Η κρίση της ΛΑΕ

αριστερά / Αντώνης Νταβανέλος / 28.08.2019

Οι εκλογές ήταν για τη ΛΑΕ μια συντριπτική πολιτική ήττα. Όχι μόνο δεν κατόρθωσε να αντλήσει από τη δεξαμενή της αγανάκτησης απέναντι στον Τσίπρα, αλλά έχασε και μεγάλο μέρος της επιρροής που είχε στο ξεκίνημά της, το 2015: Πήρε 0,56% (από 2,86% το Σεπτέμβρη του ’15) και 31.180 ψήφους (από 155.242 ψήφους).

Τα στοιχεία είναι αφοπλιστικά και δεν μπορούν να ερμηνευτούν με δευτερεύοντες παράγοντες, όπως η πολιτική αισθητική ή η «διεισδυτικότητα» κάποιων ηγετικών προσώπων. Οι αριθμοί δείχνουν πολιτικό πρόβλημα. 
Αυτό εμφανίστηκε γρήγορα μετά την ιδρυτική Συνδιάσκεψη του 2016. Για υγιείς λόγους, η ηγεσία της ΛΑΕ παρέμεινε προσηλωμένη στην προοπτική της ανατροπής του Τσίπρα από τα αριστερά. Όμως εγκλωβίστηκε στην άποψη ότι αυτό μπορεί να συμβεί/θα συμβεί μέσα από μια αιφνίδια κεντρικοπολιτική κρίση και εκλογική ανατροπή, άποψη που οδηγούσε τη ΛΑΕ σε μια διαρκή «εκλογική ετοιμότητα». Με δεδομένους τους περιορισμούς σε στελεχικούς, υλικούς κ.ά. «πόρους», αυτό οδήγησε σε υποτίμηση της απαραίτητης προσπάθειας συγκρότησης των οργανώσεων βάσης, συγκρότησης της εξωστρεφούς παρέμβασης στο μαζικό κίνημα με όρους σταθερότητας και συνέχειας (και όχι κυρίως με «επικοινωνιακούς» ακτιβισμούς) και διαρκούς συγκρότησης της πολιτικής άποψης και γραμμής μέσα σε έναν κόσμο που άλλαζε γύρω μας με ταχύτητα.
Σε αυτό το διάστημα αναπτύχθηκαν οι «συνήθειες» υποκατάστασης των διεργασιών ενός μετώπου, όπως ήταν και είναι η ΛΑΕ, από μια συγκεντρωτική και προσωποκεντρική λειτουργία της ηγεσίας του, ενός κύκλου ελάχιστων στελεχών. 
Σε αυτό το διάστημα η πολιτική της ΛΑΕ είχε να αναμετρηθεί με νέα κρίσιμα ζητήματα: Τι ήταν η «ρήξη» με την παγκοσμιοποίηση που αντιπροσώπευε ο Τραμπ; Ποια ήταν η διάσταση των ρωγμών στην ΕΕ που σηματοδοτούσε το Brexit; Ποια στάση έπρεπε να κρατηθεί απέναντι στο ανερχόμενο ρεύμα του ακροδεξιού «ευρωσκεπτικισμού»; Πώς κάνουμε πολιτική μέσα σε συνθήκες σχετικής υποχώρησης των μαζών από το άμεσο πολιτικό προσκήνιο; Με ποιες αιχμές αντιμετωπίζουμε τη σχετική σταθεροποίηση του Τσίπρα; Τι στάση κρατάμε απέναντι στη Ρωσία του Πούτιν και την Κίνα της Cosco; 
Αν μετρήσει τις απαντήσεις που δόθηκαν σε αυτά και άλλα κεντρικά ερωτήματα από τις στήλες πχ της Iskra, θα βρει πολλά ατοπήματα και πολλά «φάουλ», πολλούς αυθαίρετους «νεωτερισμούς» που παραβίαζαν τις συμφωνίες και τα πλαίσια της ιδρυτικής απόφασης της ΛΑΕ. Θεωρούνταν «δικαίωμα» μιας «συνιστώσας», που όμως λειτουργούσε ως (η ηγεσία της) ΛΑΕ και κατοχύρωνε «δεδομένα» για το πολιτικό προφίλ της ΛΑΕ συνολικά.
Η απόσταση αυτών των απαντήσεων από την πραγματικότητα, οδήγησε σε ενίσχυση της ηγετικής υποκατάστασης.
Το κρίσιμο ζήτημα που προκάλεσε κλιμάκωση ήταν το ξέσπασμα των «γεωπολιτικών» στην ανατολική Μεσόγειο και κυρίως το «μακεδονικό». 
Μας ήταν γνωστό ότι το μέτωπο ΛΑΕ ήταν μια συμμαχία με ένα «πατριωτικό» ρεύμα της αντιιμπεριαλιστικής Αριστεράς. Γνωρίζαμε τις θέσεις που κράτησε επί δεκαετίες, δίνοντας προτεραιότητα στην καταγγελία της ιμπεριαλιστικής πολιτικής, αλλά επίσης υποστηρίζοντας «λύσεις» που επιζητούσαν μια αποφυγή της όξυνσης και κυρίως του πολέμου. Υποστηρίζοντας θέσεις (επί δεκαετίες…) όπως η Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία στην Κύπρο και η «σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό» σχετικά με τη Δημοκρατία της Μακεδονίας. Δεν συμφωνούσαμε, αλλά κατανοούσαμε αυτήν την πολιτική, που άλλωστε διαπερνά ένα πλατύτατο τμήμα της Αριστεράς στην Ελλάδα.
Και, αίφνης, αντιμετωπίσαμε μια στροφή:
Στην Κύπρο κάθε είδους ρύθμιση για «ειδική προστασία» μιας πληθυσμιακής συνιστώσας/μειονότητας, άρχισε να χαρακτηρίζεται προδοσία του ενιαίου κράτους και των «κυριαρχικών δικαιωμάτων του». Στα Βαλκάνια η κριτική στη συμφωνία των Πρεσπών συγκεντρώθηκε στην καταγγελία του «αλυτρωτισμού» των γειτόνων, εγέρθηκε ζήτημα «ασφάλειας των συνόρων», ενώ το όνομα «Βόρεια Μακεδονία» (που θα έπρεπε να χαιρετίζουν οι οπαδοί της «σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό», σε βάρος του δικαιώματος στον αυτοπροσδιορισμό…) έγινε συνώνυμο της… εθνικής μειοδοσίας.
Επιμείναμε ότι η συμφωνία των Πρεσπών δεν είχε καταλυτικό ρόλο στην κρίση της κυβέρνησης Τσίπρα. Αυτό αποδείχθηκε στη Βουλή και πολύ περισσότερο στα εκλογικά αποτελέσματα, γιατί η πτώση του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι μεγαλύτερη στη βόρεια Ελλάδα. Όμως η απόφαση της Δεξιάς και της ακροδεξιάς για τα εθνικιστικά συλλαλητήρια ήταν σημαντική: ήταν τμήμα μιας στρατηγικής για να πέσει ο ΣΥΡΙΖΑ με καθεστωτικούς όρους, για να μετατραπεί η ήττα του Τσίπρα σε γενική υποχώρηση της επιρροής, των ιδεών, ακόμα και των συμβόλων της Αριστεράς.
Το αλληθώρισμα της ηγεσίας της ΛΑΕ προς αυτήν την κατεύθυνση ήταν σοβαρό, αυτοκτονικό, λάθος.
Στην πραγματικότητα ήταν αλλαγή βασικού ακροατηρίου. Και ήταν αλλαγή απολύτως τυφλή: Συσσώρευε απώλειες από τα αριστερά, ενώ δεν κέρδιζε από δεξιά, γιατί ο εθνικιστικός χώρος είναι συνυφασμένος με τη ροπή στην ακροδεξιά και τον αντικομμουνισμό. 
Η προσπάθεια «σύνθεσης» μιας αντιμνημονιακής πολιτικής με κέντρο το κοινωνικό ζήτημα, με μια πολιτική «εθνικού»-πατριωτικού ακροατηρίου ήταν καταδικασμένη να οδηγηθεί σε κενό τόπο. Εκτιμήσεις για «γεωπολιτικό μνημόνιο» και κίνδυνο «ακρωτηριασμού της χώρας» με ομιχλώδεις εκκλήσεις για κάποιο «πατριωτικό μέτωπο», αν γίνονταν πιστευτές έστελναν κόσμο στα μεγάλα κόμματα και κυρίως στη Δεξιά, ενώ λειτουργούν νομιμοποιητικά για την εθνικιστική-ρατσιστική ακροδεξιά.
Δυστυχώς αυτά τα «ανοίγματα» δεν περιορίστηκαν στην εσωτερική συζήτηση. Προβλήθηκαν σε μεγάλα ακροατήρια, με αυθαίρετο τρόπο ως θέσεις της ΛΑΕ.
Αυτή η πολιτική είναι στη βάση της αποσυσπείρωσης που ερμηνεύει το εκλογικό αποτέλεσμα κρίσης της ΛΑΕ.
Ο Π. Λαφαζάνης, ακόμα και με το κείμενο της παραίτησής του αναδεικνύει αυτό το ζήτημα, αναλαμβάνοντας όμως την ευθύνη της αποτυχίας. Είναι πραγματικά δυσάρεστο ότι αυτή την ευθύνη την αναλαμβάνει ένας άνθρωπος με μεγάλη και αδιάλειπτη παρουσία στο κομμουνιστικό κίνημα, παρουσία που αρχίζει στα σκληρά χρόνια της αντιδικτατορικής δράσης.
Η αλλαγή ηγεσίας, με την ανάδειξη μιας συλλογικής-πλουραλιστικής-ανανεωμένης ομάδας, είναι μόνο το πρώτο από τα αναγκαία βήματα ανασυγκρότησης της ΛΑΕ.
Η πολιτική αυτοκριτική, που θα αναδεικνύει με σαφήνεια τα λάθη αυτής της πολιτικής, είναι το δεύτερο αναγκαίο βήμα. Γιατί είναι απαραίτητο για μια σαφή «στροφή» της ΛΑΕ προς τη ριζοσπαστική αριστερή πολιτική. Προς τη μόνη πολιτική για την οποία αξίζει να επιμένει κανείς να αγωνίζεται. 
Ουσιαστικά, συγκεκριμένα, πειστικά βήματα προς την κατεύθυνση αυτή, είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για κάθε συζήτηση περί συνέχειας της ΛΑΕ.