100 χρόνια από την ίδρυσή της

Π ριν 100 χρόνια, κάτω από το φως της πρώτης νικηφόρας σοσιαλιστικής επανάστασης τον Οκτώβρη του 1917, αλλά και κάτω από την πρωτοπόρα επιμονή του κόμματος αυτής της επανάστασης, των Μπολσεβίκων, ιδρύθηκε η 3η Διεθνής.
Η Κομιντέρν ερχόταν από μακριά. 
Στα χρόνια τους, οι Μαρξ και Ένγκελς επέμειναν στην ίδρυση της Πρώτης Διεθνούς (1864), υπογραμμίζοντας την ανάγκη πολιτικού συντονισμού και αλληλεγγύης για την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος. Με την ακροτελεύτια φράση του Κομουνιστικού Μανιφέστου («Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε!») εγκατέστησαν το διεθνισμό ως βασικό γνώρισμα του κομουνιστικού κινήματος. Η Πρώτη Διεθνής κατέρρευσε (το 1876) μετά το κύμα καταστολής που ακολούθησε την ήττα της Παρισινής Κομούνας (1871).
Μια νέα εποχή είχε αρχίσει. Η έμφαση δόθηκε στον πολιτικό αγώνα και στη συγκρότηση μεγάλων εργατικών κομμάτων. Σε αυτή τη βάση ιδρύθηκε η Δεύτερη Διεθνής (1889). Όπως αργότερα έγραψε ο Λένιν, η ίδρυσή της «σημάδευε μια περίοδο μέσα στην οποία προετοιμάστηκε το έδαφος για την πλατιά, μαζική εξάπλωση του κινήματος σε μια σειρά χώρες». Όμως οι κατακτήσεις αυτής της περιόδου, που τις απεικονίζει η γιγάντια ανάπτυξη του SPD στη Γερμανία, έκρυβαν ένα καινούργιο πρόβλημα: Μέσα στις γραμμές των μεγάλων εργατικών κομμάτων αναπτυσσόταν ο οπορτουνισμός που σταδιακά αναπτύχθηκε σε συγκροτημένο μεταρρυθμισμό. Αυτός ο παράγοντας οδήγησε στην κατάρρευση του «μεγάλου οικοδομήματος» της Δεύτερης Διεθνούς, με τη στάση των μεγάλων τμημάτων της –και κύρια του SPD– υπέρ του πολέμου, το 1914. Ήταν, όπως υπογραμμίζει ο Λένιν, ένα βαθιά «ντροπιαστικό» γεγονός.
Όπως σωστά δείχνει η ανακοίνωση της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 100 χρόνια της Τρίτης Διεθνούς, τότε «ο ρεφορμισμός γέννησε το σοσιαλσοβινισμό». Αν και στις μέρες μας οφείλουμε να υπογραμμίζουμε και τον αντίστροφο κίνδυνο: οι σοσιαλσοβινιστικές θέσεις οδηγούν σε (επι)στροφή στο ρεφορμισμό. 
Σε αυτόν τον εκφυλισμό αντιστάθηκε η αντιπολεμική Αριστερά που για πρώτη φορά συγκεντρώθηκε στη Συνδιάσκεψη του Τσίμερβαλντ. Η αριστερή πτέρυγα του Τσίμερβαλντ –κυρίως οι Ρώσοι Μπολσεβίκοι και οι Γερμανοί Σπαρτακιστές– μπορούν να θεωρηθούν οι «πρόδρομοι» της Τρίτης Διεθνούς. Όμως η τομή που επιτάχυνε την εξέλιξη ήταν η νίκη της επανάστασης του 1917. 
Η ίδρυση
Το 1919 είναι μέσα στο κύμα μεγάλης αισιοδοξίας που εξαπέλυσε η νίκη του Οκτώβρη παγκόσμια. Η επανάσταση στη Γερμανία έχει αρχίσει, η νίκη της θεωρούνταν όχι απλώς εφικτή, αλλά πιθανή και αυτό φαινόταν να δικαιώνει την μπολσεβίκικη πρόβλεψη για γρήγορη επέκταση της εργατικής-σοσιαλιστικής επανάστασης στο κέντρο της Ευρώπης.
Σε αυτές τις συνθήκες οι Μπολσεβίκοι επιμένουν –και σωστά– στην ανάγκη ταχύτατης συγκρότησης των δυνάμεων που διεθνώς υποστηρίζουν τη νίκη των εργατικών συμβουλίων, το κεντρικό σύνθημα «Όλη η Εξουσία στα Σοβιέτ», σε ρήξη με τους οπαδούς της ρεφορμιστικής στρατηγικής, που ήδη στη Γερμανία, δια του SPD παίρνουν ανοιχτά τον αντεπαναστατικό δρόμο.
Το κάλεσμα για το 1ο Συνέδριο, με συγγραφέα τον Τρότσκι, θέτει τους προγραμματικούς όρους της ρήξης με τη Δεύτερη Διεθνή, συνοψίζοντας την πείρα του Οκτώβρη. Οι αποδέκτες δεν είναι πολλοί: Στη Μόσχα προσέρχονται 51 αντιπρόσωποι, από 35 οργανώσεις, σε 22 χώρες. 
Το συνέδριο οργανώνεται με μια δημοκρατική ευαισθησία που αργότερα εξαλείφθηκε από την Κομιντέρν. Προσκαλούνται αναρχοσυνδικαλιστές (π.χ. το IWW από τις ΗΠΑ), οι «αριστεριστές» που είχαν προηγουμένως συγκρουστεί με τους Μπολσεβίκους στα πλαίσια της διαδικασίας Τσίμερβαλντ (Ρούτγκερς, Πάνεκουκ, Γκόρτερ), προσκαλείται –αν και δεν μπόρεσε να παραστεί λόγω συλλήψεων της αντιπροσωπείας της– η επαναστατική «φράξια» της Νεολαίας της Δεύτερης Διεθνούς που την καθοδηγούσε ο Βίλυ Μύντσεμπεργκ. 
Όταν οι Σπαρτακιστές, δια του Ούγκο Εμπερλάιν (Άλμπερτ), δηλώνουν ότι δεν αποδέχονται την ίδρυση της Τρίτης Διεθνούς, που τη θεωρούν αναγκαία, αλλά πρόωρη, ο Ζινόβιεφ απαντά εκ μέρους των Μπολσεβίκων: «Διαφωνούμε με τους Γερμανούς συντρόφους. Για να μην τραυματιστεί η σχέση μας με την Ένωση Σπάρτακος, αποσύρουμε την επιμονή μας και δεχόμαστε να μην ονομαστεί ιδρυτικό Συνέδριο η σημερινή διαδικασία, αλλά Συνδιάσκεψη, όπως πρότεινε ο σ. Άλμπερτ». Στις συζητήσεις που ακολούθησαν, οι αντιρρήσεις κάμφθηκαν και οι αποφάσεις πάρθηκαν σε κλίμα γενικής συναίνεσης. 
Την προγραμματική «πλατφόρμα» του Συνεδρίου συνέταξε ο Μπουχάριν. Εκ μέρους των Μπολσεβίκων παρέμβηκαν οι Λένιν, Τρότσκι, Ζινόβιεφ, Οσίνσκι. Η Κολοντάι παρουσίασε το ψήφισμα «Για την ανάγκη να κερδηθούν οι γυναίκες στον αγώνα για τον σοσιαλισμό». Ήταν η μοναδική «θεματική» απόφαση του Συνεδρίου. 
Όπως έγραψε ο Λένιν στο άρθρο του «Η Τρίτη Διεθνής και η θέση της στην ιστορία»: Μια νέα εποχή στην παγκόσμια ιστορία είχε αρχίσει.
Συγκρότηση
Στη βάση της κατεύθυνσης που έδινε το 1ο Συνέδριο, άρχισε η σκληρή επιτόπου δουλειά για τη συγκέντρωση των επαναστατικών δυνάμεων για τη συγκρότηση των Κομουνιστικών Κομμάτων σε κάθε χώρα.
Τη δουλειά αυτή συνόψισε το 2ο Συνέδριο (1920), που είχε ως κέντρο την έγκριση των «21 όρων» για την προσχώρηση στην Τρίτη Διεθνή. Βασικοί όροι ήταν η ρήξη με τη σοσιαλδημοκρατική στρατηγική και πολιτική, η καταδίκη του σοσιαλσοβινισμού, η υποστήριξη των αντι-ιμπεριαλιστικών εξεγέρσεων στις αποικίες, η αποδοχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού ως οργανωτικής αρχής, η αποδοχή της διεθνούς πειθαρχίας στις αποφάσεις της Κομιντέρν. 
Στην πράξη, αυτή η σύνθεση αποδείχτηκε πολύ πιο δύσκολη απ’ ό,τι στα χαρτιά. Στη Γερμανία, π.χ., απαιτήθηκε πολύ πιο ευέλικτη και σύνθετη τακτική των Σπαρτακιστών και της Διεθνούς, για να κερδηθούν στο συνέδριο της Χάλε τα ριζοσπαστικά μέλη του «Ανεξάρτητου» SPD (USPD) και να δημιουργηθεί το μαζικό ΚΚ Γερμανίας. Στην Ιταλία, αντίστροφα, η βιασύνη του Αμαντέο Μπορντίγκα στη ρήξη με το Σοσιαλιστικό Κόμμα άφησε πίσω χιλιάδες μέλη, κατά τον Λένιν «καλούς φίλους της Κομιντέρν», στην επιρροή των «κεντριστών». 
Τα προβλήματα αυτής της «ενδιάμεσης» φάσης συγκέντρωσε ο Λένιν στην μπροσούρα πολιτικής πολεμικής «Αριστερισμός, η παιδική αρρώστια του κομμουνισμού». Στη βάση των προβλημάτων βρισκόταν η υποχώρηση του επαναστατικού κύματος διεθνώς. Η Κομιντέρν βρισκόταν μπροστά στην υποχρέωση να απαντήσει στο ερώτημα τι σημαίνει επαναστατική πολιτική μέσα σε συνθήκες όπου η επανάσταση δεν βρίσκεται άμεσα στην ημερήσια διάταξη. 
Την απάντηση άρχισε να δίνει το 3ο Συνέδριο (1921) με το σύνθημα «Προς τις Μάζες!» και το ξεκίνημα της συζήτησης για το Ενιαίο Εργατικό Μέτωπο. Τη συζήτηση ολοκλήρωσε το 4ο Συνέδριο της Διεθνούς (1922), που πήρε τις αποφάσεις για το Ενιαίο Μέτωπο, το Μεταβατικό Πρόγραμμα και τη μεταβατική πολιτική, συνδέοντας αυτές τις αποφάσεις με το ζήτημα των «εργατικών κυβερνήσεων» (ή κυβερνήσεων της Αριστεράς») όπου, υπό αυστηρές προϋποθέσεις, καθοριζόταν μια τακτική για τα ΚΚ που περιλάμβανε την ανοχή, την υποστήριξη ή και τη συμμετοχή. Στο 4ο Συνέδριο το Ενιαίο Μέτωπο διευρύνθηκε ως τακτική «μιας ολόκληρης περιόδου, πιθανώς μιας εποχής» και συνδυάστηκε με την αναβάθμιση της πάλης ενάντια στην καταπίεση (απελευθέρωση των γυναικών) και τη διακήρυξη για την «ενότητα σκοπών» μεταξύ του εργατικού κινήματος στη Δύση και των αντιιμπεριαλιστικών εξεγέρσεων στην Ανατολή. 
Αυτή είναι η απάντηση της Τρίτης Διεθνούς στο πώς οι κομουνιστές οφείλουν να διεκδικήσουν την ηγεμονία μέσα στην εργατική τάξη στις χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, στο πώς οι κομουνιστές «κάνουν πολιτική» σε συνθήκες που δεν είναι άμεσα (ή δεν είναι ακόμα) επαναστατικές. 
Είναι όμως και το τέλος της εποχής του Λένιν (όπως και του Τρότσκι) μέσα στις διεργασίες της Τρίτης Διεθνούς. Η συνέχεια απέδειξε ότι η Κομιντέρν καθορίστηκε από το ξέσπασμα της διαπάλης στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ και του κόμματος των Μπολσεβίκων. 
Αντιστροφή
Μετά το θάνατο του Λένιν και μέχρι την οριστική επικράτηση του Στάλιν (στα 1928), η Διεθνής έμεινε στον έλεγχο του Γκρ. Ζινόβιεφ. Ήταν ένα σύντομο διάλλειμα ανερμάτιστου «αριστερισμού» που ως αποτέλεσμα είχε να συντρίψει την κληρονομιά του 3ου και του 4ου Συνεδρίου και μαζί τους να κατεδαφίσει τις αυτόχθονες ηγεσίες στα ΚΚ, που με πολύ κόπο είχαν αναδειχθεί την προηγούμενη περίοδο. 
Στο 5ο και στο 6ο Συνέδριο, το Ενιαίο Μέτωπο συρρικνώνεται, οι εργατικές κυβερνήσεις ορίζονται ως συνώνυμα της δικτατορίας του προλεταριάτου. Η αντιστροφή ολοκληρώνεται με τη «θεωρία της τρίτης περιόδου», όπου εκτιμάται ότι ο καπιταλισμός παγκόσμια έχει μπει άμεσα σε επαναστατική κρίση, τα πολιτικά καθήκοντα ταυτίζονται με τα επαναστατικά, ενώ τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα περιγράφονται ως «σοσιαλφασιστικά». Στη Γερμανία αυτή η «ανάλυση» οδήγησε σε παθητική στάση απέναντι στους Ναζί και στην αυτοκτονική υποτίμηση του κινδύνου του Χίτλερ. 
Στο έδαφος αυτής της καταστροφής, το 7ο Συνέδριο (1935, όταν ο Στάλιν έχει πλήρως σταθεροποιηθεί) ολοκλήρωσε τη στροφή που προετοίμασε ο ζηνοβιεφισμός: Το δίλημμα πλέον τοποθετείται ως «αστική δημοκρατία ή φασισμός;», τα ΚΚ οφείλουν να δεχθούν ότι «στο παρόν στάδιο δεν καλούμε σε ανατροπή του καπιταλισμού, ούτε σε παγκόσμια επανάσταση», ενώ οι συμμαχίες στρέφονται στα «πλατιά» Λαϊκά Μέτωπα, όπου μαζί με «δημοκρατικές» αστικές πολιτικές δυνάμεις μπαίνει το ζήτημα της αντίστασης στον φασισμό. Τα τμήματα της Διεθνούς, που προηγούμενα είχαν κληθεί να απορρίψουν τη συζήτηση για τις «Εργατικές κυβερνήσεις», τώρα καλούνται να συμμετάσχουν σε αστικές-δημοκρατικές κυβερνήσεις διαχείρισης, χωρίς την προοπτική της ανατροπής του καπιταλισμού και της διεκδίκησης της εξουσίας από τις εργατικές και λαϊκές μάζες.
Η Τρίτη Διεθνής είχε πια ολοκληρωτικά ταυτιστεί με τα κρατικά-διπλωματικά συμφέροντα της νέας εξουσίας στην ΕΣΣΔ. Η πολιτική της πληρώθηκε με νέες βαριές ήττες στην Ισπανία και στη Γαλλία. Μπροστά στον επερχόμενο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι διαδοχικές στροφές, οι αλληλοσυγκρουόμενες οδηγίες και εντολές, πάντα με κριτήριο τους διπλωματικούς προσανατολισμούς της Μόσχας, προκάλεσαν χάος και σύγχυση στα ΚΚ σε όλη την Ευρώπη.
Το κριτήριο της προτεραιότητας της παγκόσμιας επανάστασης, που ορίζει με σαφήνεια η «Πλατφόρμα» του 1ου Συνεδρίου της Κομιντέρν, είχε πλέον απωθηθεί στην ιστορία του επαναστατικού κινήματος. 
Διάλυση
Έχοντας πάρει αυτόν το δρόμο, η Διεθνής βάδιζε αναπόφευκτα προς το τελευταίο σκαλοπάτι. Στις 15/5/1943, στη μέση του δεύτερου ιμπεριαλιστικού σφαγείου, μέσα σε συνθήκες σαν αυτές όπου ο Λένιν και η Λούξεμπουργκ αναζητούσαν τη νέα Διεθνή στο Τσίμερβαλντ, οι κομουνιστές όλου του κόσμου εμβρόντητοι πληροφορήθηκαν την αυτοδιάλυση της Τρίτης Διεθνούς. Ήταν ένα άδοξο τέλος, μια «ντροπιαστική» πράξη ανάλογη με την κατάρρευση της Δεύτερης Διεθνούς το 1914.
Οι δικαιολογίες που προβλήθηκαν, είναι κυριολεκτικά αστείες. Λες και «η άνοδος και η πολιτική ωριμότητα των ΚΚ» έκανε αχρείαστη τη Διεθνή ή λες και η αυτοδιάλυσή της θα καθησύχαζε «τις ψευτιές των χιτλερικών μηχανισμών» για τον κίνδυνο της εξάπλωσης του κομουνισμού στην Ευρώπη.
Οι πραγματικοί λόγοι της διάλυσης της Κομιντέρν ήταν άλλοι.
Αφενός να απελευθερωθεί πλήρως η ρωσική διπλωματία, ακόμα και από τα τυπικά «βαρίδια» της εκπροσώπησης των ΚΚ, ώστε να μπορέσει να διαπραγματευτεί απρόσκοπτα με τους Αγγλοαμερικανούς συμμάχους το μέλλον του μεταπολεμικού κόσμου. Η Κομιντέρν διαλύθηκε για να ανοίξει ο δρόμος προς τη Γιάλτα.
Αφετέρου, διαλύθηκε για να απελευθερωθεί το έδαφος της στροφής των ΚΚ, σε κάθε χώρα, προς τον «εθνικό και δημοκρατικό» δρόμο, τάχα, προς τον σοσιαλισμό. Οι Τολιάτι και Τορέζ γνώριζαν από το 1943 τη γραμμή που θα ακολουθούσαν το 1945-1947 και όφειλαν να διαμορφώσουν τις προϋποθέσεις γι’ αυτήν. Η συμμετοχή στις κυβερνήσεις «Εθνικής Ενότητας» μαζί με τη Δεξιά, που αναστήλωσαν τον καπιταλισμό στο κέντρο της Ευρώπης, ήταν ασύμβατη με τη συμμετοχή σε μια, έστω στα χαρτιά, Κομουνιστική Διεθνή. 
Στην περιοχή μας, είναι γνωστό ότι οι Γιουγκοσλάβοι παρτιζάνοι πρότειναν εκείνη την εποχή το συντονισμό των αντάρτικων δυνάμεων αντίστασης στους Ναζί, επαναφέροντας την παλιά πρόταση της Βαλκανικής Κομουνιστικής Ομοσπονδίας (ΒΚΟ) για μια ομοσπονδιακή ένωση των χωρών όπου θα νικούσαν τα κινήματα. Μια αυθεντική Διεθνής θα συντόνιζε και θα συστηματοποιούσε τέτοιες προτάσεις, που ενίσχυαν σημαντικά τις προοπτικές νίκης όλων μαζί και καθενός χωριστά. Η αυτοδιάλυση της Κομιντέρν, έστω κι αν αυτή είχε καταντήσει σκιά Διεθνούς, διευκόλυνε το σκαιό «όχι» του σταλινικού μηχανισμού απέναντι στους Γιουγκοσλάβους, αλλά και στον Ντιμιτρόφ, επιλέγοντας να έχει απέναντί της μικρές, διασπασμένες κι αδύναμες ηγεσίες, που θα ήταν εύκολο να χειραγωγηθούν ή να απομονωθούν. 
Το ΚΚΕ σήμερα λέει κομψές φράσεις όπως: «(κρίσιμες αποφάσεις) επηρεάζονταν από τις επιδιώξεις της εξωτερικής πολιτικής της ΕΣΣΔ», αποφεύγοντας να αγγίξει το ερώτημα για το χαρακτήρα του καθεστώτος που (ζώντος του Στάλιν) πήρε αποφάσεις σαν τη ντροπιαστική διάλυση της Διεθνούς. 
Αντίστροφα, σωστά λέει η ΚΕ του ΚΚΕ ότι: «η διαδικασία της επαναστατικής ανασυγκρότησης θα είναι αργόσυρτη, βασανιστική, ευάλωτη…». Και τούτο ισχύει, γιατί ο εκφυλισμός και η διάλυση της Τρίτης Διεθνούς ήταν μια βαριά ήττα για το παγκόσμιο επαναστατικό κίνημα.