Η κρίση στον Κόλπο

διεθνή / Πάνος Πέτρου / 29.06.2017

Η  κρίση στον Κόλπο φέρνει στο προσκήνιο εντάσεις που προϋπήρχαν, αλλά η όξυνσή της προκαλεί ερωτηματικά.

Η Σαουδική Αραβία και οι σύμμαχοί της δεν έχουν ακόμα παραδώσει την περίφημη «λίστα αιτημάτων» ή «λίστα παραπόνων» (η τελική διατύπωση έχει γίνει αντικείμενο συζήτησης, γιατί θα αντικατοπτρίζει το βαθμό επιθετικότητας) για το Κατάρ. Αλλά, αν αφήσει κανείς στην άκρη τον χαρακτηρισμό «τρομοκρατία», που είναι ένας όρος-λάστιχο που χρησιμοποιεί η κάθε κυβέρνηση κατά το δοκούν και ανάλογα με τα συμφέροντα της εξωτερικής της πολιτικής, οι αιτίες της σύγκρουσης βρίσκονται ακριβώς στις δημόσιες κατηγορίες που εκτοξεύονται κατά της καταριανής μοναρχίας: Ισορροπιστικές σχέσεις με το Ιράν, καλές σχέσεις με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους και τη Χαμάς, υποστήριξη ένοπλων ομάδων στο εξωτερικό και εύνοια σε «εχθρικά» ΜΜΕ (βλ. Αλ Τζαζίρα). 
Όλα τα παραπάνω ισχύουν και αποτελούν αιτία διαμάχης ανάμεσα στην καταριανή μοναρχία και το βασίλειο των Σαούντ. Το ζήτημα δεν είναι οι γενικώς «τρομοκράτες», αλλά ότι όλες οι παραπάνω επιλογές που έχει κάνει η ηγεσία του Κατάρ είναι «αιρετικές» σε σχέση με τη γραμμή που θέλει να επιβάλει η Σαουδική Αραβία στις μοναρχίες του Κόλπου και τον αραβικό κόσμο γενικότερα. 
Ένα φιλόδοξο εμιράτο
Από τη δεκαετία του ’90, η ηγεσία του Κατάρ φιλοδοξεί να αποκτήσει γεωπολιτική επιρροή αντίστοιχη του μεγάλου της πλούτου. Καταρχήν να διατηρήσει την αυτονομία της από τη «βαριά σκιά» των Σαούντ και σε τελικό στάδιο, όπως έχει εύστοχα περιγραφεί στο παρελθόν, «όταν ξεσπά μια κρίση στην περιοχή, το πρώτο τηλεφώνημα του προέδρου των ΗΠΑ να είναι στη Ντόχα και όχι στο Ριάντ». Για να το πετύχει, επιχειρούσε να καλύψει όποιο κενό άφηνε το γειτονικό βασίλειο. Όταν οι Σαούντ ήρθαν σε ρήξη με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα και την τοποθέτησαν στους βασικούς εχθρούς τους, το Κατάρ έγινε ο νέος χρηματοδότης και προστάτης της. Όταν οι Σαούντ σκλήρυναν τους ελέγχους πάνω στα διάφορα σαλαφιστικά δίκτυα «δωρητών» σε τζιχαντιστικές οργανώσεις (μετά τη σύντομη ένοπλη εξέγερση της Αλ Κάιντα μέσα στην ίδια τη Σαουδική Αραβία), το Κατάρ χαλάρωσε αυτούς τους ελέγχους. Καθώς οι Σαούντ ταυτίζονταν όλο και πιο ανοιχτά με την πλευρά του Ισραήλ, εγκαταλείποντας τα παλιά προσχήματα, το Κατάρ προσφέρθηκε να γίνει το κράτος-σπόνσορας της Χαμάς. Ενώ για τους Σαούντ το Ιράν είναι ο απόλυτος αντίπαλος, το μεγαλύτερο πρόβλημα στην περιοχή που πρέπει να απομονωθεί και να συντριβεί, το Κατάρ καλλιεργούσε μια «λειτουργική» σχέση μαζί του. 
Αραβική άνοιξη
Η ένταση κορυφώθηκε με το ξέσπασμα των αραβικών εξεγέρσεων. Η καταριανή μοναρχία έδωσε την ελευθερία στο Αλ Τζαζίρα να γίνει η «φωνή» της αραβικής άνοιξης. Υποστήριξε εξαρχής την προοπτική ανατροπής των παλιών καθεστώτων: Αλλού πόνταρε σε μια εκλογική νίκη των Αδελφών Μουσουλμάνων, που ήταν το μαζικότερο πολιτικό ρεύμα σε πολλές χώρες (και επικράτησαν σε Τυνησία και Αίγυπτο), αλλού ενίσχυσε αποφασιστικά ένοπλες σουνιτικές οργανώσεις (σε Λιβύη και Συρία) ποντάροντας σε στρατιωτική τους νίκη. Εκεί που οι Σαούντ έβλεπαν μια επικίνδυνη αποσταθεροποίηση της «παλιάς τάξης» (αρχικά αυτό αφορούσε ακόμα και τη Συρία), ο μονάρχης του Κατάρ έβλεπε μια ευκαιρία να αντικατασταθούν τα παλιά καθεστώτα από καθεστώτα του πολιτικού Ισλάμ και μάλιστα εκδοχών του που βρίσκονταν σε διαμάχη με τη Σαουδική Αραβία και που θα χρωστούσαν ευγνωμοσύνη στο Κατάρ μετά τη νίκη τους.
Αν υπήρχαν αρκετοί λόγοι να αντιμετωπιστεί το Κατάρ ως «αγκάθι», το ερώτημα είναι γιατί συμβαίνουν τώρα όλα αυτά; Για τους ίδιους ακριβώς λόγους και με τις ίδιες ακριβώς κατηγορίες είχαν διακοπεί οι διπλωματικές σχέσεις το 2014. Αλλά το σημερινό εμπάργκο είναι μια άνευ προηγουμένου κλιμάκωση. Το πιθανότερο είναι πως η επίσκεψη Τραμπ στο Ριάντ και τα όσα ειπώθηκαν εκεί θεωρήθηκαν «πράσινο φως» για τον Οίκο των Σαούντ να επιχειρήσει να επιβάλει επιθετικά τη γραμμή του στην περιοχή. 
Η εξωτερική πολιτική του Ομπάμα είχε κάποια στοιχεία που «επικοινωνούσαν» με τη λογική του Κατάρ: Επιχείρησε να «καβαλήσει το κύμα» των εξεγέρσεων, φλέρταρε έναν καιρό με τη σκέψη κυβερνήσεων πολιτικού Ισλάμ ως «βαλβίδες ασφαλείας», επεδίωξε την «πολυμέρεια» ως μέθοδο που θα εξασφαλίσει την ιμπεριαλιστική σταθερότητα (συμφωνία για πυρηνικό πρόγραμμα Ιράν, συνεργασία στο Ιράκ), τηρούσε τα ρητορικά προσχήματα στο παλαιστινιακό. Γι’ αυτό και η θητεία του είχε άλλωστε αρκετά «οικογενειακά καυγαδάκια» με τον Νετανιάχου και τους Σαούντ. 
Ο παράγοντας Τραμπ
Σήμερα εμφανίζεται ένας πλανητάρχης που δηλώνει ανοιχτά κι απροσχημάτιστα την πλήρη στήριξή του στα σχέδια του Ισραήλ, κλιμακώνει τον «πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία» και επαναφέρει το Ιράν ως «νούμερο ένα εχθρό των ΗΠΑ» στην περιοχή. Διαμορφώνει δηλαδή ένα πλαίσιο που ευνοεί την εξωτερική πολιτική της Σαουδικής Αραβίας και των συμμάχων της: Βάθεμα της συνεργασίας με το Ισραήλ, «αραβική σουνιτική ενότητα ενάντια στο Ιράν», πλήρης αποκατάσταση της παλιάς σταθερότητας ενάντια σε κάθε αντιπολίτευση (από τις «τρομοκρατικές» εκδοχές της μέχρι τις πολιτικές, ως και την κάλυψη των εγκλημάτων του Σίσι στην Αίγυπτο από δημοσιογράφους του Αλ Τζαζίρα).  
Αξίζει να σημειωθεί ότι μετά το πραξικόπημα του Σίσι στην Αίγυπτο, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ξόδεψαν δισεκατομμύρια σε «λόμπινγκ» στο Κογκρέσο για να αποκτήσει υποστήριξη το καθεστώς του στρατηγού. Ο πρέσβης των Εμιράτων είχε συντονιστεί με διάφορα φιλο-ισραηλινά θινκ τανκ της Ουάσινγκτον σε μια ευρύτερη «καμπάνια» που επιχειρούσε να πείσει ότι οι συντηρητικές μοναρχίες, οι στρατιωτικές δικτατορίες και το Ισραήλ είναι τα αποτελεσματικότερα φρούρια απέναντι και στην «ιρανική επεκτατικότητα» και στους «σουνίτες Ισλαμιστές». Αν η Σαουδική Αραβία και οι «πρόθυμοι» επιμείνουν στη σκληρή γραμμή «πειθάρχησης» του «άτακτου» καταριανού μονάρχη, ίσως αναμένουμε εξελίξεις σε αυτά τα μέτωπα. 
Οι ΗΠΑ σε δίλημμα
Η Ουάσινγκτον βρίσκεται και πάλι σε σχετικά δύσκολη θέση. Ο παρορμητικός Τραμπ έσπευσε να καλωσορίσει τα μέτρα ενάντια στο Κατάρ από το τουίτερ του, πριν αναλάβει ο «επίσημος» Λευκός Οίκος να αποκαταστήσει την τάξη, εκπέμποντας μηνύματα «μεσολαβούμε να λυθεί η κρίση» και ολοκληρώνοντας την πώληση μαχητικών τζετ στο Κατάρ. Οι σχεδιαστές της αμερικανικής στρατηγικής πρέπει να πάρουν υπόψη τις συνέπειες μιας όξυνσης της κρίσης (από τη διαφαινόμενη διαμόρφωση ενός άξονα Τουρκίας-Ιράν-Κατάρ, μέχρι μια σύρραξη στον Κόλπο, μέχρι τις συνέπειες σε Συρία-Ιράκ κ.ά.) και είναι πιο προσεκτικοί στο να «διαλέξουν πλευρά». Την ίδια στιγμή που «άνθρωποι του προέδρου» επιμένουν πως οι ΗΠΑ πρέπει να αρχίσουν να χτυπάνε και τις φιλο-ιρανικές δυνάμεις στη Συρία και συγκρούονται πάνω σε αυτό με την άρνηση του υπουργού Άμυνας και των στρατηγών…