Ενώ τα φώτα της δημοσιότητας συγκεντρώνονταν στη Γενεύη, και όλοι ανέμεναν εξελίξεις στο διπλωματικό πεδίο, τελικά οι εξελίξεις έτρεξαν πολύ γρηγορότερα στο συριακό έδαφος και το στρατιωτικό πεδίο.

Έχουμε ξαναγράψει ότι ενώ γίνονται οι συναντήσεις στα γραφεία και στα ξενοδοχεία, όλες οι πλευρές επιχειρούν να βελτιώσουν με στρατιωτικούς όρους τη θέση τους στο διαπραγματευτικό τραπέζι, δοκιμάζοντας τα όρια και τις αντοχές της «άλλης πλευράς». Αυτό συνέβη και τις τελευταίες εβδομάδες, μόνο που οξύνθηκε σε βαθμό που απειλεί την ίδια τη διαπραγμάτευση. Το κουβάρι των ανταγωνισμών είναι τόσο πολύπλοκο, που ανά πάσα στιγμή απειλεί να τινάξει στον αέρα την περιοχή. Ακόμα και αν οι μεγάλες δυνάμεις (ΗΠΑ, Ρωσία) επιδιώκουν «στο τέλος της ημέρας» την συνεννόηση, ο ανταγωνισμός μεταξύ τους και τα συμφέροντα των περιφερειακών δυνάμεων-συμμάχων τους μπορούν ανά πάσα στιγμή να οδηγήσουν σε ανάφλεξη. 
Στα μέσα του περασμένου καλοκαιριού, ο Κασέμ Σουλεϊμάνι, διοικητής των Επίλεκτων Δυνάμεων του Ιράν, που έχει αναλάβει τον πόλεμο στη Συρία, ταξίδεψε στη Μόσχα. Εκεί λέγεται πως ανέφερε ότι ο στρατός του Άσαντ είναι έτοιμος να καταρρεύσει. 
Η αντεπίθεση Ρωσίας-Άσαντ
Η ρωσική επέμβαση αρχικά ματαίωσε αυτήν την προοπτική, ακύρωσε ντε φάκτο προτάσεις όπως της Τουρκίας για «Ζώνη Απαγόρευσης Πτήσεων» (καθώς στην Ουάσινγκτον δεν υπάρχει καμιά πρόθεση να αρχίσουν να καταρρίπτουν ρωσικά μαχητικά με ό,τι αυτό συνεπάγεται) και έκανε και επίδειξη δύναμης. 
Ενόψει διαπραγματεύσεων, η κλιμάκωση των επιχειρήσεων στόχευε (και πέτυχε) να διασφαλιστεί ο έλεγχος του Άσαντ πάνω στο «Υ»: Κάτω βρίσκεται η πρωτεύουσα Δαμασκός, στο κέντρο η κομβική πόλη Χομς, στο πάνω δεξιά άκρο το Χαλέπι (η «οικονομική πρωτεύουσα») και στο πάνω αριστερά άκρο το λιμάνι της Λατάκιας. Ο έλεγχος του «Υ» δεν είναι πολύτιμος μόνο στρατιωτικά και οικονομικά (ως γραμμές ανεφοδιασμού) αλλά και πολιτικά: Μετατρέπει –στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων– τον Άσαντ από μία από τις πολλές εμπόλεμες πλευρές που ελέγχει διάφορα κομμάτια της χώρας σε «κυρίαρχη δύναμη» που θυμίζει –ξανά ύστερα από χρόνια– «κυβέρνηση». 
Η επιτυχία αυτών των στόχων, με την ανοχή (ή αδυναμία να αντιδράσουν) των ΗΠΑ, ακόμα και μετά το περιστατικό με την κατάρριψη ρωσικού μαχητικού από την Τουρκία, φαίνεται πως άνοιξε την όρεξη της Μόσχας και της Δαμασκού. 
Καθώς η «Ανώτατη Διαπραγματευτική Επιτροπή» (το τμήμα της αντιπολίτευσης που έχει τεθεί υπό την αιγίδα της Σαουδικής Αραβίας) ταλαντευόταν για το αν θα συμμετάσχει τελικά στη Γενεύη ή όχι, εξαπολύθηκε νέα σαρωτική επίθεση:
Ρωσικοί βομβαρδισμοί έχουν προκαλέσει άτακτη υποχώρηση των αντικαθεστωτικών ανταρτών (και μαζί τους δεκάδων χιλιάδων άμαχων προσφύγων που συρρέουν στα σύνορα με την Τουρκία) και έχουν διευκολύνει την ταχύτατη αντεπίθεση των δυνάμεων του Άσαντ και των σιιτικών πολιτοφυλακών από Ιράκ, Αφγανιστάν, Λίβανο, Ιράν που πολεμούν στο πλευρό του. Η έκταση και η ένταση της αντεπίθεσης είναι εντυπωσιακή: Ο Άσαντ ανέκτησε μέσα σε μέρες περιοχές στις οποίες το μέτωπο ήταν καθηλωμένο για μήνες ή και χρόνια, ιδιαίτερα στο Χαλέπι. 
Η επιτυχία της στρατιωτικής επιχείρησης όχι μόνο ενισχύει ακόμα περισσότερο τη θέση του Άσαντ (της Ρωσίας και του Ιράν) στις διαπραγματεύσεις, αλλά καθώς αυτή στρέφεται αποκλειστικά ενάντια στις άλλες αντικαθεστωτικές δυνάμεις (μια ματιά στο χάρτη των εδαφών που ελέγχει η κάθε πλευρά και στο χάρτη των πολεμικών επιχειρήσεων αρκεί), στρώνει το έδαφος στο επιθυμητό για τον Άσαντ σενάριο: Οι εμπόλεμες πλευρές ανάμεσα στις οποίες θα πρέπει να διαλέξουν οι Μεγάλες Δυνάμεις να μείνουν δύο, το καθεστώς και το Ισλαμικό Κράτος, καθώς η Ουάσινγκτον αλλά και οι ευρωπαϊκές δυνάμεις έχουν κάνει σαφές ότι προτιμούν τον Άσαντ από τους τζιχαντιστές.
Οι Σαούντ ρίχνουν λάδι στη φωτιά 
Αλλά αυτή η εξέλιξη δεν πέρασε χωρίς απάντηση. Οι δύο δυνάμεις που έχουν επενδύσει τα περισσότερα στην ανατροπή του Άσαντ, η Τουρκία και η Σαουδική Αραβία, ετοιμάζονται για κλιμάκωση. Και το ότι πρόκειται για συμμάχους (έστω και με διάσταση απόψεων) των ΗΠΑ κάνει την κατάσταση ακόμα πιο επικίνδυνη. 
Οι Σαούντ βλέπουν τις εξελίξεις στη Συρία και την τύχη του Άσαντ μέσα από το πρίσμα του ανταγωνισμού τους με το Ιράν, γι’ αυτό και είναι αποφασισμένοι να πετύχουν την ανατροπή του και κυρίως να διασφαλίσουν ότι στη «μεταπολεμική» Συρία θα έχουν επιρροή αντίστοιχη με της Τεχεράνης. Γι’ αυτό και ξαφνικά ανακάλυψαν ότι μπορούν να συνδράμουν στον πόλεμο κατά του Ισλαμικού Κράτους πιο αποφασιστικά: Στέλνουν μαχητικά αεροπλάνα στην τουρκική βάση του Ιντσιρλίκ και ανοίγουν τη συζήτηση για χερσαία εισβολή στη Συρία. Θεωρούμε ότι οι Σαούντ ανησυχούν όντως για το ΙΚ, αλλά είναι εμφανές ότι η ξαφνική τους ευαισθησία για «ακόμα μεγαλύτερη ενεργοποίηση», στη δεδομένη χρονική συγκυρία, αποτελεί προσπάθεια να πατήσουν κι αυτοί –ένοπλα– πόδι στην περιοχή, και ο πόλεμος κατά του ΙΚ είναι η αφορμή. Άλλωστε το βασίλειο δεν σταματά να τονίζει ότι «ο Άσαντ θα αποτελέσει παρελθόν, είτε μέσω διαπραγματεύσεων είτε με τη βία». Επιμένουν ότι μια χερσαία εισβολή θα γίνει «μόνο υπό την αιγίδα του συνασπισμού που έχουν συγκροτήσει οι ΗΠΑ». Το αποκαλυπτικό είναι πως αφενός δεν θέτουν ζήτημα έγκρισης από τη Δαμασκό και αφετέρου ότι ζητούν έγκριση από την Ουάσινγκτον. 
Η τουρκική παρέμβαση
Στο πλευρό τους βρίσκουν την Τουρκία, που είναι πρόθυμη να φιλοξενήσει σαουδαραβικές δυνάμεις στο Ιντσιρλίκ και συζητά το ενδεχόμενο χερσαίας εισβολής. Για τον Ερντογάν οι υπολογισμοί δεν περιορίζονται στο θέμα της ανατροπής του Άσαντ: ο μεγαλύτερος πονοκέφαλος είναι το κουρδικό ζήτημα. 
Εκμεταλλευόμενες τους ρωσικούς βομβαρδισμούς, οι κουρδικές πολιτοφυλακές YPG και οι σύμμαχοί τους («Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις») κατέλαβαν μια σειρά θέσεων που εγκαταλείφθηκαν από τους άλλους αντικαθεστωτικούς (η στάση των Κούρδων είναι μεγάλο αντικείμενο συζήτησης στη διεθνή Αριστερά, που θα απαιτούσε ξεχωριστό άρθρο, πέρα από το δίπολο είτε της στεγνής καταγγελίας για «οπορτουνισμό» είτε της αποθέωσης της Ροζάβα ως «σοσιαλιστικού πειράματος»). Ως απάντηση, ο τουρκικός στρατός για πρώτη φορά άρχισε να χτυπά με το πυροβολικό του τις θέσεις των Κούρδων μαχητών μέσα στο συριακό έδαφος. Όλες οι κινήσεις του Ερντογάν (στο προσφυγικό, στην παραχώρηση του Ιντσιρλίκ κ.λπ.) στοχεύουν στο να ανακτήσει η Τουρκία τη χαμένη εύνοια της Δύσης, ακριβώς γιατί προς το παρόν αυτήν την εύνοια απολαμβάνουν οι Κούρδοι της Συρίας. Το κουρδικό PYD φαίνεται πως αποτελεί υπόδειγμα για τις ΗΠΑ: Χωρίς να ταυτίζεται με το καθεστώς Άσαντ, ιεραρχεί την πάλη ενάντια στο ΙΚ ως πρώτη προτεραιότητα (αυτό που αρνούνται να πράξουν άλλες αντικαθεστωτικές αντάρτικες δυνάμεις που διεξάγουν «διμέτωπο»). Και γι’ αυτό έχει γίνει αποδέκτης στρατιωτικής στήριξης από τις ΗΠΑ τον τελευταίο έναν χρόνο. Αυτό είναι που προκαλεί εκνευρισμό στην Άγκυρα, που φοβάται μια διευθέτηση του Συριακού όπου όλες οι Μεγάλες Δυνάμεις θα ανάψουν πράσινο φως σε μια κουρδική κρατική οντότητα στα σύνορά της. Τις μέρες πριν εξαπολύσει στρατιωτική επίθεση, ο Ερντογάν το έκανε σαφές καλώντας επανειλημμένα τις ΗΠΑ να διαλέξουν ανάμεσα στην Τουρκία και τους Κούρδους αντάρτες. 
Απειλή γενικευμένης σύρραξης
Κοινή λογική στις κινήσεις των δύο περιφερειακών δυνάμεων είναι να «σύρουν» τις ΗΠΑ στο να διαλέξουν πλευρά και να αξιοποιήσουν τους προνομιακούς δεσμούς τους με τη Δύση στον πόλεμο ενάντια στους «θανάσιμους εχθρούς» τους (το Ιράν για τους Σαούντ, οι Κούρδοι για την Τουρκία). Η Ουάσινγκτον προς το παρόν κινείται προσεκτικά (όπως δείχνει η επαναπροσέγγιση με το Ιράν, η ανοχή στη ρωσική επέμβαση, η έκκληση προς την Τουρκία και τους Κούρδους για «εκατέρωθεν αυτοσυγκράτηση»). Αλλά πρέπει να αποδείξει τη χρησιμότητά της στους «φίλους» και την αποτελεσματικότητά της στους «εχθρούς». Σε αυτό το φόντο, η ενεργοποίηση του Στόλου του ΝΑΤΟ (με αφορμή το Προσφυγικό) δεν είναι διόλου τυχαία.
Συνοψίζοντας, η Ρωσία, το ΝΑΤΟ, το Ιράν, η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία, συγκεντρώνουν δυνάμεις στην ανατολική Μεσόγειο μετατρέποντάς την σε πυριτιδαποθήκη. Σε αυτό το φόντο επιτεύχθηκε η συμφωνία του Μονάχου για δρομολόγηση της εκεχειρίας. Μόνο που από την εκεχειρία εξαιρείται ρητά η «αντιτρομοκρατική δράση». Που σημαίνει ότι ο Άσαντ και η Ρωσία μπορούν να συνεχίσουν να επιχειρούν ενάντια σε όποιον θεωρούν «τρομοκράτη» (δηλαδή όλους τους αντικαθεστωτικούς), ότι η Τουρκία μπορεί να συνεχίσει να χτυπά τους Κούρδους (που θεωρεί τρομοκράτες), ότι η Δύση θα συνεχίσει να βομβαρδίζει (καθώς πολεμά την «τρομοκρατία» του ΙΚ), ότι οι Σαούντ θα συνεχίσουν να απειλούν με εισβολή, στο όνομα «της πάταξης της τρομοκρατίας»... 
Καμία εμπιστοσύνη δεν μπορεί να υπάρξει στα παζάρια της Γενεύης και του Μονάχου. Πέρα από τη χυδαιότητα αυτών των διαπραγματεύσεων, αποδεικνύονται διαρκώς και απρόθυμες και ανίκανες να βάλουν τέλος στον πόλεμο. Η αντιπολεμική, αντιιμπεριαλιστική πάλη από τους λαούς της περιοχής είναι αναγκαία, ενάντια σε κάθε μορφής επέμβαση, από όπου κι αν προέρχεται. Αλλά στα καθ’ ημάς, στην Ελλάδα, αυτή η πάλη αφορά την απαίτηση να φύγει το ΝΑΤΟ από την ανατολική Μεσόγειο. Αλλά επίσης, όσο συνεχίζεται το μακελειό, στην απαίτηση για ανοιχτά σύνορα για τους πρόσφυγες-θύματα του πολέμου.