Η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ξαναχτυπά την εργατική βάση των σωματείων

εργασία / Κατερίνα Γιαννούλια, μέλος του ΓΣ της ΑΔΕΔΥ / 25.01.2018

Με τη νέα επίθεση στις συνδικαλιστικές κατακτήσεις και στο δικαίωμα στην απεργία η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επαναβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει γυρισμός από τον μνημονιακό κατήφορο.

H σύμπλευση της πάλαι ποτέ αριστεράς (του ΣΥΡΙΖΑ) με το κεφάλαιο έχει μετατρέψει την κυβέρνηση σε εκφραστή των συμφερόντων του κεφαλαίου και γι’ αυτό υλοποιεί με εκπληκτική αφοσίωση τις χρόνιες απαιτήσεις του όπως είναι αυτό της κατάργησης του απεργιακού δικαιώματος, αλλά και των υπολοίπων εργατικών κατακτήσεων των Σωματείων, όπως είναι η υπογραφή των συλλογικών συμβάσεων.
Από τα χρόνια της μεταπολίτευσης και μετά, ο ΣΕΒ και όλες οι αστικές και συστημικές δυνάμεις προσπαθούν να καταργήσουν την ταξική πάλη, όπως χαρακτηριστικά μας θυμίζει ο Σωτήρης Μάρταλης στη διπλανή σελίδα, αναφέροντας τα λεγόμενα του υπουργού Λάσκαρη της κυβέρνησης Καραμανλή.
Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επιχειρεί συστηματικά να αφαιρέσει κάθε δυνατότητα συλλογικής διεκδίκησης από τα συνδικάτα και νομοθετεί συνεχώς υπέρ των εργοδοτών. Είναι η δεύτερη φορά (η πρώτη ήταν κατά την ψήφιση του μεσοπρόθεσμου, το Μάιο του 2017) που επιφέρει αντεργατικές αλλαγές στο νόμο 1264/1982. Έχει ήδη νομοθετήσει, δηλαδή, δυσμενώς για τις συνδικαλιστικές δυνατότητες που είχαν κυρίως τα πρωτοβάθμια σωματεία και οι ομοσπονδίες.
Τώρα, υπερδιπλασιάζει τον αριθμό των εργαζομένων που χρειάζεται να είναι παρόντες σε γενική συνέλευση πρωτοβάθμιου σωματείου, ώστε να προκηρύξουν απεργία. Έτσι, το νέο όριο για προκήρυξη απεργίας τίθεται στο 50%+1 των ταμειακώς εντάξει μελών, ενώ στον 1264/82 στην πρώτη γενική συνέλευση απαιτούνταν πλειοψηφία στο 1/3 και στην τρίτη γενική συνέλευση στο 1/5.
Είναι προφανής η στόχευση, όπως περιγράφει κι ο Γιάννος Γιαννόπουλος από κάτω, που είναι να πληγεί η βάση των συλλογικά οργανωμένων εργαζομένων και μάλιστα σε πολύ δύσκολους και άγριους χώρους, όπως είναι ο ιδιωτικός τομέας.
Το σίγουρο είναι ότι οι επιθέσεις στις συνδικαλιστικές κατακτήσεις, σε επόμενες φάσεις, θα επεκταθούν σε μεγαλύτερα τμήματα ομοσπονδιών και συνομοσπονδιών, που προσωρινά φαίνεται να ξεφεύγουν.
Νομοθεσία υπέρ των εργοδοτών
Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ συμπληρώνει το νομοθετικό οπλοστάσιο των εργοδοτών, με την κατάργηση, στην πράξη, του δικαιώματος των σωματείων να προκηρύσσουν απεργία.
Τα υπόλοιπα κομμάτια του αντεργατικού παζλ τα βιώνουμε καθημερινά, με την πλειοψηφία των απεργιών να κρίνονται από τα δικαστήρια παράνομες ή/και καταχρηστικές, με την προηγούμενη νομοθέτηση του έμμεσου δικαιώματος εργοδοτικής ανταπεργίας (λοκ-άουτ), με τη διευκόλυνση που παρέχει στους εργοδότες για απολύσεις συνδικαλιστών λόγω «αδικαιολόγητης απουσίας» εργαζομένων για πάνω από τρεις μέρες, με την αναγγελία για «κωδικοποίηση της εργατικής νομοθεσίας» με την αφαίρεση του δικαιώματος για καθορισμό μισθών και συλλογικών συμβάσεων από τα σωματεία, με τη θεσμοθέτηση των «Ενώσεων Προσώπων» που έχουν δικαίωμα να συγκροτήσουν οι εργοδότες με τη συμφωνία μόλις του 15% του συνόλου των εργαζομένων σε μία επιχείρηση, στήνοντας εργοδοτικές δομές και παρακάμπτοντας τα αληθινά σωματεία των εργαζομένων, με τη γενίκευση των «εσωτερικών κανονισμών» και των «αξιολογήσεων» των εργαζομένων, με τη μείωση σε αριθμό και ρόλο των επιθεωρητών εργασίας.
Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, όπως και ο ΣΕΒ κι οι «δανειστές» ξέρουν καλά ότι... ο Λάσκαρης δεν κατάφερε να καταργήσει την ταξική πάλη, ούτε βέβαια και η απογοήτευση που ο ΣΥΡΙΖΑ έσπειρε θα κρατήσει για πάντα και δεν θα μετατραπεί σε οργή και οργανωμένη αντίδραση από τα συλλογικά εργαλεία των εργαζομένων, που είναι τα συνδικάτα.
Αντιδράσεις; 
Θα περίμενε κανείς ότι τα κόμματα που καταχράστηκαν τα δικαιώματα της συνδικαλιστικής νομοθεσίας (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και τα παρακλάδια τους), αλλά και ανεκδιήγητοι μιμητές τους, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, αυτοί που μετέτρεψαν τις συνδικαλιστικές ελευθερίες σε προνόμια για ίδιο όφελος και μακριά από το συμφέρον αυτών που εκπροσωπούσαν, αυτοί (ο παλιός και νέος κυβερνητικός συνδικαλισμός) που λέρωσαν την έννοια του συνδικαλισμού και την έκαναν ταυτόσημη με κάτι πολύ βρόμικο, αυτοί που βγαίνουν από τα πολυτελή γραφεία τους για να κυκλοφορήσουν μόνο σε διαδρόμους και γραφεία της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας, έχοντας ξεχάσει το πεζοδρόμιο και τις διαδηλώσεις των ανθρώπων της εργατικής τάξης, θα είχαν, αν όχι την ευαισθησία, το ιδιοτελές συμφέρον να υπερασπιστούν την υπάρχουσα νομοθεσία, ώστε να διατηρήσουν τις «καρεκλίτσες» τους.
Δεν συμβαίνει όμως αυτό! Παράξενο; Καθόλου! 
Οι συνδικαλιστές των ΠΑΣΚΕ (ΔΗΣΥΠ)-ΔΑΚΕ-ΣΥΡΙΖΑ και των όποιων παραφυάδων τους, σε συμπαγή και αδιαίρετη σύμπλευση μεταξύ τους, αλλά και με τους εργοδότες και την κυβέρνησή τους, σε ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ-ΕΚΑ, αρνούνται συστηματικά και επίμονα να υπερασπιστούν τουλάχιστον το υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο των συνδικαλιστικών κατακτήσεων και έτσι το μόνο που έχει προκηρυχτεί (κι αυτό με πολύ πίεση από την Αριστερά) είναι μία 3ωρη πανελλαδική στάση εργασίας από την ΑΔΕΔΥ, τη μέρα ψήφισης της κατάργησης του απεργιακού δικαιώματος, μαζί με τα υπόλοιπα 69 αντεργατικά και αντιλαϊκά προαπαιτούμενα της τρίτης αξιολόγησης.
Οι παρατάξεις της Αριστεράς (ΜΕΤΑ-Παρεμβάσεις-ΠΑΜΕ)  σε μία κοινή πρωτοβουλία (που αν συνεχιζόταν και επεκτεινόταν θα βοηθούσε στην ανασύνταξη του εργατικού κινήματος) στην ΑΔΕΔΥ, ζήτησαν έκτακτη Εκτελεστική Επιτροπή (που πραγματοποιήθηκε στις 3/1), για να προκηρυχθεί 24ωρη απεργία απέναντι στην αλλαγή του συνδικαλιστικού νόμου και τα μέτρα της τρίτης αξιολόγησης.
Το ΜΕΤΑ και οι Παρεμβάσεις πρότειναν 2ήμερο κινητοποιήσεων, με συλλαλητήρια στις 10/1 ενάντια στους πλειστηριασμούς της λαϊκής περιουσίας, 24ωρη απεργία στις 11/1 για τα νέα μέτρα και συλλαλητήριο τη μέρα ψήφισης του πολυνομοσχέδιου, ώστε η πρωτοβουλία των κινητοποιήσεων να βρίσκεται στην πλευρά των εργαζομένων.
Το ΠΑΜΕ, δυστυχώς, δεν συντάχθηκε με αυτή την πρόταση. Πρότεινε 24ωρη απεργία τη μέρα ψήφισης των μέτρων, αφήνοντας την πρωτοβουλία των κινήσεων στην κυβέρνηση.  
Υπό το βάρος των μέτρων και προκειμένου να αντιμετωπιστεί το αρραγές μπλοκ των μνημονιακών συνδικαλιστικών δυνάμεων, ΔΑΚΕ-ΠΑΣΚ-ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΑΤΡΟΠΗ (παράταξη Μπαλασόπουλου) που δεν τάσσονταν υπέρ μιας κινητοποίησης αντάξιας της ευθείας επίθεσης που δέχεται ιδιαίτερα το οργανωμένο συνδικαλιστικό κι εργατικό κίνημα, το ΠΑΜΕ επανεξέτασε την προβληματική αρχική θέση του κι έθεσε την πρόταση για απεργία στις 12/1. 
Οι δυνάμεις του ΜΕΤΑ, παρά τους χρονικούς περιορισμούς για αποτελεσματική προπαγάνδιση της απεργίας αυτής, με στόχο να μην μείνουν χωρίς τη δέουσα απάντηση η κυβέρνηση, ο ΣΕΒ κι οι «θεσμοί», οι Παρεμβάσεις, αλλά και ομοσπονδίες και πρωτοβάθμια σωματεία κινήθηκαν προς την επιβολή αυτής της μέρας απεργίας (12/1) παντού, με αποφάσεις όπου μπόρεσαν, κόντρα στη συνειδητή απραξία των πλειοψηφιών σε ΑΔΕΔΥ-ΓΣΕΕ-ΕΚΑ.
Διέξοδος 
Αυτός ο τρόπος είναι μια καλή λύση. Αυτή είναι η πρόταση που γίνεται εδώ και καιρό από τις δυνάμεις του ΜΕΤΑ, για κοινές πρωτοβουλίες της Αριστεράς (Κέντρο Αγώνα) που θα έχουν τη δύναμη να παρακάμπτουν τις μνημονιακές, γραφειοκρατικές και κυβερνητικές συνδικαλιστικές ηγεσίες.
Μέχρι να καταφέρουμε να αλλάξουμε τους συσχετισμούς στα συνδικάτα, μέχρι οι ηγεσίες να γίνουν εξίσου ταξικές με τη βάση, η Αριστερά πρέπει να κάνει γρήγορα βήματα για να υπερασπιστεί τα εργατικά συμφέροντα.
Η Αριστερά βρίσκεται ούτως ή άλλως μαζί στους αγώνες (για τους πλειστηριασμούς, το συνδικαλιστικό νόμο, την αξιολόγηση, τους συμβασιούχους) και αντί να κινείται παράλληλα, θα είναι πολύ πιο χρήσιμο να κινηθεί συνεννοημένα και διασταυρούμενα, για να αποκτηθεί κάποτε η απαραίτητη αυτοπεποίθηση, εμπιστοσύνη και μαζικότητα του εργατικού κινήματος, στο δρόμο όπου δίνονται οι μάχες.