Η κρίση της Χρυσής Αυγής

αντιρατσισμός / Παναγιώτης Λίλλης / 28.08.2019

Τα αποτελέσματα των εκλογών ήταν σοκ για την ηγεσία και τα μέλη της Χρυσής Αυγής.

Διπλό. Πρώτα γιατί η πτώση από τις προηγούμενες ευρωεκλογές του 2014 ήταν κάθετη και θεαματική (στο 4,9% και 240.000 ψήφους  από 9,4% και 537.000 ψήφους)  και επίσης πολύ σημαντική από τις εθνικές του Σεπτέμβρη του 2015 (7% και 380.000 ψήφους).  Δεύτερο, γιατί στα δεξιά της ΝΔ, μετά 7 χρόνια αδιαμφισβήτητης ηγεμονίας, εμφανίστηκε ένα ανταγωνιστικό ακροδεξιό σχήμα, η Ελληνική Λύση του Βελόπουλου, που διεκδικεί το χώρο από τη Χρυσή Αυγή.
Η πτώση όμως της Χρυσής Αυγής αμφισβήτησε επίσης  ανοικτά και το σενάριο της «ακροδεξιάς επέλασης», που διακινούσε όλο το τελευταίο διάστημα η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, επιχειρώντας να ξεπλύνει τη μνημονιακή κυβερνητική πολιτική και να αιχμαλωτίσει αριστερούς ψηφοφόρους, καλλιεργώντας πανικό και σύγχυση.
Η επόμενη μέρα βρίσκει τη ΧΑ να επιχειρεί να διαχειριστεί την εκλογική ήττα, με το Μιχαλολιάκο να κατακεραυνώνει το διαδικτυακό «όχλο» που εμφανίστηκε να ζητά αλλαγή ηγεσίας, να καταγγέλλει την αχαριστία του λαού, να μιλά για νοθείες. Κι ενώ προαναγγέλλει πιο «ανοιχτά» ψηφοδέλτια σε σχέση με το «λάθος των αυστηρά κομματικών» στις ευρωεκλογές, ταυτόχρονα αρνείται σύμπραξη με άλλους κομματικούς φορείς της ακροδεξιάς. Δύσκολο εγχείρημα σε μια συγκυρία που όλα τα παλιότερα «ανοίγματα» έχουν εγκαταλείψει τη ΧΑ, ενώ μετεκλογικά συνεχίζονται οι παραιτήσεις τοπικών στελεχών σε διάφορες πόλεις. Η ΧΑ δείχνει απομονωμένη κι αδύναμη να ξαναπαίξει άμεσα τον ηγετικό ρόλο στον ακροδεξιό χώρο που διεκδίκησε το προηγούμενο διάστημα. 
Για το φιλελεύθερο δημοκρατικό στρατόπεδο η πτώση των φασιστών οφειλόταν σχεδόν αποκλειστικά στη δίκη της Χρυσής Αυγής που πλησιάζει στο τέλος της. Για τους φιλελεύθερους, η πίεση των θεσμών πάνω στη Χρυσή Αυγή λειτούργησε αποδιαρθρωτικά και άνοιξε το δρόμο σε διαφωνίες και αποχωρήσεις. Αυτή όμως η άποψη είναι μονόπλευρη και αγνοεί τον παράγοντα του αντιφασιστικού κινήματος. Χωρίς αυτόν τον όρο η δίκη των φασιστών θα ήταν ένα παιχνιδάκι στα χέρια τους και μια επιχείρηση ηρωοποίησης των κατηγορουμένων. Για παράδειγμα, η ανικανότητα της ΧΑ να κινητοποιήσει τους ψηφοφόρους της στο δρόμο, «ενάντια στη δίωξη του αρχηγού», αφορά μια γενικότερη οργανωτική-πολιτική αδυναμία που έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό με την αντιφασιστική-αντιρατσιστική δράση που προηγήθηκε της δίκης και συνεχίζεται ως σήμερα. Αν και η δίκη σίγουρα διευκόλυνε και εξώθησε κάποια «ποντίκια» να εγκαταλείψουν το καράβι, το εκλογικό αποτέλεσμα δείχνει ότι στην κοινωνία η «ετυμηγορία» έχει αποφασιστεί.
Σίγουρα η Χρυσή Αυγή δοκιμάστηκε άσχημα στις εκλογές. Και το αποτέλεσμά της είναι περισσότερο αρνητικό απ’ ότι φαίνεται με μια πρώτη ματιά. Ο μικρός αριθμός κατεβασμάτων σε δήμους αποτυπώνει την εικόνα οργανωτικής «κρίσης» που είχε διαφανεί το προηγούμενο διάστημα. Η πτώση του Παναγιώταρου στην Περιφέρεια Αττικής (χωρίς ακροδεξιό ανταγωνιστή) και του Κασσιδιάρη στο Δήμο Αθήνας (αν και τα πιο ενδιαφέροντα συμπεράσματα θα βγουν όταν μάθουμε τα αποτελέσματα στις Κοινότητες, όπου ο Κασσιδιάρης έπαιζε χωρίς ακροδεξιό αντίπαλο) ενισχύει την εικόνα γενικής κάμψης. 
Με αυτή την έννοια, είναι απλουστευτική μια άποψη που θεωρεί ότι «δεν έγινε και τίποτα, η ακροδεξιά συνεχίζει να υπάρχει». Καταρχήν μένει να αποδειχτεί αν είχαμε μια απλή «μετακόμιση» προς το Βελόπουλο ή μια ευρύτερη τάση αποσυσπείρωσης της ΧΑ (και τα πρώτα ποιοτικά στοιχεία δείχνουν μια πιο σύνθετη και ρευστή εικόνα, πχ με το Βελόπουλο να αντλεί από ΑΝΕΛ και Λεβέντη και πρώην ΧΑ να πηγαίνουν προς τη ΝΔ). Δεύτερον, όσοι-ες αγωνιστήκαμε για την υποχώρηση των νεοναζί, γνωρίζαμε ότι το «ακροατήριό» της δε θα εξαφανιστεί ως δια μαγείας, ότι το στοίχημα είναι η απόσπασή του από τους νεοναζί, η πολιτική του αδρανοποίηση κ.ο.κ. Ιστορικά η αποτυχία των νεοφασιστικών δυνάμεων αφορούσε κατακερματισμούς, απορρόφηση επιρροής από άλλους σχηματισμούς, «μάντρωμα» ψηφοφόρων στην σκέπη της Δεξιάς κ.ο.κ. Εν προκειμένω, η «Ελληνική Λύση» του Βελόπουλου είναι επικίνδυνη, αλλά δεν έχει τάγματα εφόδου, δεν έχει καν τοπικές οργανώσεις και κομματικά γραφεία (ακόμα).
Δε χρειάζεται, όμως, να υποτιμούμε τους φασίστες ή τη γενικότερη ακροδεξιά απειλή.

 

Η Χρυσή Αυγή έχει μια πολύχρονη ιστορική διαδρομή, αλλά μόλις το 2008 κατόρθωσε να ξεφύγει από το πολιτικό  περιθώριο. Τότε για πρώτη φορά συμμετείχε σε μετωπικά σχήματα όπως «οι επιτροπές κατοίκων ενάντια στη λαθρομετανάστευση και την εγκληματικότητα». Στη συνέχεια το 2010 στις δημοτικές εκλογές εκτινάσσεται από το πουθενά στο 5% βγάζοντας το Μιχαλολιάκο δημοτικό σύμβουλο. Ακολουθεί η θεαματική είσοδός της στη βουλή το 2012. Αποκτάει όμως μια πολύ ισχυρή ορμή το καλοκαίρι του 2012 μετά τις εκλογές. Τότε η κυβέρνηση της ΝΔ του Σαμαρά οργανώνει την επιχείρηση σκούπα κατά των μεταναστών σ’ όλη τη χώρα κινητοποιώντας 30.000  αστυνομικούς που συλλαμβάνουν και τρομοκρατούν χιλιάδες μετανάστες. Βοηθητική δύναμη σε αυτή την επιχείρηση η Χρυσή Αυγή αναπτύσσει όχι μόνο στενές σχέσεις με την αστυνομία αλλά παίρνει και δικές της πρωτοβουλίες με ανοικτή τηλεοπτική κάλυψη πχ επιθέσεις σε μικροπωλητές κλπ. Αυτή η κεκτημένη ενέργεια με τη συνεργασία της αστυνομίας διοχετεύεται πολλές φορές σε δημόσιες πράξεις αντιποίησης αρχής με φασίστες να παίζουν τον ρόλο ασφαλίτη σε τρένα και λεωφορεία… Η φασιστική ορμή εκδηλώνεται πιο θεαματικά από κάθε άλλη φορά στην επίθεση στην επέτειο του Μελιγαλά  ενάντια σε παράγοντες και πολιτευτές της ΝΔ, προχωρά στην επίθεση στο κλιμάκιο αφισοκολλητών του ΚΚΕ και ολοκληρώνεται με την άγρια δολοφονία του Παύλου Φύσσα τον Σεπτέμβρη του 2013. Σε αυτό το σημείο εκδηλώνεται η αντιφασιστική αντεπίθεση που υποχρεώνει την ΧΑ σε αναδίπλωση. Αλλά στις ευρωεκλογές και τις αυτοδιοικητικές του 2014 δείχνει αντοχή και ακόμη και δύο χρόνια μετά, στις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015, η Χρυσή Αυγή κατορθώνει να συγκρατήσει τις δυνάμεις της (υποχωρεί πλέον κάπως σε ψηφοφόρους, αλλά κρατάει ψηλά τα ποσοστά της).
Όμως ήδη η πίεση του κινήματος είχε αρχίσει  να αποδίδει  τους πρώτους καρπούς.  Σιγά – σιγά  η απομόνωση της Χρυσής Αυγής αποκτάει διαστάσεις. Κόμματα, δημοσιογράφοι και μέσα επικοινωνίας κρατούν αποστάσεις. Σ’ αυτό το περιβάλλον, η δίκη των φασιστών άρχισε να διαβρώνει την ισχύ της Χρυσής Αυγής. Στις κάλπες της 26ης Μάη λύθηκε (σε ένα βαθμό) το ανησυχητικό παράδοξο της προηγούμενης περιόδου: όπου η ΧΑ πιεζόταν οργανωτικά-κοινωνικά-πολιτικά αλλά έδειχνε να «μπετονάρει» την εκλογική της στήριξη. 
Σε αυτό το περιβάλλον, η ηγεσία της ΧΑ αποδείχθηκε ανίκανη να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες (διεθνής ακροδεξιός άνεμος, ρατσιστικές πρωτοβουλίες των βλαχοδημάρχων ενάντια στους πρόσφυγες, εθνικιστική αντίδραση στη συμφωνία των Πρεσπών). Την ώρα που οι φασίστες  επέλεγαν σαν κέντρο στην προεκλογική τους καμπάνια την «προδοσία των Πρεσπών» και τις απειλές κατά των «προδοτών», η κυριαρχία του κοινωνικού ζητήματος  υπονόμευε βαθιά την «πατριωτική» γραμμή τους.
Απ’ αυτό το σημείο όμως μέχρι την διάλυση της Χρυσής Αυγής, η απόσταση είναι πολύ μεγάλη. Καταρχήν, εκλογικά έχει κρατήσει ένα αξιόλογο ποσοστό γύρω στο 5% που αποδεικνύεται προς το παρόν ανθεκτικό, «παρόλα όσα έγιναν». Έπειτα είναι πολύ πάνω από το μέσο εκλογικό της όρο στη νεολαία (13%) και στους ανέργους (9%), ενώ διατηρεί ισχυρά προπύργια στην αγροτική περιφέρεια της κεντρικής Μακεδονίας (παραδοσιακά δεξιά περιοχή) και στις λαϊκές ζώνες της δυτικής Αθήνας, της β’ Πειραιά και της δυτικής Αττικής. 
Με αυτά τα δεδομένα και με την οικονομική και πολιτική αστάθεια να συνεχίζουν, η απειλή της Χρυσής Αυγής παραμένει υπαρκτή και σοβαρή. Αντί να εφησυχάσουμε, οφείλουμε να πιέσουμε τώρα που είναι αδύναμη για να βαθύνουμε την κρίση της. Επιπλέον, μπορεί η «γραβατωμένη» ακροδεξιά να διαφέρει ποιοτικά ως απειλή, αλλά παραμένει απειλή. Ο χώρος «δεξιά της δεξιάς» μπορεί να μην πιάνει ποσοστά που βλέπουμε σε άλλες χώρες, να εμφανίζεται σχετικά στάσιμος (αθροιστικά γύρω στο 12%) και κυρίως να είναι κατακερματισμένος (μεταξύ ΧΑ, Βελόπουλου και των «κομματιδίων» που πασχίζουν να συντονιστούν με δυσκολίες) αλλά παραμένει παρών και θα δίνει ευκαιρίες σε επίδοξους εκφραστές/ενοποιητές του που θα θελήσουν να γίνουν «Έλληνες Σαλβίνι», ακολουθώντας τις επιτυχίες σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Το ανησυχητικό είναι ότι αυτός ο χώρος εμφανίζεται μάλιστα ως υπολογίσιμη κοινωνική-πολιτική δύναμη σε συνθήκες ανόδου (και) της παραδοσιακής Δεξιάς.  
Για να συντρίψουμε τη ΧΑ, αλλά και για να αντιμετωπίσουμε την ακροδεξιά, θα χρειαστεί ένας παρατεταμένος πόλεμος θέσεων, που θα περνάει από μεγάλες και μικρές μάχες κι από ένα ευρύ ταξικό κίνημα που μια συνιστώσα του θα είναι και η αντιφασιστική.
Για όλα αυτά προϋπόθεση είναι μια μαζική κινηματική δράση ενάντια στο ρατσισμό και τους πολιτικούς εκφραστές του, αλλά και προτάσεις για τα λαϊκά προβλήματα που θα έχουν εκκίνηση τις ανάγκες των φτωχών ανθρώπων και των εργαζόμενων και προοπτική την εργατική σοσιαλιστική κοινωνία.