Δ εν πάει πολύ καιρός από τότε που γράφαμε ότι η παρουσία του κ. Γαβρόγλου στο υπουργείο παιδείας ήταν μια επιλογή που έδειχνε την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης για την υλοποίηση των μνημονιακών δεσμεύσεων για την εκπαίδευση.

Το νέο νομοσχέδιο «Αναδιοργάνωση των δομών υποστήριξης της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις», που κατατέθηκε στη βουλή, επιχειρεί να προσαρμόσει τις δομές και τη λειτουργία της εκπαίδευσης στις κατευθύνσεις του ΟΟΣΑ, της ΕΕ και του ΔΝΤ, λαμβάνοντας υπόψη τις δυσκολίες του εγχειρήματος, που είχαν προκύψει λόγω των αντιδράσεων των εκπαιδευτικών τα προηγούμενα χρόνια.
Η έκθεση του ΟΟΣΑ
Ο ΟΟΣΑ στην έκθεσή του, που μόλις κυκλοφόρησε, «Εκπαίδευση για ένα λαμπρό μέλλον στην Ελλάδα» κάνει μια σειρά διαπιστώσεις. Οι 99 στους 100 μαθητές της Γ΄ λυκείου πηγαίνουν φροντιστήρια ή κάνουν ιδιαίτερα. Η οικονομική κρίση είχε δραματικές επιπτώσεις στην εκπαίδευση (με το 36% των δαπανών της να περικόπτονται την τελευταία δεκαετία σε ονομαστικούς όρους). Το πάγωμα των διορισμών εκπαιδευτικών είναι επιβλαβές για την εκπαίδευση. Οι προτάσεις όμως για να αντιμετωπιστούν αυτά τα προβλήματα κινούνται στη γνωστή νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση.
Ξεκινώντας από την άποψη ότι για την ανεργία της νεολαίας φταίει το ότι η εκπαίδευση δεν είναι προσαρμοσμένη στις ανάγκες των επιχειρήσεων –και όχι ότι οι επιχειρηματίες απλά δεν επενδύουν– η έκθεση θεωρεί ότι η απάντηση είναι υψηλότερα πρότυπα για την ανώτερη και ανώτατη εκπαίδευση. Όμως τα υψηλότερα πρότυπα ξεκινούν από το σχολείο. Το αναλυτικό πρόγραμμα πρέπει να θέτει υψηλές προσδοκίες για κάθε παιδί, ανεξάρτητα από την κοινωνική του θέση. Είναι η κλασική νεοφιλελεύθερη συνταγή που, όπου εφαρμόστηκε στην ακραία της μορφή (ΗΠΑ και Μεγάλη Βρετανία), έχει καταστροφικές συνέπειες για τους μαθητές.
Τα υπόλοιπα είναι αναμενόμενα. Αξιολόγηση των εκπαιδευτικών με δυνατότητα μιας «διαδρομής διακοπής της απασχόλησης των αδύναμων εκπαιδευτικών» για να είναι αποτελεσματικά τα σχέδια βελτίωσης των σχολείων, διευθυντής απόλυτος άρχων που θα προσλαμβάνει καθηγητές και το προσωπικό του σχολείου, θα παρακολουθεί τον εκπαιδευτικό την ώρα του μαθήματος, θα καταρτίζει τον προϋπολογισμό του «αποκεντρωμένου» σχολείου. Αλλά και 5ετείς συμβάσεις σε αναπληρωτές αντί για μόνιμους διορισμούς.
Το νέο νομοσχέδιο 
για την παιδεία

Στην παραπάνω κατεύθυνση κινείται και το νέο νομοσχέδιο για την παιδεία. Θετική είναι η κατάργηση του Π.Δ. 152/2013 και των αντίστοιχων νόμων για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, νομοθετήματα που όμως είχαν έτσι κι αλλιώς καταστεί ανενεργά από τους αγώνες του εκπαιδευτικού κινήματος. Επίσης το γεγονός ότι δεν υπάρχει ρητή αναφορά σε ατομική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών της τάξης. Εδώ όμως τελειώνουν τα καλά νέα. Όλο το υπόλοιπο νομοσχέδιο είναι μια προσπάθεια να υλοποιηθούν οι μνημονιακές περικοπές στην εκπαίδευση και να εισαχθεί η «κουλτούρα» της αξιολόγησης, μέσω της αξιολόγησης των στελεχών και της αξιολόγησης της σχολικής μονάδας.
Δημιουργούνται τα Περιφερειακά Κέντρα Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού (ΠΕΚΕΣ) που, με ρόλο μικρών υπουργείων παιδείας, θα εξειδικεύουν την εκπαιδευτική πολιτική σε επίπεδο περιφέρειας, συγκεντρώνοντας πλήθος αρμοδιοτήτων. Θα λειτουργήσουν στην κατεύθυνση της «αποκέντρωσης» του εκπαιδευτικού συστήματος. Θα αποτελέσουν τα βασικά όργανα αξιολόγησης των σχολικών μονάδων και των εκπαιδευτικών.
Πλήθος υποστηρικτικών δομών αντικαθίστανται από τα Κέντρα Εκπαιδευτικής και Συμβουλευτικής Υποστήριξης (ΚΕΣΥ) και τα Κέντρα Εκπαίδευσης για την Αειφορία ΚΕΑ. Αυτό γίνεται στην κατεύθυνση της περιστολής του κόστους και σε βάρος βέβαια της υποστήριξης των σχολικών μονάδων. Η κατάργηση μάλιστα των ΚΕΠΛΗΝΕΤ, που είχαν στην ευθύνη τους τη στήριξη των δικτύων και των αναγκών των σχολείων στην πληροφορική, θα οδηγήσει πιθανότατα στην άμεση παράδοση του τομέα αυτού στους ιδιώτες και τους εργολάβους. Η ειδική αγωγή είναι το πρώτο θύμα των συγχωνεύσεων. Επιπλέον ο σύλλογος διδασκόντων καλείται να διαχειριστεί τη λειτουργία του σχολείου με τη μικρότερη δυνατή υποστήριξη.
Οι Ομάδες σχολείων εισάγουν τη λογική της «κινητικότητας» τόσο των εκπαιδευτικών όσο και των μαθητών. Ανοίγει ο δρόμος στη μεταφορά της οργανικής στην ομάδα σχολείων, κάνοντας κανόνα την κινητικότητα.
Η αυτοαξιολόγηση και η αξιολόγηση της σχολικής μονάδας (συλλογικός προγραμματισμός και ανατροφοδοτική αποτίμηση του εκπαιδευτικού έργου ονομάζεται) εισάγονται με το νομοσχέδιο και οδηγούν στην κατηγοριοποίηση των σχολείων. Ο ρόλος του συλλόγου διδασκόντων είναι απλά να νομιμοποιήσει διαδικασίες που του έχουν επιβληθεί εξωτερικά. Το 30ωρο δε θα επαρκεί για να υλοποιηθεί η απίστευτη γραφειοκρατία που θα απαιτηθεί. Μαζί μάλιστα με την υποχρεωτική αξιολόγηση των προϊσταμένων ανοίγει διάπλατα ο δρόμος για την αξιολόγηση πολύ σύντομα όλων των εκπαιδευτικών, όπως άλλωστε το επιθυμεί και ο ΣΕΒ!
Η απόρριψη του νέου νομοσχεδίου για την εκπαίδευση είναι καθήκον του εκπαιδευτικού κινήματος. Και παρά τις τρικλοποδιές που βάζουν οι παλιές και νέες παρατάξεις του μνημονιακού τόξου (ΔΑΚΕ, ΠΕΚ, ΣΥΝΕΚ) στην προσπάθειά τους να εμποδίσουν τις αντιδράσεις του κλάδου στην αξιολόγηση και στις αντιεκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις (όπως έκαναν και στην τελευταία συνέλευση των προέδρων των ΕΛΜΕ), η αντίσταση στον νεοφιλελεύθερο κατήφορο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει ήδη ξεκινήσει. 

Ειδική Αγωγή

Ένα από τα πιο βασικά σημεία, όπου οι αλλαγές που προωθούνται φαίνονται πιο έντονα, είναι στον τομέα της Ειδικής Αγωγής.  Ενσωματώνοντας την αντίληψη ότι η αναπηρία είναι μια κοινωνική κατασκευή, δεν δίνεται η έμφαση που χρειάζεται στους στόχους και τον προσανατολισμό που πρέπει να σηματοδοτεί η ειδική εκπαίδευση. Σύμφωνα με αυτό, οι μαθητές πρέπει να υποστηρίζονται εντός του γενικού σχολείου σε τρία επίπεδα και αν τα αποτελέσματα της υποστήριξης δεν είναι τα αναμενόμενα, τότε οι μαθητές παραπέμπονται σε εξωτερικό φορέα αξιολόγησης. Η κατάργηση των δομών ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης (των λεγόμενων ΚΕΔΔΥ) και η μεταφορά τους στα ΚΕΣΥ εξαφανίζει εντελώς τη λειτουργία της διάγνωσης. 
Η δημιουργία μιας κεντρικής υπερδομής, καθώς κεντρικοποιούνται και συμπυκνώνονται πολλές αρμοδιότητες, κρίνεται προβληματική, καθώς θα υπάρχει μεγαλύτερη ενασχόληση με διοικητικά ζητήματα και λιγότερο με εκπαιδευτικά. Διότι μια τέτοια δομή, που έχει τεχνοκρατικό και διοικητικό σχεδιασμό, απέχει πολύ από τον παιδαγωγικό ρόλο και την άμεση εφαρμογή εκπαιδευτικών παρεμβάσεων σε πραγματικό χρόνο προς όφελος των πραγματικών αναγκών των μαθητών. Το βάρος ρίχνεται υποτίθεται στη συμβουλευτική υποστήριξη, που όμως δεν γίνεται από γραφεία και με επισκέψεις. Η κεντρική πολιτική πρόθεση της κυβέρνησης είναι η μετατόπιση της συνολικότερης ευθύνης για την ειδική αγωγή από την πολιτεία στον εκπαιδευτικό, που συνεχώς θα αξιολογείται για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση των διαφοροποιημένων αναλυτικών προγραμμάτων και τη διαχείριση των όποιων προβλημάτων προκύπτουν με τις υποστηρικτικές δομές να εξαϋλώνονται. 
Σε ένα τοπίο συνεχούς φτωχοποίησης, με την έλλειψη δημόσιων δομών, με ανύπαρκτες προσλήψεις μόνιμου προσωπικού, που έχει ανάγκη η ειδική αγωγή, και τον αχαρτογράφητο μαθητικό πληθυσμό, με μηδενικές επιμορφώσεις, η συνολική ευθύνη και άρα αξιολόγηση του συνόλου της εκπαιδευτικής πολιτικής για την ειδική αγωγή πέφτει πάνω στον εκπαιδευτικό. 

 

Προσχολική Αγωγή

Το δεύτερο στοιχείο το οποίο αποδεικνύει την επιδίωξη της κυβέρνησης για τη σταδιακή μετατροπή της δημόσιας εκπαίδευσης σε εμπορευματοποιημένη ζώνη είναι το Νομοσχέδιο για το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής και ιδιαίτερα το άρθρο 33 που αφορά στην Προσχολική Αγωγή.  
Η Δίχρονη Υποχρεωτική Προσχολική Αγωγή σε όλη τη χώρα χωρίς διαφοροποιήσεις είναι πρώτα και κύρια μία παιδαγωγική και κοινωνική αναγκαιότητα που αφορά την ανάπτυξη, εκπαίδευση και διαπαιδαγώγηση του παιδιού και παράλληλα δίκαιο αίτημα που βρίσκεται στην προμετωπίδα των διεκδικήσεων του εκπαιδευτικού και γονεϊκού κινήματος. Στην αιτιολογική έκθεση και στην παράγραφο 3 του άρθρου 33 αναφέρεται ότι ξεκινάει η σταδιακά εφαρμογή της 2χρονης Υποχρεωτικής Προσχολικής Αγωγής στα Νηπιαγωγεία. 
Στην ουσία, όπως αναφέρουν, τα προνήπια θα εντάσσονται στα νηπιαγωγεία, εφόσον εκτιμηθούν δύο βασικές προϋποθέσεις: η ύπαρξη εκπαιδευτικών και υλικοτεχνικών προϋποθέσεων. 
Από την πρώτη στιγμή της ανακοίνωσης του νομοσχεδίου υπάρχει μια «υπονόμευση» από την ίδια την κυβερνητική πολιτική, η οποία την ίδια ώρα που «θεσμοθετεί» την καθολικότητα και την υποχρεωτικότητα του νομοσχεδίου, δεν προβλέπει καμία δαπάνη για την εφαρμογή του (μόνιμοι διορισμοί, κτηριακές υποδομές). Την ίδια στιγμή συντηρεί ένα παράλληλο δίκτυο νηπιαγωγείων και παιδικών σταθμών για τα προνήπια, διότι δεν είναι δυνατή η υλοποίησή τους σε πολλούς Δήμους . 
Η υλοποίηση του αιτήματος αυτού μεταφέρεται σε βάθος τριετίας και συνδέεται άμεσα με τις δυνατότητες των Δήμων να το υποστηρίξουν με δομές και γι’ αυτό θεσμοθετείται η συμμετοχή των Δημάρχων σε γνωμοδοτική επιτροπή. Είναι επίσης αποκαλυπτικό ότι στην αιτιολογική έκθεση προβλέπεται μηδενική δαπάνη για την υλοποίηση του προγράμματος! 
Το εκπαιδευτικό κίνημα πρέπει να συνεχίσει τον αγώνα του για το δίχρονο δημόσιο νηπιαγωγείο, χωρίς να υποχωρεί στα συμφέροντα των Δήμων και της ΚΕΔΕ που αντιδρούν, αλλά και των ιδιωτών που κερδοσκοπούν. Αλλά δεν μπορούμε να το υποστηρίξουμε μόνοι μας. Χρειαζόμαστε ένα ενιαίο, ενωτικό μέτωπο εργαζομένων στην εκπαίδευση, γονιών και μαθητών, που θα οργανώσει τους επόμενους αγώνες για ένα σχολείο που θα ανταποκρίνεται στις μορφωτικές ανάγκες των μαθητών μας και θα υπερασπίζεται τα μορφωτικά δικαιώματα των μαθητών και τα εργασιακά δικαιώματα των εκπαιδευτικών.