Μέρος Α': Αντιμέτωποι με τον αντίπαλο - Ταξική αντεπίθεση ή «εθνική συμφιλίωση»;

Η προσπάθεια αποσταθεροποίησης της κυβέρνησης Μαδούρο στη Βενεζουέλα έφερε στην επιφάνεια με οξυμένο τρόπο μια σειρά ζητήματα για την πορεία και το μέλλον της λεγόμενης «μπολιβαριανής διαδικασίας» και της ταξικής πάλης στη λατινοαμερικάνικη χώρα. Η σχετική συζήτηση είναι ούτως ή άλλως κρίσιμη, λόγω της σημασίας που έχει η Βενεζουέλα για το κίνημα και την Αριστερά στη Λατινική Αμερική και παγκόσμια. Έχει όμως ακόμα μεγαλύτερη σημασία για την Αριστερά στην Ελλάδα, καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σε τροχιά διεκδίκησης της κυβερνητικής εξουσίας και η διεθνής πείρα, παλιά και πρόσφατη, πρέπει να μελετηθεί σοβαρά. 

Δεν θα ξοδέψουμε χώρο και χρόνο για να αποδομήσουμε εδώ την προπαγάνδα που έχουν εξαπολύσει η δεξιά αντιπολίτευση, τα μεγάλα ΜΜΕ και οι δυτικές κυβερνήσεις που προβάλλουν το σχήμα «ειρηνικοί διαδηλωτές δέχονται υπέρμετρη βία από τις κρατικές δυνάμεις καταστολής». Μια σειρά ανεξάρτητα μίντια έχουν φροντίσει με το παραπάνω να αποκαλύψουν την πραγματικότητα, καταγράφοντας τις παραστρατιωτικές ομάδες που δρουν πίσω από τις γραμμές των φοιτητών διαδηλωτών και δείχνοντας τις επιθέσεις στα δημόσια λεωφορεία (που εξυπηρετούν με ένα νέο φτηνό σύστημα μετακινήσεων), στο Μπολιβαριανό Πανεπιστήμιο (που είναι ανοιχτό στα κατώτερα στρώματα), στο κουβανικό ιατρικό προσωπικό (που προσφέρει τις «αποστολές» υγείας για τους φτωχούς), στα κυβερνητικά οχήματα (που μετέφεραν αγαθά σε περιοχές με ελλείψεις). Όλα αυτά μαζί δείχνουν το «ταξικό περιεχόμενο», αλλά και τη «δημοκρατικότητα»της εξέγερσης.

Ένας αδίστακτος αντίπαλος
Επισημαίνουμε αυτή τη συντονισμένη προπαγάνδα, γιατί αναδεικνύει την αντίληψη των «από πάνω» για τη δημοκρατία: «Καταπίεση» υπάρχει μόνο όταν απειλούνται ακόμα και με ελάχιστο περιορισμό οι «ελευθερίες» του κεφαλαίου. Για να υπερασπιστούν τέτοιες «θεμελιώδεις ελευθερίες», όλοι αυτοί μπορούν άνετα να υψώσουν τα λάβαρα του «εξωκοινοβουλευτικού αγώνα» που τον ξορκίζουν ως «αντιδημοκρατικό», όταν αγωνίζονται στο δρόμο οι «από κάτω». Μια αντίστοιχη ταξική υποκειμενικότητα χρειάζεται και η δική μας πλευρά. 

Το «ιστορικό» της αντιπολίτευσης στη Βενεζουέλα (που σηκώνει τα λάβαρα ενάντια στην «κόκκινη δικτατορία») είναι ενδεικτικό: Πραξικόπημα τον Απρίλη του 2002, λοκάουτ για να «ματώσει» η οικονομία στα τέλη του 2002-αρχές του 2003, μποϊκοτάζ των εκλογών το 2005, βίαιες διαδηλώσεις μετά την ήττα στις προεδρικές εκλογές τον Απρίλη του 2013.

Σήμερα είναι ένα νέο επεισόδιο. Μετά τη βαριά εκλογική ήττα στις αυτοδιοικητικές του Δεκέμβρη του 2013 (που είχαν οριοθετηθεί ως «δημοψήφισμα ενάντια στο Μαδούρο), η «μετριοπαθής» Δεξιά με επικεφαλής τον Καπρίλες αναδιπλώθηκε, αλλά η ακραία πτέρυγά της, με ηγέτες τους Λεοπόλδο Λόπεζ και Κορίνα Μασάδα, στράφηκε ξανά στον εξωκοινοβουλευτικό αγώνα, καλώντας στις σημερινές διαδηλώσεις με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης. 

Οι Jeffrey R. Webber και Susan Spronk (που παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις στη χώρα), με αφορμή την «εξέγερση της Δεξιάς», με άρθρο τους αποκαλύπτουν όλο το δίκτυο της αντιπολίτευσης: Πολιτικά κόμματα από την κεντροαριστερά ως την ακροδεξιά, η Εκκλησία, η Fedecamaras (σύνδεσμος εργοδοτών), «πολιτικά δίκτυα εργοδοτών» με συνδέσμους-επιχειρηματίες στην Μπογκοτά, το Καράκας και το Μαϊάμι, διεθνή «ιδρύματα» όπως το Κέντρο για τη Διεθνή Ιδιωτική Επιχειρηματικότητα στις ΗΠΑ, ντόπιες «ΜΚΟ» όπως το «Κέντρο για την Εκλαΐκευση της Οικονομικής Γνώσης για την Ελευθερία», συνεργάζονται σε δράσεις όπως το οικονομικό σαμποτάζ και για την επεξεργασία σχεδίων αποσταθεροποίησης. 

Αυτό το πολυσύνθετο και διεθνοποιημένο «δίκτυο», με τα τόσα παρακλάδια, είναι η πραγματική εικόνα του αντιπάλου, που στην περίπτωση της Ελλάδας κρύβεται πίσω από διπλωματικά χαμόγελα στις Βρυξέλλες, διμερείς συναντήσεις για «ανταλλαγή απόψεων» και «ημερίδες για την οικονομία». Στην Ελλάδα υπάρχει η σύντομη εμπειρία ανάμεσα στις εκλογές του Μάη και του Ιούνη του 2012 (μιντιακή υστερία, εργοδοτικοί εκβιασμοί προς τους υπαλλήλους για «λουκέτα», τραπεζικοί εκβιασμοί για «χρεοκοπία», παρεμβάσεις ευρωπαϊκών κυβερνήσεων). Τότε απλώς «βουτήξαμε τα ακροδάχτυλα» στη «θάλασσα» της λυσσαλέας ταξικής αντίδρασης. Σε περίπτωση εκλογικής νίκης της Αριστεράς, θα χρειαστεί να κολυμπήσουμε σε «άγρια κύματα» σαν αυτά που περιγράφηκαν παραπάνω. Το ερώτημα, που εύλογα τίθεται, είναι: Πώς αντιμετωπίζει κανείς έναν τέτοιο αντίπαλο;

 Εξημερώνεται το τέρας; 
Αναφερθήκαμε παραπάνω στη διάσταση ανάμεσα στη «μετριοπαθή» Δεξιά και την «ακραία». Πράγματι, κορυφαίοι πολιτικοί της Δεξιάς δεν έχουν δώσει ανοιχτή πολιτική στήριξη, ούτε έχουν διαθέσει τις δυνάμεις τους (λοκάουτ κ.λπ.) στο κίνημα του Λόπεζ. Μετά την εκλογική ήττα του Δεκέμβρη, ο Καπρίλες, δεκάδες δήμαρχοι, κυβερνήτες της Δεξιάς και εργοδοτικά στελέχη, ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του Μαδούρο για «εθνική συμφιλίωση». 

Ένα τμήμα του μπολιβαριανού στρατοπέδου (με επικεφαλής τον ίδιο τον Μαδούρο) υπερτονίζει και υπερεκτιμά τις διαφορές μέσα στη Δεξιά, θεωρώντας πως στη «μετριοπαθή Δεξιά» βρίσκει έναν αξιόπιστο συνομιλητή, με τον οποίο, αν τα βρει, θα καταφέρει να απομονώσει τους «ακραίους». Θα μπορούσαν να γραφτούν πολλά για το ποιόν των «μετριοπαθών». Όπως γράφουν οι Webber και Spronk: Ο Καπρίλες «έχει πάντα ένα χέρι που κρυφά, προσεκτικά, μετράει το σφυγμό των συνωμοσιών για ανταρσία. Αν αυτός ο σφυγμός ζωηρέψει επαρκώς, θα εγκαταλείψει το δρόμο των διαπραγματεύσεων».  
Ωστόσο το πρόβλημα του «εθνικού διαλόγου» δεν έχει να κάνει απλά με την ειλικρίνεια της «μετριοπαθούς Δεξιάς», αλλά με σοβαρότερες διαστάσεις. Οι διαφορές τακτικής μέσα στην αντεπαναστατική παράταξη κρύβουν την πλήρη συμφωνία στους τελικούς στόχους της. Όπως το θέτει το επαναστατικό σοσιαλιστικό ρεύμα Marea Socialista, το οποίο δραστηριοποιείται στο εσωτερικό του κυβερνητικού Ενωμένου Σοσιαλιστικού Κόμματος της Βενεζουέλας (PSUV): «Βρισκόμαστε μπροστά στο κλασικό αντεπαναστατικό σχέδιο. Αποτελείται από την άσκηση πίεσης στην κυβέρνηση να εφαρμόσει αντιλαϊκά μέτρα και –κάνοντάς το αυτό– να χάσει πλήρως την κοινωνική της βάση, να βαθύνει την εικόνα εξουθένωσής της στον μπολιβαριανό λαό. Ως αποτέλεσμα, θα τους είναι πιο εύκολο να διώξουν την κυβέρνηση, είτε με βίαιη είτε με βελούδινη ανατροπή. Η κυβέρνηση του Μαδούρο διαπράττει ένα τρομερό λάθος, αν πιστεύει ότι υπάρχει μια “βίαιη” Δεξιά και μια άλλη που είναι “ειρηνική”, με την οποία η κυβέρνηση μπορεί να διαπραγματευτεί και η οποία θα σεβαστεί το Σύνταγμα. Όπως και στον παλιό συνδυασμό “καρότου και μαστίγιου”, αυτές οι πτέρυγες συγκλίνουν γύρω από έναν κοινό στόχο, την ήττα της Μπολιβαριανής Διαδικασίας».

Αυτή η εκτίμηση της στρατηγικής «καρότο και μαστίγιο» είναι μια σοβαρή ανάλυση των σχεδίων των αντιπάλων της Αριστεράς, σε αντιπαράθεση με τα ευχολόγια για «εθνική ενότητα» και «συμφιλίωση». Η «εθνική συμφιλίωση», καθώς συμπεριλαμβάνει υποχωρήσεις στις απαιτήσεις της Δεξιάς και των καπιταλιστών, το μόνο που καταφέρνει είναι να αποθαρρύνει τη λαϊκή βάση του «μπολιβαρισμού» (ήδη η κυβέρνηση Μαδούρο ανακοίνωσε κάποια νομισματικά μέτρα που θα πλήξουν πιθανότατα το εργατικό εισόδημα, και τα οποία χαιρετίστηκαν από την Fedecamaras). Έτσι, ακόμα κι αν εξαγοράζει μερικές στιγμές «κοινωνικής ειρήνης», η «εθνική συμφιλίωση» τελικά σκάβει το λάκκο της μπολιβαριανής διαδικασίας. 

Μόνος αξιόπιστος σύμμαχος οι «από κάτω»
Αναμφίβολα το μεγαλύτερο στήριγμα για την κυβέρνηση Μαδούρο σ’ αυτή τη σύγκρουση είναι οι μάζες των «τσαβίστας» στους δρόμους. Το πρόβλημα είναι ότι η «εθνική ενότητα» και η «ειρήνη» δεν δίνουν σε αυτές τις μάζες το «πράσινο φως» να ξαναβγούν μπροστά ως πρωταγωνιστές και να περάσουν στην επίθεση. Υπάρχει ο κίνδυνος να υποβαθμιστούν –σύμφωνα με τα λόγια του Επαναστατικού Ρεύματος Μπολιβάρ και Ζαμόρα– σε «απλώς μια εφεδρεία που μας κληροδοτήθηκε από τον κομαντάντε (Τσάβες) και είναι εύκαιρη για να την καλούμε σε στιγμές κινδύνου ή σε εκλογικές συγκυρίες». 

Είναι μια κρίσιμη επισήμανση στο ζήτημα του ταξικού προσανατολισμού των συμμαχιών. Οι προηγούμενες επιθέσεις της αντίδρασης (το 2002 και το 2003) άθελά τους προκάλεσαν την πιο πλούσια περίοδο αυτό-οργάνωσης και δράσης των καταπιεσμένων και των εκμεταλλευόμενων. Αυτή η ριζοσπαστικοποίηση έφερε τότε τη νίκη, ήταν η «ταξική έφοδος» που τσάκισε τα σχέδια της αντεπανάστασης.  

Αρκετοί «τσαβίστας» επικαλούνται την ενίσχυση των «μπολιβαριανών δυνάμεων» στο στρατό, την πετρελαϊκή βιομηχανία και τους κρατικούς τομείς της οικονομίας, για να αποδείξουν ότι η Διαδικασία δεν κινδυνεύει. Πρόκειται για μια στρατηγική που διασφαλίζει ίσως την κυβερνητική εξουσία, αλλά δεν διασφαλίζει το βάθεμα –ούτε καν τη συντήρηση στα σημερινά επίπεδα– της «μπολιβαριανής διαδικασίας». Έχει οδηγήσει στα συμπτώματα γραφειοκρατικής σκλήρυνσης, στην εμφάνιση της «μπολιμπουρζουαζίας» και στη σχετική αποδυνάμωση του λαϊκού κινήματος. 

Στον αντίποδα, σε συνάντηση 40 κοινωνικών και πολιτικών οργανώσεων στο Καράκας, μπήκε μπρος η συγκρότηση ενός «Λαϊκού Επαναστατικού Συμβουλίου», το οποίο επιδιώκει να απαντήσει στη Δεξιά με Επιτροπές Άμυνας που θα επιδιώκουν τον έλεγχο της παραγωγής και διανομής τροφίμων, καθώς και τoν έλεγχο των δημόσιων υπηρεσιών. Είναι τέτοιου τύπου δράσεις που μπορούν να σώσουν τη Μπολιβαριανή Διαδικασία, αλλά έρχονται αντικειμενικά σε σύγκρουση με «συνομιλητές» όπως η Fedecamaras. Γι’ αυτό και έχουν δίκιο αγωνιστές που ισχυρίζονται πως το θέμα που τίθεται δεν είναι μόνο «αν θα νικηθεί η Δεξιά», αλλά και το «με ποιον τρόπο θα νικηθεί». Και από τον τρόπο, θα κριθεί τελικά και το αν «θα έχει πραγματικά νικηθεί»...

Σημείωση: Οι πολιτικές εξελίξεις, οι τακτικές επιλογές της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης, η στάση της βάσης των «τσαβίστας», έχουν ως υπόβαθρο την οικονομία. Σε αυτό το άρθρο επιλέξαμε να εστιάσουμε στον πολιτικό αγώνα στη Βενεζουέλα, αλλά στο επόμενο φύλλο θα επανέλθουμε για την οικονομική κατάσταση, τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Μπολιβαριανή Διαδικασία και τα διδάγματα για την προσπάθεια εφαρμογής ενός αριστερού οικονομικού προγράμματος σήμερα.