Η επίθεση της ΝΔ στις καταλήψεις και στις διαδηλώσεις, το σύνθημα του Σαμαρά «θα ανακαταλάβουμε τις πόλεις», είναι μια πολιτική επιλογή που θα έχει μακρά συνέχεια.

Είναι η επιλογή της κρατικής «πυγμής» απέναντι στο κίνημα και την Αριστερά, επιλογή που συνδυάζεται αρμονικά με τον άκρατο νεοφιλελευθερισμό της μνημονιακής εποχής. Έχει στόχο, αφενός, να κάμψει βίαια την κοινωνική αντίσταση και, αφετέρου, να περιορίζει την πολιτική επιρροή της Αριστεράς, ανακόπτοντας τη μετακίνηση πληττόμενων μεσοστρωμάτων σε ριζοσπαστική κατεύθυνση και αριστερή ψήφο.

Η πολιτική αυτή στηρίζεται όλο και συχνότερα σε αναφορές στη «στρατηγική της έντασης», στη στρατηγική της Δεξιάς στη γειτονική Ιταλία, κατά την περίοδο από το 1969 (το ιταλικό εργατικό «καυτό φθινόπωρο») μέχρι τη δεκαετία του 1980, στην εποχή δηλαδή που ονομάστηκε «τα μολυβένια χρόνια».

Το κίνημα του παγκόσμιου Μάη του 1968 πήρε στην Ιταλία μια ειδική διάσταση. Η νεολαιίστικη έκρηξη συνδυάστηκε με μια γενικευμένη άνοδο των εργατικών αγώνων. Ταυτόχρονα, η ένταση των αγώνων έδειξε να ξεφεύγει, έστω προσωρινά, από των έλεγχο του κράτους  και της κυρίαρχης τάξης.

Οι απεργίες, οι διαδηλώσεις, οι καταλήψεις των εργοστασίων, η κλιμάκωση της αντίστασης στις συνοικίες και σε κάθε πλευρά της καθημερινής ζωής, σε συνδυασμό με τις καταλήψεις στα πανεπιστήμια και τα σχολεία, δημιουργούσαν τις συνθήκες ενός «δεύτερου γύρου», ξαναπιάνοντας το νήμα του 1945-1948, όταν η κόκκινη εργατική Ιταλία των παρτιζάνων παραδόθηκε σχεδόν αμαχητί στη Χρηστιανοδημοκρατία, κάτω από τα λάθη της πολιτικής του ΚΚΙ του Τολιάτι.

Η γενικευμένη άνοδος των αγώνων είχε ως αποτέλεσμα την άνοδο της δύναμης της Αριστεράς. Το ΚΚΙ έγινε ένα γιγάντιο κόμμα (με 4-6 εκατομμύρια μέλη) που στα μέσα της δεκαετίας του ’70 ξεπέρασε το 30% των ψήφων. Οι οργανώσεις της επαναστατικής Αριστεράς έφτασαν στο επίπεδο δεκάδων χιλιάδων μελών και –στο απόγειό τους– εξέδιδαν 3 ημερήσιες εφημερίδες με πανεθνική κυκλοφορία. Το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας –ή έστω της κυβερνητικής εξουσίας– ερχόταν στην ημερήσια διάταξη ολοταχώς.

Απέναντι σε αυτή την προοπτική, η Δεξιά και το κράτος –σε συμμαχία με την ακροδεξιά και το «παρακράτος»– απάντησαν με τη «στρατηγική της έντασης».

Στις 12 Δεκέμβρη του 1969 η έκρηξη μιας βόμβας στο σταθμό του Μιλάνου είχε ως αποτέλεσμα 12 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες. Ήταν μια ενέργεια των φασιστικών παραστρατιωτικών οργανώσεων, αν και η κυβέρνηση προσπάθησε –ανεπιτυχώς και προσωρινά– να ενοχοποιήσει τους αναρχικούς.

Στις 2 Αυγούστου του 1980, στην «κόκκινη» Μπολόνια, η έκρηξη μιας βόμβας, επίσης στο σταθμό, είχε ως αποτέλεσμα 85 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες. Αυτή τη φορά δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία για το ότι οι δράστες ήταν οι φασίστες: δέκα χρόνια μετά κάθισαν στο σκαμνί του κατηγορούμενου, για τη σφαγή στη Μπολόνια, αρκετοί ακροδεξιοί και μεταξύ τους 10 αξιωματικοί των μυστικών υπηρεσιών…

Στο μεταξύ διάστημα έγιναν στην Ιταλία περίπου 4.500 ένοπλες ή βομβιστικές αιματηρές τρομοκρατικές «ενέργειες». Το 70% από αυτές αποδόθηκε, αιτιολογημένα, στη φασιστική Δεξιά.

Η σχέση των κρατικών μηχανισμών και ειδικότερα των μυστικών υπηρεσιών (SID) με τη φασιστική εγκληματικότητα ήταν δεδομένη. Ο επικεφαλής της SID κατηγορήθηκε για συμμετοχή στην προετοιμασία πραξικοπήματος (το 1970), αποστρατεύτηκε το 1974 και κατέληξε βουλευτής του φασιστικού κόμματος (MSI). Η μασονική στοά P2 –καθοδηγούμενη από βετεράνους του μουσολινισμού και συνεργαζόμενη με το Βατικανό και τη Δεξιά– κατηγορήθηκε επισήμως για προετοιμασία πραξικοπήματος: στο σκαμνί οδηγήθηκαν υπουργοί, αξιωματικοί, δικαστικοί, βουλευτές, τραπεζίτες και βιομήχανοι.

Η νατοϊκή, παραστρατιωτική και παρακρατική, «δομή» GLADIO –προϊόν της ψυχροπολεμικής εποχής– αναμίχθηκε δραστήρια σε όλες αυτές της ενέργειες, στο όνομα της απόκρουσης του «κόκκινου κινδύνου».

Η κυρίαρχη τάξη στην Ιταλία, με πολιτικό επιτελείο τη Δεξιά και ένοπλο μπράτσο την ακροδεξιά και τους παρακρατικούς μηχανισμούς, έδωσε πραγματική μάχη για να εμποδίσει την πορεία του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς προς την εξουσία. Και μπροστά σε αυτό το «καθήκον» δεν δίστασε να κουρελιάσει το δικό της Σύνταγμα και τους δικούς της νόμους, να οργανώσει τις πιο «τυφλές» τρομοκρατικές ενέργειες και να χύσει άφθονο αίμα αθώων. Σε αυτή την παράδοση αναφέρονται τα εδώ πρωτοπαλίκαρα της Δεξιάς –τύπου Φ. Κρανιδιώτη– όταν μιλούν για «στρατηγική της έντασης» κατά του αντιμνημονιακού μαζικού κινήματος και κατά της «απειλής» του ΣΥΡΙΖΑ.

Όμως δεν ήταν καθόλου δεδομένο ότι η στρατηγική της έντασης θα λειτουργούσε αποτελεσματικά στην Ιταλία του 1970.

Ιστορικός συμβιβασμός
Το μεγάλο τμήμα των δυνάμεων της Αριστεράς, το ΚΚ Ιταλίας, ήταν αντικειμενικά στόχος της επιθετικότητας της Δεξιάς. Όμως, από ένα σημείο και μετά, το ΚΚΙ αποφάσισε να επιχειρήσει να αποφύγει την αναμέτρηση.

Μετά το πραξικόπημα του Πινοσέτ στη Χιλή (1973), ο γραμματέας του ΚΚΙ, Ενρίκο Μπερλιγκουέρ, εισηγήθηκε τη γραμμή του «Ιστορικού συμβιβασμού». Η Οκτωβριανή Επανάσταση, έλεγε, έχει εξαντλήσει τη δυναμική της. Η Αριστερά δεν μπορεί, στις συγκεκριμένες συνθήκες, να διεκδικήσει «μονομερώς» την κυβερνητική εξουσία και πολύ περισσότερο την κατάληψη της πραγματικής εξουσίας. Οφείλει, ισχυριζόταν, να «συμβιβαστεί» με τη Δεξιά, απαιτώντας δημοκρατικές πολιτικές εξελίξεις, ως προϋπόθεση για την ανάπτυξη της χώρας και μια κάποια γενική ευημερία για όλους τους «πολίτες».

Αυτή η ιδεολογική στροφή είχε τεράστια πολιτική σημασία. Το ΚΚΙ αποσυρόταν από τη μάχη να αποκρουστεί η επίθεση της Δεξιάς, αντιπρότεινε μια απολύτως ουτοπική πολιτική πρόταση (που απέρριπτε η συντριπτική πλειοψηφία της Χριστιανοδημοκρατίας) και επέλεγε την τακτική «ίσων αποστάσεων» μεταξύ της φασιστικής εγκληματικότητας και της ακροαριστερής «τρομοκρατίας». Το αποτέλεσμα ήταν η νίκη της Δεξιάς.

Το αστικό πολιτικό δυναμικό ανασυντάχθηκε με άξονα το χριστιανοδημοκρατικό κόμμα (και τη βοήθεια, όπου χρειαζόταν, των ακροδεξιών), αλλά με επιμονή στην απόρριψη της συμμετοχής των «κόκκινων» στην κυβέρνηση. Μετά τη δολοφονία του Μόρο, αυτό έγινε ουσιαστικά αποδεκτό και από το ΚΚΙ που συναίνεσε στη διακυβέρνηση από τη Δεξιά στο όνομα της… πάταξης της τρομοκρατίας.

Παρεμπιπτόντως, μια δευτερεύουσα συνέπεια της δεξιάς στροφής του ΚΚΙ ήταν ότι προκάλεσε μια κάποια «ριζοσπαστικοποίηση» της τακτικής του «αριστερισμού», ενός πλατιού τμήματος της Άκρας Αριστεράς που, βλέποντας να κλείνουν όλες οι πολιτικές προοπτικές, ρίχτηκε σε έναν αδιέξοδο και απολύτως λαθεμένο δρόμο απομονωμένου «ένοπλου αγώνα».

Άκρα Αριστερά
Ο ιταλικός «αριστερισμός» επέδειξε στον υπερθετικό βαθμό όλα τα καλά, αλλά και όλα τα αρνητικά στοιχεία της επαναστατικής Αριστεράς του ’68.

Εκτινάχθηκε στην εποχή του «εργατισμού». Υιοθετώντας –χωρίς όρους και αναστολές– τη δυναμική των εργατικών αγώνων «από τα κάτω», έδωσε πολλά και κατάκτησε πολλά. Αναλύσεις, μορφές δράσης, μορφές οργάνωσης και αιτήματα, που στήριξαν την εργατική αντίσταση για πολλά χρόνια μετά, οφείλονται στη σχέση της ιταλικής άκρας Αριστεράς με τις καταλήψεις και τις απεργίες στο Μιλάνο, το Τορίνο, τη Ρώμη, τη Νάπολη κλπ.

Όμως, ταυτόχρονα, η άκρα Αριστερά κουβαλούσε τις αδυναμίες μιας ανώριμης πολιτικής δύναμης: Την ανυπομονησία, που έβλεπε την «επανάσταση» ως υπόθεση μηνών ή έστω λίγων ετών, το κενό ανάλυσης για το ρεφορμισμό μέσα στο εργατικό κίνημα και στην εργατική τάξη, την υποτίμηση της σημασίας του Ενιαίου Μετώπου.

Στην πρώτη σοβαρή κάμψη της δυναμικής των αγώνων, ένα μεγάλο τμήμα του «εργατισμού» πραγματοποίησε στροφή εξίσου βίαια με τον ΚΚΙ: ο «εργάτης-μάζα», έλεγαν, δεν υπάρχει πια, συντρίφτηκε από την εξέλιξη του καπιταλισμού. Στη θέση του αναδύεται ο «κοινωνικός προλετάριος»: οι γυναίκες, οι μετανάστες, οι ομοφυλόφιλοι, οι «πληθυσμοί» των υποβαθμισμένων συνοικιών και των εγκαταλειμμένων ΑΕΙ, όπου η έλλειψη δυνάμεων του ΚΚΙ άφηνε «προνομιακό χώρο» για πρωτοβουλίες «υψηλής έντασης» στην άκρα Αριστερά.

Αυτή η «έξοδος» από το εργατικό κίνημα και τη μαρξιστική παράδοση, η πρώτη στροφή στη «μετα-αριστερή» θεωρία  και πολιτική –π.χ. του Α. Νέγκρι– υπήρξε μοιραία.

Με την εντατικοποίηση της επίθεσης της Δεξιάς και τη λευκή σημαία του ΚΚΙ, ο μόνος δρόμος που απέμενε, για να συνεχίσει κανείς «να κάνει την επανάσταση», ήταν η στροφή στην παρανομία και το ένοπλο. Οι ηγεσίες των οργανώσεων της άκρας Αριστεράς έχασαν τη μάχη με τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, χωρίς ούτε να το καταλάβουν.

Μια ολόκληρη γενιά πολύτιμων αγωνιστών, μια γενιά στελεχών, που χτίστηκαν σε μια πολυετή δοκιμασία αυθεντικής προσήλωσης στην επανάσταση, χάθηκε μέσα στα μολυβένια χρόνια που ακολούθησαν.

Η Ιταλία του ’70 εξακολουθεί να στέλνει πολύτιμα μηνύματα. Η επίθεση της Δεξιάς μπορεί να ανατραπεί, αν η Αριστερά παραμείνει σταθερή. Και σταθερότητα σημαίνει προσήλωση στη στρατηγική του σοσιαλισμού, προσήλωση στο ριζοσπαστικό πρόγραμμα, προσήλωση στην ανατρεπτική τακτική. Σημαίνει επίσης αλληλεγγύη και συστράτευση. Όλοι οι άλλοι δρόμοι και κυρίως οι δρόμοι της υποχώρησης και της ρεαλιστικής προσαρμογής στους, τάχα, συσχετισμούς, οδηγούν στην ήττα.