Αναδημοσίευση από το σάιτ alencontre, τη μετάφραση έκανε η Σαπφώ Διαμαντοπούλου και ολόκληρο αναρτήθηκε στο Rprjoect.gr

Η κρίση είναι βέβαιη, το μόνο που δεν ξέρουμε είναι πότε θα ξεσπάσει. Ένα από τα σημαντικά ζητήματα που θα τεθούν στην περίπτωση μιας χρηματοπιστωτικής κατάρρευσης είναι το εάν τα κράτη θα έχουν τη δύναμη να περιορίσουν τις συνέπειες. 
Σωρευτικές διαδικασίες οδηγούν σε επιβράδυνση της ανάπτυξης και  καθορίζουν την κίνηση της παγκόσμιας οικονομίας τόσο στις χώρες του ΟΟΣΑ (Βόρεια Αμερική και Ευρώπη) όσο και στην Κίνα, ενώ η Βραζιλία παραμένει σε μαρασμό και η Αργεντινή βρίσκεται σε ύφεση κ.λπ. Μόνο ορισμένες χώρες, οι οποίες βρίσκονται σε πορεία κάλυψης της υστέρησης (όπως η Ινδία), διατηρούν για την ώρα μια ανάπτυξη, σχεδόν χωρίς σύννεφα (αν εξαιρέσουμε τις ανισότητες και τις περιβαλλοντικές καταστροφές). Η υπερπαραγωγή είναι προφανής στη σιδηρουργία και η ανάπτυξη στην παγκόσμια αγορά αυτοκινήτων θα είναι σχεδόν μηδενική για το 2019. 
Αν και τα ποσοστά κέρδους δεν παρουσιάζουν ορατή τάση να βυθιστούν, δεν φαίνεται ωστόσο να έχουν ξαναβρεί το επίπεδο του 2007. Ωστόσο, οι μισθοί μένουν στάσιμοι (εκτός από τους μισθούς ανώτερων κατηγοριών σε συγκεκριμένους κλάδους) στις αναπτυγμένες οικονομίες, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που επιδεικνύουν χαμηλά ποσοστά ανεργίας, όπως η Γερμανία και οι ΗΠΑ. Τα κέρδη που προέκυψαν για τις εταιρείες στράφηκαν κυρίως στις συγχωνεύσεις, στις αγορές μετοχών και τις κατανομές μερισμάτων, ή ακόμη παρέμειναν σε ρευστότητα, ενώ οι ιδιωτικές επενδύσεις παραμένουν περιορισμένες. Οι δημόσιες επενδύσεις είναι υπό περιορισμό από τις πολιτικές λιτότητας. 
Ο καπιταλισμός είναι περισσότερο από ποτέ χρηματοπιστωτικοποιημένος. Οι χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες  συνεχίζουν στην πραγματικότητα να αυξάνονται, μετά το σοκ του 2007-2009. Η παγκόσμια κεφαλαιοποίηση της χρηματιστηριακής αγοράς (η χρηματιστηριακή αξία των μετοχών όλων των εισηγμένων εταιρειών στις χρηματιστηριακές αγορές) είχε φτάσει σε επίπεδο ρεκόρ το 2017. Μειώθηκε κατά 15% το 2018, γεγονός που αποτυπώνει ταυτόχρονα την ανησυχία των αναλυτών μπροστά στα επίπεδα αποσύνδεσης των μετοχών από την πορεία των πραγματικών εταιρικών επιδόσεων, καθώς και την αβεβαιότητα που απορρέει από το διεθνές κλίμα. 
Επιτόκια και χρέος
Στην Ευρώπη, η επιμονή στα χαμηλά επιτόκια που εφαρμόζονται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είχε αντιφατικές συνέπειες: από τη μία επέφερε αύξηση του δανεισμού, από την άλλη, καθώς τα επιτόκια της Κεντρικής Τράπεζας διαχέονται στο σύνολο των επιτοκίων, τα περιθώρια στα επιτόκια που εισπράττουν οι τράπεζες από τα δάνεια μειώθηκαν, γεγονός που επιβαρύνει την κερδοφορία τους (απ’ όπου ερμηνεύεται και μια πτώση των τιμών των τραπεζικών μετοχών). Γενικά, η κατάσταση αυτή δεν θα έθετε σε κίνδυνο την υγεία των τραπεζών, εκτός από ιδιαίτερες περιπτώσεις. Όμως θα επηρεαζόταν από μια επιβράδυνση της δραστηριότητας που θα επέφερε μια αύξηση των μη εξοφλούμενων δανείων. 
Επιπλέον, το χρέος των κρατών και κυρίως των μη χρηματοπιστωτικών εταιρειών (επιχειρήσεις) αυξήθηκε και πάλι. Το παγκόσμιο άθροισμα  ομολόγων που εκδόθηκαν από τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις έφτασε στο ρεκόρ των 13.000 δισεκατομμυρίων αμερικανικών δολαρίων στο τέλος του 2018. Αυτό αντικατοπτρίζει, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, το διπλάσιο του δανεισμού τους, σε πραγματικές τιμές, πριν από την οικονομική κρίση του 2008. Πάντα σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, υπάρχει ένας εκφυλισμός της ποιότητας των ομολόγων που εκδόθηκαν από τις επιχειρήσεις, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε περίπτωση οικονομικής ύφεσης σε αύξηση της αποτυχίας ή της αποφυγής αποπληρωμής των δανείων. Η φερεγγυότητα των δανειζομένων είναι πράγματι μεταβλητή: μια παρατεταμένη οικονομική ύφεση ή μια βίαιη επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών, θα μπορούσε να βαρύνει πάνω στη δυνατότητα των χρεωμένων εταιρειών να αποπληρώσουν τα χρέη τους. Αυτό είναι ένα μείζον σημείο της αστάθειας της κατάστασης. Σύμφωνα με την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, παρακολουθούμε μετά από το 2008, τον πολλαπλασιασμό των «εταιρειών ζόμπι», που επιβιώνουν μόνο χάρη στα χρέη και εκμεταλλευόμενες τα χαμηλά επιτόκια: το μερίδιο των εταιρειών ζόμπι εκτιμάται στο 6% κατά μέσο όρο στις 14 μεγαλύτερες αναπτυγμένες χώρες.
Τέλος, αυτό που αποκαλούμε «shadow banking», δηλαδή οι χρηματοπιστωτικές ανταλλαγές που δεν υπόκεινται στον τραπεζικό διακανονισμό (κάτι που δεν σημαίνει ότι πρόκειται αναγκαστικά για παράνομες δραστηριότητες), έχει αυξηθεί έντονα, ιδιαίτερα στην Κίνα. Αντιπροσώπευε, στο τέλος του 2017, το 14% των παγκόσμιων χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων. Σαν να μην έφταναν αυτά, παρακολουθούμε την επιστροφή, με καινούργιες μορφές, των «δομημένων προϊόντων» που πυροδότησαν την οικονομική κρίση του 2007-2008, δηλαδή των προϊόντων που συνθέτουν σχετικά ασφαλείς τίτλους μαζί με πλήθος άλλων χαμηλότερης διασφάλισης, με ισχυρό πιθανό ρίσκο για εκείνους που τα αγοράζουν (λόγω των υψηλών αποδόσεών τους). 
Ολόκληρος ο κόσμος βρίσκεται δυστυχώς κάτω από την κυριαρχία του κεφαλαίου: δεν υπάρχουν πια νέες περιοχές των οποίων το «άνοιγμα» θα μπορούσε να αυξήσει σημαντικά το μέσο ποσοστό κέρδους (κάτι που δεν σημαίνει ότι πολλές βιομηχανίες δεν θα συνεχίσουν το κυνήγι των κατώτατων μισθών, όπως οι κλωστοϋφαντουργίες που μεταφέρονται στην Αιθιοπία). Σήμερα, ένα νέο επεκτατικό «μακρύ κύμα» θα προϋπέθετε νέες τεχνολογίες, που απαιτούν εξ ορισμού υψηλές επενδύσεις, ικανές να αποδώσουν αύξηση παραγωγικότητας και να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας σε μια πολύ σημαντική κλίμακα. Τα ηλεκτρικά-αυτόνομα οχήματα, για παράδειγμα, δεν μπορούν εκ φύσεως να στηρίξουν μια τέτοια διαδικασία, ενώ θα προκαλέσουν αναταράξεις στην αυτοκινητοβιομηχανία (παραγωγούς και κατασκευαστές εξαρτημάτων), όπου μαζί με τους επωφελούμενους –τα ορυχεία (για τα ορυκτά που χρησιμοποιούνται για τις μπαταρίες) και τους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας– θα υπάρξουν και οι χαμένοι της διαδικασίας (οι πετρελαιάδες). 
Αδυναμία αντιμετώπισης
Μπροστά σε αυτήν την κατάσταση, ένας ορισμένος αριθμός αναλυτών έχει την τάση να υπογραμμίζει ότι εάν ξεσπάσει ένα νέο οικονομικό κραχ, τα κράτη θα έχουν λιγότερα μέσα απ’ ό,τι το 2009 για να το αντιμετωπίσουν: τα δημόσια χρέη είναι ήδη υψηλά (γεγονός που θα  απαγόρευε να βουτήξουν στα δημοσιονομικά ελλείμματα) και τα επιτόκια των κεντρικών τραπεζών δεν θα μπορούσαν να μειωθούν περαιτέρω παρά μόνο οριακά. Αυτή η υπόθεση της ανικανότητας των κρατών (που αναπτύσσεται από διάφορους οικονομολόγους, όπως ο Nouriel Roubini που προαναγγέλλει την επόμενη κρίση για το 2020) είναι συζητήσιμη: εάν μια κρίση έθετε σε σοβαρό κίνδυνο την οικονομική σταθερότητα, μπορούμε να θεωρήσουμε πιθανό ότι τα κράτη και οι κεντρικές τράπεζες δεν θα δίσταζαν να «απελευθερωθούν» από αυτούς τους περιορισμούς, δυσαρεστώντας τους πιο φιλελεύθερους και εφαρμόζοντας στιγμιαία ορισμένα απολύτως «ετερόδοξα» και δυσάρεστα μέτρα σε συγκεκριμένους χρηματοοικονομικούς θεσμούς. Εξάλλου, τόσο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα όσο και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ επαγρυπνούν και είναι έτοιμες να επαναλάβουν τη μείωση των επιτοκίων και τις εξαγορές ομολόγων. Όσον αφορά την Κίνα, ανακοίνωσε πολλά μέτρα υποστήριξης της οικονομίας, από την αρχή του έτους. 
Ωστόσο, τίθεται ένα άλλο ερώτημα: υπάρχει ακόμη πιλότος στο παγκόσμιο αεροπλάνο ικανός να αναλάβει την τόνωση συντονισμένων δράσεων; Πριν από κάποιες δεκαετίες, ο Αμερικανός οικονομολόγος Charles Kindleberger ανέδειξε μια ενδιαφέρουσα ανάλυση αναφορικά με τις αιτίες που η κρίση του 1929 ήταν τόσο παρατεταμένη και βαθιά: γι’ αυτόν η κρίση διατηρήθηκε από τους δισταγμούς των ΗΠΑ να αναλάβουν την ηγεσία της παγκόσμιας οικονομίας τη στιγμή που, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Μεγάλη Βρετανία δεν μπορούσε πια να επωμιστεί αυτόν το ρόλο. Σύμφωνα με τον Kindleberger, η παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία έχει ανάγκη από κάποιον που θα τη σταθεροποιεί, από ένα ηγετικό κράτος. Στα χνάρια του Kindleberger, άλλοι οικονομολόγοι όρισαν τα χαρακτηριστικά που θα έπρεπε να έχει ένα τέτοιο κράτος: ικανότητα να δημιουργεί διεθνείς νόμους και να επιβάλλει το σεβασμό σε αυτούς, θέληση να το κάνει, κυριαρχία σε οικονομικούς, τεχνολογικούς και στρατιωτικούς τομείς. 
Οι ΗΠΑ έχουν διαδραματίσει έναν τέτοιο ρόλο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (και το εκμεταλλεύτηκαν). Σήμερα, αδιαμφισβήτητα βρίσκονται σε σχετική πτώση, αν και διατηρούν την πρώτη θέση. Ο Τραμπ χρησιμοποιεί κάθε μέσο για να υπερασπιστεί το καθεστώς και τα συμφέροντα του αμερικανικού καπιταλισμού, τόσο τα οικονομικά όσο και τα πολιτικά και στρατιωτικά. Πολλαπλασιάζει τις μονομερείς πρωτοβουλίες και δεν διστάζει να πυροδοτεί διαμάχες ανάμεσα στους αντιπάλους και τους συμμάχους των ΗΠΑ, επιβεβαιώνοντας για παράδειγμα τις επαναλαμβανόμενες δηλώσεις υπέρ ενός σκληρού «Brexit». Ιδιαίτερα, οι ΗΠΑ αντιπαρατίθενται με την Κίνα, την ανερχόμενη δύναμη: σκοπός τους είναι να περιορίσουν το αμερικανικό εμπορικό έλλειμμα, να ανακόψουν τη μεταφορά αμερικανικών τεχνολογιών προς την Κίνα, να βάλουν τέλος στις επιχορηγήσεις προς τις κρατικές επιχειρήσεις, καθώς και στις συμφωνίες για τις συναλλαγματικές ισοτιμίες και να συνεχίσουν να διατηρούν τη στρατιωτική υπεροχή στη ζώνη Ασίας-Ειρηνικού. Και σε αυτό το πλαίσιο, οι ΗΠΑ σχετικοποιούν δραστικά το ρόλο των διεθνών θεσμών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων όπου μόνο τα μεγάλα κράτη εκπροσωπούνται (G7 και G20). Οι Αμερικανοί εξακολουθούν να έχουν τη δύναμη να επιβάλουν ορισμένους κανόνες, όπως μέσω του ρόλου του δολαρίου, γεγονός που τους επέτρεψε να επιβάλουν τη διακοπή των σχέσεων με το Ιράν καθώς επίσης και με τις επιχειρήσεις κρατών που θεωρούν ότι η πυρηνική συμφωνία δεν παραβιάστηκε. Ωστόσο, δεν καταφέρνουν να ακυρώσουν το κινεζικό πρόγραμμα του νέου «δρόμου του μεταξιού» και δεν είναι βέβαιο ότι θα επιτύχουν στην επίθεσή τους, με σκοπό να μπλοκάρουν σε ολόκληρο τον κόσμο την επέκταση της Huawei. 
Δεν είναι επομένως σίγουρο ότι, σε περίπτωση νέων χρηματοπιστωτικών κρίσεων, οι ΗΠΑ θα έχουν την δυνατότητα ή και τη θέληση να συγκεντρώσουν υπό την αιγίδα τους τα άλλα καπιταλιστικά κράτη, ή αντίθετα θα ορθώσουν εμπόδια στις προσπάθειες συνεργασίας για να καλυφθούν τα κενά... Αυτό θα μπορούσε να είναι (όπως ήταν στην  περίπτωση του 1929, και χωρίς να θέλουμε να εξομοιώσουμε τις δύο καταστάσεις) σημαντικός παράγοντας εμβάθυνσης της κρίσης.