εγγυηθεί σε ρόλο ηγεμόνα; Πρόσφατα η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ έκανε μια δήλωση γεμάτη πικρή αυτογνωσία: είπε ότι η Γερμανία πρέπει να ανταποκριθεί καλύτερα στον διεθνή πολιτικό της ρόλο. Το γεγονός ότι ο γερμανικός καπιταλισμός είναι σε συγκριτικά καλύτερη θέση από τους άλλους δεν σημαίνει ότι δεν αντιμετωπίζει κι ο ίδιος στρατηγικού χαρακτήρα οικονομικά προβλήματα και διλήμματα. Το μεγάλο του έλλειμμα ωστόσο εντοπίζεται στο πολιτικό, διπλωματικό και στρατιωτικό του «κεφάλαιο». Καθώς λοιπόν η πολιτική και θεσμική κρίση μαίνεται και το «αίτημα» για Ευρώπη πολλών «ταχυτήτων» κερδίζει διαρκώς οπαδούς, καθώς οι «πληγές» μιας διαλυτικής θεσμικής και πολιτικής κρίσης πολλαπλασιάζονται (το Προσφυγικό ανέδειξε όλες τις πληγές), ο γερμανικός ιμπεριαλισμός βρίσκεται ενώπιον κρίσιμων αποφάσεων. Η αίσθηση πάντως πως όσο ο άξονας των εξελίξεων μετατοπίζεται από την οικονομία στην πολιτική ο γερμανικός ιμπεριαλισμός δεν μπορεί να παίξει έναν ενοποιητικό ηγεμονικό ρόλο εντείνεται... 
Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο στρατηγικού αδιεξόδου για την ιμπεριαλιστική Ευρώπη, η αίσθηση της προσωρινότητας κυριαρχεί, μαζί με τους φόβους για «θρυαλλίδες» που μπορεί να οδηγήσουν στο «μοιραίο».