Η κρίση στον Περσικό Κόλπο

διεθνή / Πάνος Πέτρου / 01.10.2019

Επισφαλής «αποκλιμάκωση» και διλήμματα για τις ΗΠΑ

Η κατάσταση στον Περσικό Κόλπο και η προοπτική ενός γενικευμένου πολέμου στη Μέση Ανατολή βρέθηκαν –για άλλη μια φορά– στην κόψη του ξυραφιού. Οι δημόσια διατυπωμένες απειλές ή/και προετοιμασίες για πιθανή αμερικανική στρατιωτική επίθεση στο Ιράν απαντήθηκαν από την ιρανική ηγεσία με την αναφορά σε «γενικευμένο πόλεμο». Ήταν μια πολύ σοφή προειδοποίηση –άσχετα αν στα δυτικά ΜΜΕ περιγράφηκε ως «απειλή». Καθώς γράφονται αυτές οι γραμμές, η ένταση δείχνει να αποκλιμακώνεται, με τον Μάικ Πομπέο να εμφανίζεται ως εκπρόσωπος της πλευράς που «επιθυμεί ειρηνική λύση» και «εύχεται έτσι να σκέφτεται και η ιρανική ηγεσία». 
Ωστόσο το γεγονός ότι για δεύτερη φορά σε μικρό χρονικό διάστημα «έπαιξε» σοβαρά το ενδεχόμενο στρατιωτικής σύγκρουσης, όπως και το αίσθημα επισφάλειας και προσωρινότητας που συνοδεύει την «αποκλιμάκωση», λένε πολλά για τον κόσμο και την εποχή στην οποία ζούμε.
Οι Χούτι και το Ιράν
Η αφορμή της κρίσης, η επίθεση στις εγκαταστάσεις της σαουδαραβικής πετρελαϊκής Aramco, είναι μια εντυπωσιακή είδηση από μόνη της. Την ευθύνη ανέλαβαν οι Υεμένιοι αντάρτες Χούτι. Σε σύγκριση με τις αναλύσεις για το «τι μπορεί να πίστευε ότι θα πετύχει η Τεχεράνη για να πάρει τέτοιο ρίσκο», οι Χούτι έχουν πολύ πιο ισχυρό και καθαρό κίνητρο: διεξάγουν πόλεμο ενάντια σε μια βάρβαρη εκστρατεία που έχει εξαπολύσει ενάντια στη χώρα τους η Σαουδική Αραβία. Δεν ήταν η πρώτη φορά που επιχείρησαν να μεταφέρουν τον πόλεμο και μέσα στη Σαουδική Αραβία. Αλλά σε σύγκριση με παλιότερα χτυπήματα, εντυπωσιάζει η σημασία των στόχων, το μέγεθος της ζημιάς, αλλά και το βεληνεκές (μακριά από τα σύνορα Σ. Αραβίας και Υεμένης).
Όμως αμέσως μετά την επίθεση, στοχοποιήθηκε εύκολα και γρήγορα το Ιράν, το οποίο αρνείται κάθε εμπλοκή. Για τον Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν είναι εξαιρετικά βολικό στην προσπάθειά του να συμπήξει ένα «αρραγές μέτωπο» στην περιοχή ενάντια στο Ιράν. Είναι επίσης βολικό να «δείξει» την Τεχεράνη, για να πετύχει συσπείρωση και στο εσωτερικό. Κάθε σύνδεση του φιάσκου της Υεμένης με ένα τόσο σοβαρό πλήγμα στο εσωτερικό της χώρας μπορεί να παροξύνει αυτό που μέχρι σήμερα καταγράφεται ως «δυσφορία» για τους χειρισμούς του μέσα στη βασιλική οικογένεια.
Αντίστοιχα κίνητρα υπάρχουν και στις ΗΠΑ. Μια απόδειξη ότι το Ιράν είναι «ταραξίας» μπορεί να βοηθήσει στην προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να επιβάλει στους διεθνείς συμμάχους της τη σκληρή γραμμή πλήρους απομόνωσης του Ιράν, σε μια συγκυρία που αυτή συναντά αντιδράσεις. Αλλά επιπλέον η απόδοση της ευθύνης σε μια δύναμη του μεγέθους του Ιράν κάνει πιο «εύπεπτη» την παταγώδη αποτυχία της αμερικανικής στρατιωτικής προστασίας.
Η Σαουδική Αραβία αποτελεί τον μεγαλύτερο αγοραστή οπλισμού στον κόσμο και διαθέτει τα πλέον σύγχρονα οπλικά συστήματα που κυκλοφορούν στην αγορά. Είναι κοινό μυστικό ότι αποτελεί μέθοδο «εξαγοράς» κυβερνήσεων –μιας και το αξιόμαχο των ενόπλων δυνάμεων των Σαούντ δεν αντιστοιχεί στις συχνές υπεραγορές. Για τις ΗΠΑ, από τον Πρώτο Πόλεμο του Κόλπου κι έπειτα, η παροχή στρατιωτικής προστασίας κι εξοπλισμών αποτελεί κεντρικό άξονα της πολιτικής της επιρροής στην περιοχή. Το ενδεχόμενο οι ξυπόλητοι αντάρτες Χούτι να κατόρθωσαν να εκθέσουν ανεπανόρθωτα την άμυνα του νούμερο ένα αγοραστή και συμμάχου της αμερικανικής πολεμικής βιομηχανίας είναι ντροπιαστικό. 
Υποχώρηση
Μετά τις πρώτες διαρροές για «επεξεργασία πιθανών στρατιωτικών αντιδράσεων», ήρθε η αποκλιμάκωση, με τον πόλεμο να παρουσιάζεται ως «τελευταία επιλογή» κι ακολούθησαν πρωτοβουλίες όπως η ανακοίνωση νέων οικονομικών κυρώσεων και επικοινωνία με άλλες ηγεσίες κρατών για την ανάγκη κοινής, «διπλωματικής», απάντησης. Όπως έγραψε ο Κώστας Ράπτης, «η επιστροφή στην πεπατημένη των κυρώσεων θεωρήθηκε υποκατάστατο και όχι προανάκρουσμα μιας πολεμικής εμπλοκής» από τις αγορές, που αντέδρασαν θετικά. Ο ίδιος περιγράφει εύστοχα ως «αγέρωχη αποκλιμάκωση» την πορεία που επέλεξε ο Τραμπ και οι δηλώσεις Πομπέο μετά τις συναντήσεις του σε Σαουδική Αραβία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (που θα έκριναν την εισήγησή του επιστρέφοντας στην Ουάσινγκτον) συντείνουν σε αυτό το σενάριο.
Όσο «αγέρωχη» κι αν προσπαθεί να την παρουσιάσει ο Λευκός Οίκος, εξακολουθεί να καταγράφεται ως υποχώρηση. Και αυτό αντανακλά τις δυσκολίες που συναντά η γραμμή επιθετικότητας απέναντι στο Ιράν. Δεν πρόκειται μόνο για σημαντικά, αλλά και δευτερεύοντα-συγκυριακά ζητήματα όπως οι επερχόμενες εκλογές που κάνουν δύσκολη την επιλογή μιας στρατιωτικής κλιμάκωσης. 
Οι ΗΠΑ έχουν εγκλωβιστεί ανάμεσα στην ανάγκη να υπερασπιστούν την αξιοπιστία τους ως «προστάτες» των Σαούντ και γενικά των συμμάχων τους και την περίσκεψη απέναντι στο ενδεχόμενο να αναλάβουν μια τεράστια και δύσκολη στρατιωτική περιπέτεια με άγνωστη έκβαση. Η διεθνής υποστήριξη σε μια πιθανή επίθεση είναι περιορισμένη: οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι εξακολουθούν να προκρίνουν την αναβίωση της πυρηνικής συμφωνίας και την αλλαγή της γραμμής «οικονομικής ασφυξίας» –άρα θα είναι πολύ πιο απρόθυμοι να συμμετέχουν ή να στηρίξουν μια πολεμική κλιμάκωση. Στην ίδια την περιοχή, πέρα από το Κατάρ και την Τουρκία, που ήδη βρίσκονται σε «αντάρτικο» απέναντι στην προσπάθεια των Σαούντ να οικοδομήσουν ένα  αρραγές μέτωπο, προστίθεται και η πρόσφατη διαφοροποίηση των ΗΑΕ πάνω στο ζήτημα της Υεμένης.    
Οι ΗΠΑ, αλλά και η Σαουδική Αραβία, ζυγίζουν διαρκώς τους «φόβους» τους με την ανάγκη να επιδείξουν πυγμή. Αυτό το φόντο είναι που κάνει κάθε αποκλιμάκωση επισφαλή και προσωρινή. Σε συσκέψεις επί συσκέψεων, όπου η στρατηγική επιλογή να «γονατίσει» το Ιράν είναι δεδομένη και το ζητούμενο είναι η μέθοδος, είναι ζήτημα αν ή πότε θα εισακουστεί κάποιο από τα «γεράκια» που συμμετέχουν σε αυτές τις συσκέψεις.
Η πτώση του Μπόλτον
Αξίζει να σημειωθεί ότι ένα διαβόητο «γεράκι» απομακρύνθηκε από μια κρίσιμη πολιτικά θέση. Ο Τζον Μπόλτον, ένας από τους πιο πολεμοχαρείς κι επικίνδυνους ανθρώπους στον κόσμο, έπαψε να είναι ο κορυφαίος Σύμβουλος Ασφαλείας του Ντόναλντ Τραμπ. Φυσικά το κράτος έχει συνέχεια, αλλά η πτώση του Μπόλτον έχει τη σημασία της. 
Ο Τραμπ με τον Μπόλτον συνέκλιναν απόλυτα στη θεωρία της «μέγιστης πίεσης» απέναντι σε αντιπάλους κι ανταγωνιστές. Για τον Τραμπ, η μέγιστη πίεση είναι το μέσο για την επίτευξη μιας επιθυμητής για τα αμερικανικά συμφέροντα συμφωνίας και η πολεμική απειλή ήταν κυρίως ένα «χαρτί» το οποίο εκτιμούσε ότι δεν θα χρειαστεί τελικά να παίξει. Για τον Μπόλτον, προκειμένου να αποδώσει η μέγιστη πίεση, αυτή πρέπει ή μπορεί να καταλήγει και σε πόλεμο. Όσο οι απειλές απέδιδαν, οι κίνδυνοι αυτής της στρατηγικής δεν φαίνονταν. Οι διαφωνίες προέκυψαν ακριβώς όταν φάνηκε ο κίνδυνος αυτοεγκλωβισμού: όταν προέκυψε το ερώτημα, τι κάνει η αμερικανική κυβέρνηση, εφόσον δεν αρκέσει η «μέγιστη πίεση».
Η παταγώδης αποτυχία του πραξικοπήματος Γκουαϊδό στη Βενεζουέλα (σε πείσμα της εκτίμησης του Μπόλτον για εύκολη και γρήγορη νίκη)  άφηνε ως μόνη επιλογή να υποστηριχτεί «μέχρι τέλους» η αμερικανική γραμμή μια στρατιωτική επέμβαση. Αντίστοιχα στο Ιράν, ο Μπόλτον πίεζε για στρατιωτικά χτυπήματα, εφόσον δεν απέδωσε ο οικονομικός στραγγαλισμός (φτάνοντας να δηλώνει την επιθυμία του «να γιορτάσει μέσα στην Τεχεράνη» μια στρατιωτική νίκη). Ο Μπόλτον ήταν επίσης ο άνθρωπος πίσω από την ακύρωση των απευθείας συνομιλιών του Τραμπ με τους Ταλιμπάν κι ένας σκληρός επικριτής των διαπραγματεύσεων με την ηγεσία της Βόρεας Κορέας. Με δυο λόγια, ο Μπόλτον απομακρύνθηκε, γιατί αν εισακουγόταν, οι ΗΠΑ αυτή τη στιγμή θα είχαν εμπλακεί πιθανά σε 4 δύσκολους πολέμους ταυτόχρονα. 
Σε δηλώσεις του για τον Μπόλτον, ο Τραμπ, αφού επεσήμανε ότι εξαρχής «πολλοί διαφωνούσαν με τις ιδέες του», έδωσε έμφαση στη Μέση Ανατολή. Τα κυβερνητικά-κρατικά στελέχη είχαν πρόβλημα, ισχυρίστηκε, με τον υπερβάλλοντα ζήλο του Μπόλτον για τη Μέση Ανατολή που τον εγκλώβισε στην «κινούμενη άμμο». 
Κρίση στρατηγικής
Υπενθύμισε έτσι το διαχρονικό πρόβλημα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, από την εποχή Ομπάμα ακόμα: την προσπάθεια να ολοκληρωθεί επιτέλους το διαβόητο «πίβοτ στην Ανατολική Ασία», για να αντιμετωπιστεί η Κίνα –η πραγματική απειλή για την ηγεμονία των ΗΠΑ– και τη διαρκή επανεμφάνιση της «κινούμενης άμμου» της Μέσης Ανατολής ως μέτωπο από το οποίο δεν «απεγκλωβίζεσαι» εύκολα.
Ο Τραμπ ξεκίνησε ως ο πλέον θερμός υποστηρικτής της συγκέντρωσης δυνάμεων απέναντι στην Κίνα –που έμεινε μετέωρη επί Ομπάμα. Εκεί λογοδοτούσε και η τάση του να κλείσει μέτωπα (που ερμηνεύτηκε ως «απομονωτισμός»). Έδειξε μεγαλύτερη τόλμη από τον Ομπάμα –είτε με τη διάθεση για συνομιλίες που κάποτε θα θεωρούνταν ανάθεμα (Κιμ Γιονγκ Ουν, Ταλιμπάν), είτε με το δόγμα της «μάξιμουμ πίεσης» και το φλερτ με πόλεμο (Ιράν, Παλαιστίνη), πάντοτε με στόχο «να τελειώνει εκεί η δουλειά». 
Ο Μπόλτον αποδείχθηκε άνθρωπος που διαμορφώθηκε επί παντοδυναμίας του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και ανίκανος να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Ενώ το ζητούμενο ήταν να κλείσουν μέτωπα για να συγκεντρωθούν δυνάμεις στο μέτωπο με την Κίνα, ο ίδιος θεώρησε ότι ο τρόπος να κλείσουν τα μέτωπα είναι η συνέχεια του χαμένου πολέμου στο Αφγανιστάν, μια πολεμική αναμέτρηση με το Ιράν, μια βίαιη ανάκτηση της Λατινικής Αμερικής και μια πιθανή σύγκρουση με τη Β. Κορέα. Καθήκοντα βγαλμένα από την εποχή των μεγαλεπήβολων φαντασιώσεων των νεοσυντηρητικών γύρω από τον Μπους τον νεότερο. Καθήκοντα που ακόμα και τότε, που αντιστοιχούσαν στην υπαρκτή αμερικανική παντοδυναμία, αποδείχθηκε αδύνατο να υλοποιηθεί έστω ένα κλάσμα τους…