Με απόλυτη συνέπεια στις μνημονιακές «υποχρεώσεις», διαρκείς συμβιβασμούς με το εγχώριο και διεθνές σύστημα και συνεχή πολιτική μετατόπιση και εξαλλαγή σε συστημική κατεύθυνση, «απαντάει» η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στη ραγδαία αποδυνάμωση των κοινωνικών της στηριγμάτων, που από τις αρχές Σεπτεμβρίου την έφερε μπροστά στον κίνδυνο πολιτικής κατάρρευσης.

Τα υποτιθέμενα «μέτωπα αντίστασης» και «σύγκρουσης», όπως η «κόντρα» του υπουργού Παιδείας με την Εκκλησία ή η «πάταξη της διαπλοκής» με τη διαδικασία αδειοδότησης των καναλιών, κατέρρευσαν μέσα στη γενική χλεύη. Το «πρόταγμα» της παραμονής στην κυβέρνηση που ενέπνευσε τη μνημονιακή στροφή το καλοκαίρι του 2015, με το επιχείρημα ότι «η Αριστερά δεν μπορεί να λιποτακτήσει», αποδεικνύεται ότι οδηγεί σε ολοκληρωτική λιποταξία από τις ιδέες και τα προτάγματα της Αριστεράς και σε πλήρη προσχώρηση όχι μόνο στις πολιτικές της φιλελεύθερης σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και στον πολιτικό χώρο του σοσιαλδημοκρατικού Κέντρου. 
Παρά τον θεαματικό της χαρακτήρα, ωστόσο, η συστημική προσαρμογή δεν αποδεικνύεται αρκετή για να θωρακίσει την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ απέναντι στον κίνδυνο της πολιτικής κατάρρευσης, αντίθετα τη φέρνει όλο και πιο κοντά. Ακόμη χειρότερα, ενώ η μνημονιακή στροφή έγινε στο όνομα της αποφυγής της «καταστροφής» της εξόδου από την Ευρωζώνη, η συζήτηση ότι το ελληνικό πρόγραμμα δεν «βγαίνει» και ότι ίσως η μόνη ρεαλιστική λύση είναι η έξοδος από την Ευρωζώνη ξανάνοιξε διεθνώς, στην Ουάσινγκτον αλλά και στην ίδια τη Γερμανία. 
«Ναι σε όλα», σε όλους!
Κυβερνητικές διαρροές με τη μορφή ρεπορτάζ λένε ότι η κυβέρνηση έχει αποφασίσει πως η δεύτερη αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος πρέπει να ολοκληρωθεί σύντομα –η έκφραση είναι fast track αξιολόγηση. Η εξήγηση γι’ αυτήν τη... μνημονιακή θέρμη είναι απλή: 
Πρώτον, η κυβέρνηση γνωρίζει πολύ καλά ότι με τους «λογαριασμούς» που άνοιξε με τμήματα του βαθέος κράτους και του εγχώριου συστήματος και έχοντας καταφέρει να αναδείξει τον Κυριάκο Μητσοτάκη σε πραγματική απειλή, η παραμονή της στην εξουσία στηρίζεται πλέον κατά κύριο λόγο στους... δανειστές! Οι οποίοι τη θεωρούν «καταλληλότερη» να επιβάλει και να διαχειριστεί το τρίτο μνημόνιο όχι μόνο χωρίς μεγάλες κοινωνικές αντιδράσεις αλλά και χρεώνοντάς το στην Αριστερά. Επιπλέον, σε μια συγκυρία επερχόμενων πολλαπλών και κρίσιμων εκλογικών αναμετρήσεων στην Ευρώπη και «εκφυλιστικής στασιμότητας» για την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι δανειστές αποποιούνται το ρίσκο άμεσων πολιτικών ανατροπών στην Ελλάδα. Δεύτερον, η γενική συστημική προσαρμογή οδηγεί αναπόφευκτα και σε υιοθέτηση του συστημικού success story που ενέπνευσε και τον Αντώνη Σαμαρά: η πιστή εφαρμογή του μνημονιακού προγράμματος θα φέρει υποτίθεται... ανάπτυξη και μείωση της ανεργίας, συμμετοχή στο πρόγραμμα «ποσοτικής χαλάρωσης» (QE) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και –κυρίως– ελάφρυνση του χρέους, που με τη σειρά του θα κάνει την Ελλάδα ελκυστικό προορισμό για τις ξένες επενδύσεις. Ένα τέτοιο success story προϋποθέτει το «Ναι σε όλα» στις απαιτήσεις των δανειστών. 
Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Τα έντονα σημάδια κυβερνητικού εκφυλισμού και αστάθειας υποχρεώνουν και σε διαρκείς συμβιβασμούς στο εσωτερικό. Η ντροπιαστική αναδίπλωση και συμβιβασμός με την Εκκλησία, ύστερα από την πρόσκαιρη «ανταρσία» του Φίλη, είναι απολύτως ενδεικτική. 
Η κυβέρνηση κάνει ό,τι μπορεί –για το κεφάλαιο!
Ενώ όλα τα υποτιθέμενα «φιλολαϊκά» διαβήματα της κυβέρνησης καταρρέουν και συρρικνώνονται στα... γεμιστά της κ. Θεανώς Φωτίου, δεν μπορεί κανείς να την κατηγορήσει ότι δεν κάνει ό,τι μπορεί για τα συμφέροντα της αστικής τάξης. Δύο ζητήματα είναι εδώ εντελώς χαρακτηριστικά: 
α. Η ντροπιαστική και άκρως υπονομευτική για τα έσοδα, ίσως και για την ίδια της την επιβίωση, «προγραμματική συμφωνία» της ΔΕΗ με τον όμιλο Μυτιληναίου. Η συμφωνία προβλέπει έκπτωση περίπου 40% στα τιμολόγια παροχής ρεύματος υψηλής τάσης από τη ΔΕΗ στην Αλουμίνιον της Ελλάδος για μία δεκαετία. Σε ερώτηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η ΔΕΗ απάντησε ότι για τη χρονική περίοδο 1.1.2014 - 30.6.2016 οι απώλειες για τη ΔΕΗ από την παλαιά ρύθμιση με την Αλουμίνιον ανήλθαν στο ποσό των 54,4 εκατ. ευρώ. Αν αυτές ήταν οι απώλειες για διάρκεια 2,5 χρόνων, μπορούμε να αντιληφθούμε πόσες θα είναι για τη διάρκειας μίας δεκαετίας νέα συμφωνία. Και φυσικά δεν είναι μόνο η Αλουμίνιον της Ελλάδος, αλλά και όλες οι άλλες βιομηχανίες υψηλής ενεργειακής έντασης, που εντελώς αναμενόμενα θα ζητήσουν ανάλογη μεταχείριση. Οι απλήρωτες οφειλές προς τη ΔΕΗ ανέρχονται ήδη σε πάνω από 1 δισ. ευρώ, πολλοί εκτιμούν ότι η επιχείρηση θα αντιμετωπίσει άμεσα προβλήματα ρευστότητας στους επόμενους μήνες, η ίδια η ΔΕΗ για τα λαϊκά νοικοκυριά προβλέπει μόνο διευκολύνσεις πληρωμής σε δόσεις και κόβει το ρεύμα, αλλά για τους μεγάλους καπιταλιστικούς ομίλους η «μεταχείριση» είναι φιλική... 
β. Οι προτάσεις που προωθεί ο υπουργός Ανάπτυξης κ. Σταθάκης για τη διαχείριση των «κόκκινων» επιχειρηματικών δανείων. Η πώληση τραπεζικών δανείων στα distress funds, ένα αντιλαϊκό μέτρο και «μηχανάκι» πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας, αποδεικνύεται μέτρο εξαιρετικά ωφέλιμο για τους επιχειρηματίες. Η πρόταση του Σταθάκη –που ισχυρίζεται ότι βλέπουν θετικά ή και έχουν αποδεχτεί οι δανειστές– είναι η εξής: αφού τα distress funds θα μπορούν να αγοράζουν τα «κόκκινα» επιχειρηματικά δάνεια στο 15-20% της ονομαστικής τους αξίας, να έχουν το δικαίωμα να κάνουν το ίδιο και οι επιχειρηματίες, δηλαδή να «αγοράζουν»-εξοφλούν τα δάνειά τους στο 15-20% της συνολικής οφειλής. Ακόμη και αν η πρόταση προβλέπει μια μικρότερη «έκπτωση» (αντί για 85-90%, ας πούμε 70%), πρόκειται για μια γενναία σεισάχθεια και «βαθύ κούρεμα» των επιχειρηματικών χρεών. Στην οποία το πιθανότερο είναι ότι θα συναινέσουν και οι δανειστές... Είναι το «δικαίωμα στη δεύτερη ευκαιρία» που υποσχέθηκε στους επιχειρηματίες ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη ΔΕΘ... 
Το πρόγραμμα «δεν βγαίνει»...
Ενώ το πλιάτσικο του τρίτου μνημονίου συνεχίζεται, με το εγχώριο και διεθνές κεφάλαιο να απολαμβάνουν ελκυστικά «μερίσματα» απ’ αυτό, στην Ουάσινγκτον και στο Βερολίνο επανήλθε η δημόσια συζήτηση για πιθανή έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη. Στα πρωτοσέλιδα των γερμανικών εφημερίδων της 11ης Οκτωβρίου το «ρεζουμέ» ήταν το εξής: το ελληνικό πρόγραμμα «δεν βγαίνει», η Ελλάδα «βασανίζεται και μας βασανίζει» εντός Ευρωζώνης, η μόνη λύση είναι ο συνδυασμός διαγραφής χρέους και εξόδου από την Ευρωζώνη. 
Το «μπαράζ» αυτό των γερμανικών εφημερίδων «εμπνέεται» από τις διεργασίες και τις «κόντρες» μεταξύ ΔΝΤ και Ευρωπαίων δανειστών αλλά και μεταξύ ΗΠΑ και Γερμανίας, που πήραν τη μορφή χτυπημάτων «κάτω από τη ζώνη» και ιμπεριαλιστικού «εμφυλίου», στο πλαίσιο των εργασιών της ετήσιας συνόδου του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας. 
Στη συζήτηση για το ελληνικό πρόγραμμα, το ΔΝΤ έθεσε τη γνωστή του άποψη, ότι τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα δεν είναι εφικτά ούτε πολιτικά διαχειρίσιμα, ότι ρεαλιστικά είναι πρωτογενή πλεονάσματα 1,5%, γι’ αυτό απαιτείται διαγραφή του ελληνικού χρέους. Η ευρωπαϊκή και ιδιαίτερα η γερμανική πλευρά απαντούν ότι διαγραφή χρέους εντός της Ευρωζώνης δεν είναι εφικτή, και «αντικαθιστούν» τη διαγραφή χρέους με υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα. 
Επειδή η ευρωπαϊκή και η διεθνής συγκυρία «απαιτούν» τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, αλλά επειδή ταυτόχρονα οι γερμανικές εκλογές «απαιτούν» τουλάχιστον την αναβολή της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους, το αδιέξοδο είναι πλήρες. 
Αν προσέξει όμως κανείς καλύτερα, υπάρχει κοινός παρονομαστής ανάμεσα στην άποψη του ΔΝΤ και τη γερμανική άποψη: διαγραφή χρέους, αλλά εκτός Ευρωζώνης! Εξάλλου ο Σόιμπλε δεν έχει γενικώς αποκλείσει τη διαγραφή χρέους, αλλά ειδικώς τη διαγραφή χρέους εντός Ευρωζώνης... Σε δημοσιεύματα του αγγλοσαξονικού Τύπου, η ελληνική «διάσωση» αντιμετωπίζεται εδώ και καιρό, αλλά ιδιαίτερα αυτές τις μέρες, σαν ένα «βασανιστήριο άνευ νοήματος και άνευ αποτελέσματος». 
Όλα αυτά αποδεικνύουν ότι ο μνημονιακός κατήφορος δεν έχει «πάτο», όπως και η μνημονιακή και γενικότερα συστημική προσαρμογή της κυβέρνησης. Που όσο προσαρμόζεται, τόσο βουλιάζει στον μνημονιακό βούρκο, στον εκφυλισμό και στην αστάθεια.