Αφιέρωμα στη Μικρασιατική Εκστρατεία - Μέρος Β’

Όπως είδαμε στο προηγούμενο φύλλο, ο Βενιζέλος έβαλε την Ελλάδα στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο λίγο πριν από τη λήξη του κι έτσι κατάφερε να έρθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τη μεριά των νικητριών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. 
Αυτές οι νικήτριες συμμαχικές δυνάμεις διοργάνωσαν τη Σύνοδο Ειρήνης του Παρισιού, ή Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων, που ξεκίνησε στις αρχές του 1919 και ολοκληρώθηκε –με διακοπές– το καλοκαίρι του 1920. Συμμετείχαν 32 χώρες προκειμένου αφενός να συσταθεί η λεγόμενη Κοινωνία των Εθνών, και αφετέρου να υπάρξει διαπραγμάτευση γύρω από τις συνθήκες ειρήνης μεταξύ αυτών και των ηττημένων Κεντρικών Δυνάμεων.
Πλιάτσικο
Στην πραγματικότητα επρόκειτο για ένα κυριολεκτικό πλιάτσικο σε βάρος των νικημένων που το διοργάνωσαν οι τέσσερις χώρες που είχαν αποφασιστικό λόγο στη Σύνοδο: η Αγγλία, η Γαλλία, η Ιταλία και οι ΗΠΑ (οι ηγέτες των τεσσάρων χωρών, Λόιντ Τζορτζ, Ζορζ Κλεμανσό, Βιτόριο Ορλάντο και Γούντροου Ουίλσον, αναφέρονταν συχνά ως το Συμβούλιο των Τεσσάρων). Η σύνοδος αυτή επιβεβαίωσε με τον πιο πανηγυρικό αλλά και συνάμα δραματικό τρόπο τη θεωρία του Λένιν για το ιμπεριαλιστικό στάδιο του παγκόσμιου καπιταλισμού: βασικό χαρακτηριστικό του, έλεγε, είναι η πάλη για το ξαναμοίρασμα του κόσμου και των σφαιρών επιρροής μεταξύ των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, αλλά και η πάλη για το μοίρασμα των αγορών μεταξύ των μονοπωλιακών επιχειρήσεων.
Οι συνθήκες που επιβλήθηκαν από τους νικητές δεν ήταν συνθήκες συμφιλίωσης μεταξύ των λαών μετά το τέλος ενός πρωτοφανώς αιματηρού πολέμου, αλλά συνθήκες τιμωρίας των ηττημένων, δηλαδή άνοιγαν το δρόμο ώστε στο άμεσο μέλλον να επικρατήσουν στις ηττημένες χώρες εκείνες οι δυνάμεις που θα οδηγούσαν στον επόμενο μεγάλο πόλεμο, όπως και έγινε. 
Μεταξύ άλλων στη Σύνοδο αποφασίστηκε ο διαμελισμός των τριών Κεντρικών Αυτοκρατοριών, της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας και ειδικότερα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι γερμανικές αποικίες μοιράστηκαν μεταξύ της Μ. Βρετανίας, της Γαλλίας, του Βελγίου, της Ν. Αφρικής, των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας, ενώ η Εγγύς Ανατολή διαμοιράστηκε σε περιφέρειες που «αποδόθηκαν» από την Κοινωνία των Εθνών στη Γαλλία και την Αγγλία.
Ήταν με απόφαση αυτού του απροκάλυπτου ιμπεριαλιστικού εσμού, της Συνόδου των Παρισίων και του Συμβουλίου των Τεσσάρων, που δόθηκε το «πράσινο φως» και για την απόβαση ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη. 
Η Αντάντ ήθελε να αποστείλει στρατό στη Μικρά Ασία πρώτον για να εξασφαλίσει και στην πράξη αυτό που είχε ήδη συνομολογηθεί στα χαρτιά, δηλαδή η διάλυση της (ηττημένης στον πόλεμο) Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το πραγματικό ενδιαφέρον για την περιοχή εστιαζόταν στα πετρέλαια της Μοσούλης που τότε βρίσκονταν ακόμη εντός του οθωμανικού κράτους, αλλά και στην αντιμετώπιση νέων πολιτικών φαινομένων που άνθισαν κυρίως μετά τη νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης, δηλαδή το ξέσπασμα εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων που αμφισβητούσαν τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς και ζυγούς. 
Όμως οι στρατοί των νικητών του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου ήταν κουρασμένοι και κυρίως επιρρεπείς σε μπολσεβίκικου τύπου ανταρσίες, όπως περίτρανα φάνηκε στο μέτωπο της Κριμαίας (βλ. προηγούμενο φύλλο). Ταυτόχρονα οι νικητές δεν αποτελούσαν μια φιλική παρέα, αλλά μια λυκοσυμμαχία: σε κάθε στροφή των διαπραγματεύσεων για το μοίρασμα των λαφύρων, ο καθένας παραμόνευε για να «ρίξει» τους υπόλοιπους (π.χ. η Ιταλία πολλάκις επιχείρησε αποβάσεις σε περιοχές της Μ. Ασίας τόσο πριν όσο και μετά την ελληνική Μικρασιατική Εκστρατεία). Έτσι δεν υπήρχε εμπιστοσύνη σχετικά με το ποιος στρατός θα επέβλεπε και θα επέβαλλε «αμερόληπτα» τα συμφωνηθέντα στο έδαφος της πάλαι ποτέ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Απόβαση και αντίσταση
Σε αυτές τις συνθήκες, σχεδόν «φυσιολογικά» προκρίθηκε η λύση του αξιόπιστου ελληνικού στρατού. Εξάλλου η σύμπτωση συμφερόντων, κυρίως με τον αγγλικό ιμπεριαλισμό, ήταν τέλεια. Τον Απρίλιο του 1919, το Ανώτατο Συμβούλιο των Τεσσάρων ικανοποίησε αίτημα του Βενιζέλου για την κατάληψη της Σμύρνης. Η απόβαση έγινε στις 2 Μαΐου (15 με το νέο ημερολόγιο) του 1919. Τα αποβατικά σκάφη τα συνόδευαν ως προστασία τέσσερα ελληνικά και τρία αγγλικά πολεμικά πλοία. Η εγκατάσταση του ελληνικού στρατού έγινε με πρόσχημα την τήρηση της τάξεως στην περιοχή (πρόσχημα κλασικό σε πλειάδα ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων σε όλον τον κόσμο και σε όλες τις εποχές). Βέβαια στην ελληνική κοινή γνώμη προπαγανδιζόταν η υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας, η απελευθέρωση των αλύτρωτων ελληνικών πληθυσμών κ.λπ. (επίσης κλασικά πράγματα: και ο Χίτλερ απελευθέρωνε αλύτρωτους γερμανικούς πληθυσμούς από γειτονικές χώρες στην πρώτη φάση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου).
Όπως ήταν φυσιολογικό, ο τουρκικός πληθυσμός κατανόησε την παρουσία του ελληνικού στρατού ως δύναμη κατοχής. Αμέσως άρχισαν οι πράξεις αντίστασης –δηλαδή διαδηλώσεις αλλά και ένοπλη αντίσταση κατά των Ελλήνων στρατιωτών– που φυσιολογικά παρουσιάζονταν από την ελληνική πλευρά ως... εγκληματικές ενέργειες. Όντας εξάλλου στρατός κατοχής, το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα δεν άργησε να συμπεριφερθεί ως τέτοιο: άρχισαν οι συλλήψεις τόσο πρώην στρατιωτικών όσο και πολιτικών υπαλλήλων, αλλά και δημοσιογράφων (π.χ. συνελήφθησαν ο αρχιγραμματέας Δημόσιου Χρέους Ζική μπέης και ο διευθυντής της «Ισχαλάτ» δικηγόρος Εμίν Σουρεγιά, ο διευθυντής της «Σαρκ» Χ. Σεκί, ο υπεύθυνος της εφημερίδας Κ. Τεφίκ και ο αρθρογράφος Γκινάλ Φεχμί –οι τρεις τους μάλιστα εστάλησαν να φυλακιστούν στην Αθήνα–, καθώς και πολλοί άλλοι επίσημοι Τούρκοι της Σμύρνης). Οι συλληφθέντες ήταν οι τυχεροί βέβαια, γιατί άλλοι αντιστασιακοί είχαν αιματηρό τέλος.
Σχεδόν ταυτόχρονα με την κατάληψη της Σμύρνης, αγγλικά και γαλλικά στρατεύματα, που είχαν ήδη καταλάβει την Κωνσταντινούπολη (όπου έδρευε η παραδομένη κυβέρνηση του σουλτάνου σε αντίθεση με το κίνημα που καθοδηγούσε ανατολικότερα ο Μουσταφά Κεμάλ), επιχειρούν καταλαμβάνοντας πόλεις βόρεια της Σμύρνης. Ειδικά ο αγγλικός στρατός ενεπλάκη σε σκληρές μάχες με τον στρατό του Κεμάλ και άλλες ανταρτικές τουρκικές δυνάμεις (όπως στο Εγερδίρ), κυρίως για τον έλεγχο των σιδηροδρομικών γραμμών, ενώ προχώρησε και σε μια σειρά αποβάσεις όπως στην Τραπεζούντα. Στο Κιρκούκ συγκρούστηκε σφοδρά με κουρδικές δυνάμεις που βρίσκονταν στο στρατόπεδο του Κεμάλ.
Καταστροφή
Η ελληνική κατοχή και οι συνακόλουθες ενέργειες στις οποίες προβαίνουν πάντα όλες οι κατοχικές δυνάμεις οδήγησαν σε αντίποινα: σε περιοχές έξω από τον έλεγχο του ελληνικού στρατού άρχισαν οι λεηλασίες και οι σφαγές χριστιανικών πληθυσμών, με πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις αυτές του Αϊδινίου και της Νίκαιας. Κοινότητες όπου επί αιώνες ζούσαν μαζί αρμονικά μουσουλμάνοι, χριστιανοί και εβραίοι, Αρμένιοι, Ρωμιοί και Τούρκοι, ξαφνικά έγιναν θέατρα άγριων αιματηρών επεισοδίων, καθώς πλέον οι Τούρκοι εθνικιστές, κυρίως άτακτα σώματα, είχαν επιχειρήματα δείχνοντας την ελληνική κατοχή στη Σμύρνη, σπέρνοντας το μίσος για τους κατακτητές και μεταφέροντας αυτό το μίσος και σε βάρος των γηγενών που είχαν την ατυχία να είναι χριστιανοί.
Η καταστροφή που επέφερε η ελληνική κατοχή δεν ήταν μόνον ανθρώπινη. Ήταν και βαθιά ιδεολογική, σπρώχνοντας στον εθνικισμό την τουρκική διανόηση, που μέχρι τότε κύριο μέλημά της είχε την ανατροπή του χαλιφάτου, δηλαδή του σουλτάνου. Η μαρτυρία του Μιχ. Ροδά στο βιβλίο του «Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία» είναι πολύ χαρακτηριστική: «Εν μέσω όλου αυτού του κινουμένου τουρκικού κόσμου (σ.σ. των Τούρκων που διαδήλωναν ενάντια στην απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη) συνάντησα τον νεαρόν Κιρκάσιον δημοσιογράφον της “Χαφκού Μπασέρ”, Χασάν Ταξίν, ο οποίος διεκήρρυτεν ολίγους μήνας πριν, τας ανθρωπιστικάς αρχάς του και κατεδίκαζε το σύστημα της διοικήσεως των λαών εν Τουρκία. Εις την εφημερίδα του είχε δημοσιεύσει πλείστα άρθρα σοσιαλιστικά, σχεδόν μπολσεβικής μορφής και ωνειρεύετο να συμβιώσουν μια ημέραν οι λαοί αδελφωμένοι. Δεν εδίστασε μάλιστα να δημοσιεύση σειράν άρθρων περί της ταχυτέρας συνεννοήσεως των Ελλήνων και των Τούρκων όπως ηγηθούν εν Μ. Ασία μιας νέας εκπολιτιστικής δράσεως.
Μόλις τον είδα εν τω μέσω του ερεθισμένου πλήθους τον ηρώτησα περί της καταστάσεως. Χωρίς δισταγμόν μού απήντησεν ότι εάν οι περιστάσεις το επιβάλλουν την επομένην θα ευρεθή εις την πρώτην γραμμήν της αμύνης του τουρκικού λαού. Πράγματι το πτώμα του νεαρού Κιρκάσιου δημοσιογράφου ευρέθη το απόγευμα της 2ας Μαΐου προ των [ελληνικών] στρατώνων της Σμύρνης».
Η αντεπαναστατική προέλαση
Μέχρι το καλοκαίρι του 1920, το επαναστατικό κίνημα του Κεμάλ είχε κυριαρχήσει στον εσωτερικό εμφύλιο κόντρα στις δυνάμεις του σουλτάνου και τις άλλες αντεπαναστατικές δυνάμεις στα ανατολικά της χώρας και είχε σχηματίσει επαναστατική προσωρινή κυβέρνηση. Στρατιωτικά είχε επιφέρει συντριπτικά χτυπήματα στους Γάλλους στην Κιλικία, αλλά είχε στριμώξει και στους Άγγλους στη ΒΔ Τουρκία. 
Ο Ν. Ψυρούκης εξηγεί γιατί πια η τουρκική αστική τάξη συντάσσεται σταδιακά με τον Κεμάλ: «Τα σχέδια για τον περιορισμό του τουρκικού κράτους στο βιλαέτι του Ικονίου και σε μικρό τμήμα της περιοχής της Προύσας άρχισαν να γίνονται πραγματικότητα. Τι όμως σήμαινε αυτό; Τον αποκλεισμό κάθε δυνατότητας για την ύπαρξη ανεξάρτητου τουρκικού κράτους».
Είναι σε αυτό το πλαίσιο (των δυσκολιών που αντιμετώπιζαν οι Γάλλοι και οι Άγγλοι) που τον Ιούνιο του 1920 οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις έδωσαν εντολή στον ελληνικό στρατό να επεκτείνει τη ζώνη κατοχής του. Ο αρχιστράτηγος Παρασκευόπουλος στην ημερήσια διαταγή του έγραφε με τη γλαφυρότητα που γράφουν όλοι οι διοικητές των κατά καιρούς ιμπεριαλιστικών εκστρατειών: «Εις τον ελληνικό στρατόν έλαχεν ο ωραίος κλήρος να επιβάλη εις την Τουρκίαν, τας θελήσεις της δικαιοσύνης και του πολιτισμού και δι’ αυτόν η Μοίρα εφύλλαττε το ευγενές τούτο έργο». Αντίθετα στην προκήρυξή του προς τους κατοίκους της Μικράς Ασίας αποκάλυπτε με τον πιο κυνικό τρόπο τους στόχους της νέας φάσης της εκστρατείας: «Ο ελληνικός στρατός εκλήθη παρά του Ανωτάτου Συμβουλίου της Συνδιασκέψεως να προελάση εις το εσωτερικόν της χώρας ταύτης ίνα διαλύση τας Εθνικάς οργανώσεις του Μουσταφά Κεμάλ [...] Οι αποτελούντες τας Εθνικάς οργανώσεις οπαδοί του Μουσταφά Κεμάλ είναι στασιασταί, όχι μόνον αντιτιθέμενοι εις τας αποφάσεις των νικητών Συμμάχων, αλλά και εχθροί της ίδιας αυτών πατρίδος και αντάρται κατά του Σουλτάνου αυτών»! Ευτυχώς γι’ αυτούς, ο Κολοκοτρώνης και άλλοι ηγέτες της ελληνικής επανάστασης είχαν πεθάνει πολύ πριν αρχίσει τη δράση του ο Παρασκευόπουλος και όλη η αντιδραστική πλέον ελληνική πολιτική και οικονομική ηγεσία υπό τον Βενιζέλο.
Στις 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920 υπογράφτηκε η Συνθήκη των Σεβρών. Εκ μέρους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έγινε αποδεκτή από τον σουλτάνο Μεχμέτ ΣΤ’ ο οποίος προσπαθούσε να σώσει τον θρόνο του, αλλά απορρίφθηκε από το ανεξάρτητο κίνημα του Κεμάλ πίσω από τον οποίο στοιχιζόταν πλέον οριστικά ο τουρκικός αστισμός εγκαταλείποντας τα ανδρείκελα της Κωνσταντινούπολης. 
Οι εκλογές του 1920
Η πιθανότητα ειρήνευσης εμφανίστηκε ωστόσο το Νοέμβριο του 1920, όταν ο Βενιζέλος διεξήγαγε εκλογές (είχε καθυστερήσει 15 μήνες επικαλούμενος τον πόλεμο), τις οποίες έχασε συντριπτικά –δεν εξελέγη βουλευτής ούτε ο ίδιος. Νικητές ήταν οι μοναρχικοί και οι άλλες αντιβενιζελικές δυνάμεις που κατέβηκαν στις εκλογές με σύνθημα να μπει τέλος στον πόλεμο –γι’ αυτό και κέρδισαν συντριπτικά, καθώς ο λαός είχε ήδη κουραστεί από το φόρο αίματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε αυτές τις εκλογές σημείωσε ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα το ΣΕΚΕ(Κ), όπως λεγόταν τότε το ΚΚΕ, φτάνοντας στο 13% των ψήφων, με κύριο σύνθημα φυσικά το σταμάτημα του αντιδραστικού πολέμου. Μαζί με το τεράστιο κίνημα λιποταξίας στον ελληνικό στρατό, αποτελούν τους νέους παράγοντες που μπαίνουν ορμητικά στο πολιτικό προσκήνιο (στο θέμα θα αναφερθούμε σε επόμενο άρθρο). 
Λίγες ημέρες μετά τις εκλογές, έγινε και δημοψήφισμα με το οποίο παλινορθώθηκε ο Κωνσταντίνος στον ελληνικό θρόνο. Αυτή η εξέλιξη διέρρηξε τις σχέσεις με τους Αγγλογάλλους, που θεωρούσαν τον Κωνσταντίνο συμπαθούντα των ηττημένων του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Έτσι αυτοί πάγωσαν τα δάνεια προς την Ελλάδα και σίγουρα έπαψαν να συνεργάζονται στρατιωτικά με την ίδια θέρμη με την ελληνική πλευρά. 
Αυτά δεν θα είχαν τόση σημασία αν πράγματι οι αντιβενιζελικοί σταματούσαν τον πόλεμο. Όπως όμως κάνουν όλες οι αστικές κυβερνήσεις των οποίων οι στρατοί έχουν εμπλακεί σε ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, αυτοί τον συνέχισαν και –το χειρότερο– τον επέκτειναν. Ο πρωθυπουργός Δ. Γούναρης καυχιόταν στην εθνοσυνέλευση τον Οκτώβριο του 1921 πως «κατέχομεν 100.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα έναντι των 16.000 τα οποία περιελάμβανε η Συνθήκη των Σεβρών», ενώ ο υπουργός Στρατιωτικών Θεοτόκης καλούσε τον Άγγλο στρατιωτικό ακόλουθο «να πάρουν το τσάι τους στην Άγκυρα».
Πράγματι, ενώ το κυβερνητικό όργανο, η «Καθημερινή», «ακούγοντας» και τη λαϊκή δυσφορία, έφτασε στο σημείο να γράψει πολυθρύλητα άρθρα, όπως το «Οίκαδε», με τα οποία ζητούσε επιτακτικά την επιστροφή του ελληνικού στρατού, η κυβέρνηση Γούναρη, σε απόλυτη περιφρόνηση της λαϊκής εντολής, δίνει τη διαταγή της επίθεσης για την κατάληψη της Άγκυρας. Η τραγωδία για όλους τους λαούς της Μ. Ασίας, αλλά και πολλούς άλλους στην Ελλάδα, ήταν πλέον πολύ κοντά.