Επικοινωνιακά τρικ Σαμαρά που δεν πείθουν κανένα

Η κυβέρνηση προσπαθεί να πείσει τον εαυτό της, το λαό και τους δανειστές, με διαφορετικά φυσικά επιχειρήματα για τον καθένα, ότι έχει «επιτυχίες», π.χ. πρωτογενή πλεονάσματα, πολιτική σταθερότητα, εφαρμογή των όρων του μνημονίου κ.λπ. Όμως δεν έχει πετύχει σε κανένα από τα τρία μέτωπα.

Πρώτον, δεν έχει πείσει το λαό. Όποια δημοσκόπηση και να πάρει κανείς, όπως και να τη διαβάσει, ένα πράγμα είναι πεντακάθαρο: οι βασικοί εκφραστές της άρχουσας τάξης, δηλ. η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, φτάνουν μετά βίας στο 25% όσον αφορά την πρόθεση ψήφου και επίσης μετά βίας ξεπερνούν το 30% με αναγωγή. Τα κόμματα αυτά κινούνταν στο 80% μέχρι την έναρξη των μνημονίων πριν από τρεισήμισι χρόνια, έπεσαν στο 44% στις περσινές εκλογές και τώρα έχουν χάσει άλλο ένα 14%. Το χτύπημα στη Χρυσή Αυγή δεν απέδωσε τα αναμενόμενα δημοσκοπικά κέρδη –και πώς θα μπορούσε να γίνει άλλωστε αφού η κυβέρνηση δεν αντιμετώπισε σχεδόν καμία από τις αιτίες που γενούν το ναζισμό.

Απονομιμοποίηση
Ακριβώς σε αυτά τα επίμονα δημοσκοπικά ευρήματα βρίσκεται η απονομιμοποιημένη φύση των πράξεων αυτής της κυβέρνησης: εκτός από αντισυνταγματικές είναι και ενάντια στη θέληση της συντριπτικής πλειοψηφίας του λαού. Το ότι συνεχίζουν να κυβερνούν σαν να έχουν ακόμη το 80% έχει να κάνει με τη γενναία στήριξη, όλων των εξωτερικών δανειστών, των τραπεζιτών και της άρχουσας τάξης της Ευρώπης.
Όμως η εικόνα της αληθινής κοινωνικής επιρροής τους είναι αυτή που τους αναγκάζει να προσπαθούν να αποφύγουν τις εκλογές, καθώς μετά από αυτές οι δυνάμεις του μνημονίου δεν θα μπορούν να κυβερνήσουν.

Έτσι εξηγούνται οι λυσσασμένες επιθέσεις στον ΣΥΡΙΖΑ, οι θεωρίες των δύο άκρων, οι –αποτυχημένες– απόπειρες σύνδεσης της αξιωματικής αντιπολίτευσης με τρομοκρατικά χτυπήματα ή με οποιαδήποτε άλλη παρανομία.

Δεύτερον η ακροδεξιά κυβέρνηση δεν μπορεί να πείσει τον εαυτό της καθώς το οικονομικό αδιέξοδο είναι απόλυτο. Ακόμη και στελέχη της άρχουσας τάξης όπως ο πρώην εκπρόσωπος της Ελλάδας στο ΔΝΤ, Π. Ρουμελιώτης, τώρα παραδέχονται κυνικά ότι το πρόγραμμα δεν βγαίνει και ότι οι προβλέψεις έπεσαν παταγωδώς έξω (τη στιγμή που η ανεργία έχει ήδη χτυπήσει το 30%, ο Ρουμελιώτης λέει ότι το ΔΝΤ προέβλεπε ότι αυτή δεν θα ξεπερνούσε το… 14%).

Ως αποτέλεσμα των οικονομικών αδιεξόδων, οι εσωτερικές έριδες της κυβέρνησης μετεξελίσσονται σε εσωτερικές συγκρούσεις. Η ανοιχτή αντιπαράθεση Βενιζέλου-Αβραμόπουλου γύρω από το σκάνδαλο των ναυπηγείων Σκαραμαγκά είναι μόνον ένα επεισόδιο αυτών των εσωτερικών συγκρούσεων, αλλά είναι πολύ χαρακτηριστικό της έντασής τους. Όταν ο Τσίπρας εξήγγειλε ότι θα ζητήσει τη συγκρότηση εξεταστικής επιτροπής για να ερευνήσει τη σύμβαση για τα ναυπηγεία Σκαραμαγκά που υπέγραψαν το 2010 ο Βενιζέλος και ο Παπακωνσταντίνου, ο Αβραμόπουλος έθαψε τον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ λέγοντας ότι «αν δεν είχαν λειτουργήσει κάποιοι κάποτε “υποβρυχίως”, δεν θα είχε προκύψει το πρόβλημα» και ενθάρρυνε τον ΣΥΡΙΖΑ να προχωρήσει στην εξεταστική λέγοντας ότι «είναι αναφαίρετο δικαίωμα κάθε κόμματος να το κάνει αυτό». Οργισμένος ο Βενιζέλος απάντησε ότι «δεν είναι δουλειά των υπουργών να χαϊδεύουν την αντιπολίτευση» και είναι χαρακτηριστικό ότι τα «Νέα», με πολύ επιθετικό τρόπο, καταλόγισαν στον Αβραμόπουλο φλερτ με τον ΣΥΡΙΖΑ.

Όμως δεν μιλάμε μόνον για αντιπαράθεση μεταξύ των δύο κομμάτων. Στο εσωτερικό της ΝΔ η κρίση που υποβόσκει είναι πολύ έντονη και απλώς δημοσιοποιήθηκε προς τα έξω με τη ρήξη γύρω από την ακροδεξιά θεωρία των δύο άκρων. Ασφαλώς η Μπακογιάννη, ο Προβόπουλος, ο Αντώναρος, ο Κακλαμάνης και μερίδα καραμανλικών δεν αγάπησαν αίφνης την Αριστερά. Αν το ακροδεξιό εμφυλιοπολεμικό σενάριο που τους σερβίρει η παλιοπαρέα της Πολιτικής Άνοιξης ήταν ρεαλιστικό, τότε θα το δεχόντουσαν χωρίς πολλές κουβέντες. Όμως ξέρουν ότι αυτό το σενάριο δεν βγαίνει.

Το τελευταίο χαρτί
Τρίτον, η ακροδεξιά κυβέρνηση δεν μπορεί να πείσει τους δανειστές. Σύμφωνα με τη γερμανική εφημερίδα «Die Zeit» (17/10) το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών επεξεργάζεται νέο πακέτο «βοήθειας» για την Ελλάδα, το οποίο θα περιλαμβάνει νέο δάνειο, χαμηλά επιτόκια, μεγαλύτερα διαστήματα αποπληρωμής και φυσικά… νέα μέτρα. Σύμφωνα με την εφημερίδα, σχεδιάζονται νέα σενάρια για την Ελλάδα, επειδή μετά το τέλος του τρέχοντος προγράμματος, θεωρείται απίθανη η επιστροφή της χώρας στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Ένα ενδεχόμενο είναι η χρηματοδότηση της Ελλάδας έως τις αρχές του 2016, οπότε και εκπνέει το πρόγραμμα του ΔΝΤ, με ένα ποσό το οποίο εκτιμάται σε «μεγάλο μονοψήφιο αριθμό» δισεκατομμυρίων.

Ο Σαμαράς ήθελε τουλάχιστον ένα δωράκι (π.χ., νέο κούρεμα του χρέους) για να μπορέσει να συνεχίσει με αυτή την πολιτική. Όμως το δωράκι δεν έρχεται ποτέ: πρώτα έπρεπε να περιμένει τις γερμανικές εκλογές, καθώς δήθεν έπειτα από αυτές η Μέρκελ θα μπορούσε να κάνει κάποιες «παραχωρήσεις». Όμως η Μέρκελ δεν έδωσε κανένα δωράκι μετά τις εκλογές. Έτσι τώρα η αναμονή πήγε ακόμη πιο μακριά: μετά τις ευρωεκλογές.

Έτσι οι Σαμαροβενιζέληδες αναγκάζονται να παίξουν το τελευταίο τους χαρτί, την επικοινωνιακή «ρήξη» με την τρόικα. Όμως την ίδια στιγμή που οι Σαμαροβενιζέληδες υποτίθεται ότι χτυπούν το χέρι στο τραπέζι των δανειστών αποκλείοντας νέα μέτρα και κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου εκλογικής νίκης του ΣΥΡΙΖΑ, ο εκλεκτός των δανειστών και του ελληνικού κεφαλαίου, Στουρνάρας, μιλάει για «κόλαση μέχρι τον Ιούνιο» εξαγγέλλοντας υλοποίηση των «παλιών» μέτρων, αλλά και νέα μέτρα τα οποία λέει δεν θα είναι δημοσιονομικά αλλά «διαρθρωτικά» και «στοχευμένα» -δεν θα είναι Γιάννης, θα είναι Γιαννάκης. Σε αυτό το πλαίσιο έρχεται η νέα καταιγίδα του Βρούτση με νέες περικοπές 20% σε κύριες και επικουρικές συντάξεις, καθώς και στα εφάπαξ με την αλλαγή στον υπολογισμό τους. Σε αυτό το πλαίσιο ο Μητσοτάκης προσπαθεί να προχωρήσει σε όσο το δυνατόν περισσότερες απολύσεις μπορεί. Σε αυτό το πλαίσιο έγινε και το άρον άρον χάρισμα ακινήτων του Δημοσίου σε εξευτελιστικές τιμές στους αγαπημένους τους τραπεζίτες και σε ισραηλινά funds.

Παράλληλα με την αντιλαϊκή πολιτική στο εσωτερικό, ο Σαμαράς προσπαθεί να δέσει τη χώρα σε όσο το δυνατόν περισσότερες ιμπεριαλιστικές συμφωνίες για την εκμετάλλευση της Μεσογείου. Επίσης ο ίδιος προσπαθεί να συμμετάσχει όσο πιο ενεργά γίνεται στην οικοδόμηση της θεσμικής ρατσιστικής Ευρώπης, της Ευρώπης-φρούριο. Γι’ αυτό πήγε στη Μάλτα: Αφού εξασφάλισε, μαζί με το ΠΑΣΟΚ, ότι με τον τοίχο στον Έβρο οι μετανάστες πλέον θα πεθαίνουν κατά χιλιάδες στα νερά του Αιγαίου, της Λαμπεντούζα και της Ισπανίας, τώρα τρέχει στη Μάλτα για να συμμετάσχει σε περαιτέρω συμφωνίες-εγκλήματα.

Απέναντι στην παραπαίουσα αλλά επικίνδυνη κυβέρνηση η Αριστερά οφείλει να εντείνει τους αντιπολιτευτικούς τόνους και να μην ενδώσει σε φωνές καταλλαγής και «συνεννόησης» με τους «λογικούς» εκπροσώπους του μνημονίου, δηλ. με «φωτισμένους» δεξιούς. Αντίθετα, πρέπει να συμβάλει στην επιτυχία των νέων κινητοποιήσεων που εξαγγέλλουν τα συνδικάτα, με κορύφωση την 6η Νοέμβρη, αλλά και να εντείνει τη στήριξη στους επιμέρους αγώνες που συνεχίζουν οι καθηγητές, οι εργαζόμενοι στα ΑΕΙ, οι εργαζόμενοι στην ΕΡΤ και αλλού.

Τα λεφτά φτάνουν
Και όταν οι απολογητές του συστήματος μάς ρωτούν με δήθεν απορία «πού θα βρείτε τα λεφτά;», ας δείχνουμε τα στοιχεία όπως αυτά της Welth X που παρουσίασε το «Βήμα της Κυριακής»: οι 505 Έλληνες πολυεκατομμυριούχοι διαθέτουν συνολική περιουσία 60 δισεκατομμυρίων ευρώ την οποία είδαν μάλιστα να αυξάνεται κατά 20% σε σχέση με πέρυσι! Σύμφωνα με την έρευνα, μάλιστα, οι πολίτες με περιουσία άνω του 1 εκατομμυρίου ευρώ θα αυξηθούν, ενώ από τα τμήματα private banking των τραπεζών ο αριθμός τους υπολογίζεται στις 8.000. Άλλωστε μόνο στο Χρηματιστήριο Αθηνών υπάρχουν 2.678 πρόσωπα που διαθέτουν μετοχές που ξεπερνούν σε αξία το ένα εκατομμύριο ευρώ. Σύμφωνα με την Credit Suisse ο μέσος πλούτος της χώρας μας ανά ενήλικο βρίσκεται λίγο παραπάνω από τα 76.000 ευρώ, καθώς η εκτόξευση των χρηματιστηριακών τιμών ισοστάθμισε τη φετινή πτώση στην αξία των ακινήτων.

Αν υπήρχε απόλυτη ισοκατανομή ακόμη και του σημερινού κουτσουρεμένου ΑΕΠ, προσθέτουμε εμείς, θα αντιστοιχούσαν πάνω από 60.000 ευρώ το χρόνο σε κάθε τετραμελή οικογένεια, λύνοντας το πρόβλημα της φτώχειας σε μια νύχτα. Αυτή την ισοκατανομή πλούτου και εισοδήματος είναι που τρέμει η άρχουσα τάξη. Αυτό είναι που οφείλει να κάνει η Αριστερά.