Οι αποφάσεις του Γιούρογκρουπ για το χειρισμό της κρίσης στην Κύπρο ήταν, κυριολεκτικά, ιστορικές.

Εγκαινιάζοντας την τακτική των δραματικών μέτρων, αποδεικνύουν ότι το βάθος της κρίσης του διεθνούς συστήματος είναι απολύτως συγκρίσιμο –και πιθανόν μεγαλύτερο– από εκείνο της «μεγάλης κρίσης» που άρχισε το 1929 (και τελείωσε με τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και όχι, όπως ελαφρώς ισχυρίζονται διάφοροι, με το New Deal…).

Τα μέτρα που αποσταθεροποιούν εμφανώς το τραπεζικό σύστημα στο Νότο της Ευρωζώνης, επαναφέρουν με έμφαση στη συζήτηση για τις προοπτικές της παγκοσμιοποίησης την έννοια του ιμπεριαλισμού: η δήλωση του Γιουνκέρ ότι ο κόσμος σήμερα επανέρχεται στις συνθήκες του…1913, δεν πρέπει να υποτιμηθεί.

Τέλος, είναι σαφές ότι οι αποφάσεις για την Κύπρο αφορούν πολλές χώρες-μέλη της ΕΕ, αρχίζοντας από το Νότο, αλλά μη τελειώνοντας εκεί. Η Λαγκάρντ επισήμως διακήρυξε ότι η πολιτική του ΔΝΤ αποσκοπεί να «κοντύνει» (down size) τον τραπεζικό τομέα στην Ευρώπη, με το κλείσιμο, αν χρειαστεί, μεγάλων τραπεζών.

Πέρα από τα ζητήματα ενδοκαπιταλιστικών ανταγωνισμών, η κατεύθυνση αυτή υποδεικνύει ότι οι λαϊκές αποταμιεύσεις (πάνω από 90% των καταθέσεων στις τράπεζες) είναι πλέον στο στόχαστρο της τακτικής «υποτιμήσεων, ως τμήμα της μεθόδου διαχείρισης της κρίσης από τους διεθνείς καπιταλιστικούς «θεσμούς».

Απέναντι σε αυτή την πολιτική ξεδιπλώνεται ένα πλατύ κοινωνικό κίνημα αντίστασης σε όλο το Νότο της ΕΕ. Στην Ελλάδα η διαφορά είναι ότι το κίνημα μετεξελίχθηκε σε ανοιχτό πολιτικό αγώνα, έχοντας ήδη στο ενεργητικό του το γκρέμισμα δύο κυβερνήσεων (του ΓΑΠ και του Παπαδήμου). Μέσα από αυτή την εξέλιξη αναδείχθηκε το σύνθημα για την «κυβέρνηση της Αριστεράς», που ερμηνεύει το πολιτικό τοπίο μετά τις εκλογές του Μάη-Ιούνη, αφού το σύνθημα αυτό πιστώθηκε κυρίως ο ΣΥΡΙΖΑ.

Όμως στις σημερινές πολύπλοκες συνθήκες δεν λειτουργεί αυτόματος πιλότος. Η κυβέρνηση της Αριστεράς δεν μπορεί να προκύψει με την αναμονή να πέσει η κυβέρνηση Σαμαρά (ως «ώριμο φρούτο»). Η κυβέρνηση της Αριστεράς μπορεί να προκύψει μόνο ως αποτέλεσμα ενός μαζικού εργατικού λαϊκού ξεσηκωμού, που θα ανατρέψει την τρικομματική. Αυτός ο παράγοντας θα καθορίσει και τη δυναμική μιας αριστερής κυβέρνησης, δυναμική που θα εξαρτάται κυρίως από το βάθος και την ένταση της «λαϊκής εντολής».

Στις συνθήκες σχετικής ύφεσης των αγώνων αντίστασης σήμερα, η πολιτική της Αριστεράς –και ιδίως του ΣΥΡΙΖΑ– γίνεται καθοριστικός παράγοντας για την ανόρθωση του εργατικού-λαϊκού παράγοντα.

Είναι ολοφάνερο ότι χρειάζεται ένα «συμβόλαιο» μεταξύ της Αριστεράς και του κόσμου, με τη μορφή ενός ελάχιστου «μεταβατικού» προγράμματος. Χρειάζεται ένα ιεραρχημένο σύνολο στόχων και διεκδικήσεων, που θα αποτελούν σημαία ενοποίησης των αγώνων, αλλά και δεσμεύσεις της Αριστεράς. Οι συντεταμένες αυτού του προγράματος είναι γνωστές: μισθοί, συντάξεις, δημόσια σχολεία και νοσοκομεία, στήριξη των ανέργων.

Όμως ταυτόχρονα είναι απαραίτητο και ένα καθαρό πολιτικό σχέδιο, γνωστό στον κόσμο, ώστε να μπορεί να το στηρίξει και να το ελέγξει. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει παρουσιάσει τις απαρχές ενός τέτοιου σχεδίου: Κυβέρνηση της Αριστεράς – μονομερής ανατροπή των μνημονίων και των συνοδευτικών νόμων λιτότητας.

Οι θέσεις αυτές πρέπει να διασαφηνιστούν απέναντι στους πειρασμούς της κεντροαριστεράς και τη διολίσθηση στην τακτική της «επαναδιαπραγμάτευσης». Πρέπει, επίσης, να συμπληρωθούν: η εθνικοποίηση των τραπεζών και των μεγάλων ΔΕΚΟ, η παύση πληρωμών στους τοκογλύφους, αλλά και η βαριά φορολόγηση του κεφαλαίου και των πλουσίων, είναι αναμφισβήτητα απαραίτητα «εργαλεία».

Όμως, μια κυβέρνηση της Αριστεράς που θα παλέψει ειλικρινά στα μέτωπα αυτά, θα φτάσει αμέσως στο κρίσιμο «βράδυ» της Κύπρου, όταν οι αποφάσεις είχαν να αντιμετωπίσουν το τελεσίγραφο της ΕΕ και την απειλή οικονομικού στραγγαλισμού. Η μόνη απάντηση που υπάρχει, είναι ότι θα συνεχίσουμε την προσπάθεια για την ανατροπή της λιτότητας με κάθε αναγκαίο μέσο, συμπεριλαμβανομένης της ρήξης με την Ευρωζώνη και το ευρώ.

Η απάντηση αυτή πρέπει από τώρα να γίνει τμήμα του σχεδιασμού, να τεθεί υπόψη του κόσμου και να ζητηθεί να αποτελεί τμήμα της λαϊκής εντολής προς τη μελλοντική κυβέρνηση της Αριστεράς. Μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί η προοπτική άτακτης αναδίπλωσης, όπως η κατάπτυστη στροφή της κυπριακής ηγεσίας.

Σε αυτή τη θέση, μια κυβέρνηση της Αριστεράς θα υποχρεωθεί να πάρει αντικαπιταλιστικά μέτρα, στην κατεύθυνση μιας συνολικότερης σοσιαλιστικής ανατροπής (κατάργηση ή δραστικός περιορισμός της «ελευθερίας» κίνησης των κεφαλαίων και των επιχειρήσεων, δημόσιος έλεγχος στις εισαγωγές εξαγωγές, έλεγχος της «αγοράς» στα φάρμακα, καύσιμα, τρόφιμα κλπ).

Αυτή η προοπτική αναδεικνύει τη βαθειά διαφορά της αριστερής πολιτικής απέναντι στην Ευρωζώνη και το ευρώ από αστικές πολιτικές που (σταδιακά και αργά, αλλά ορατά πλέον) διαμορφώνονται στον άξονα «εθνικής αναδίπλωσης», ως προϋπόθεση για μια επανεκκίνηση της (καπιταλιστικής) οικονομίας.

Με αυτά τα κριτήρια πρέπει να απαντηθεί και το ζήτημα των συμμαχιών. Η επιμονή μας στη σχέση μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ-ΑΝΤΑΡΣΥΑ προκύπτει από την εκτίμηση ότι οι ανατροπές, που έρχονται ως καθήκοντα στην επόμενη περίοδο, είναι πολύ βαθύτερες από τα προβλήματα της εκλογικής αριθμητικής. Μια κυβέρνηση της Αριστεράς για να επιζήσει, θα χρειαστεί ουσιαστική στήριξη στους δρόμους, στα εργοστάσια και στους στρατώνες πολύ περισσότερο από αβέβαιες και ασταθείς συμμαχίες στη Βουλή.

Η στροφή στο «κέντρο», με όποια μορφή, αφενός δεν διασφαλίζει την εκλογική νίκη της Αριστεράς, ενώ, αφετέρου, κάνει πιθανότατη τη σχεδόν άμεση μετεκλογική κατάρρευσή της. Με συνέπειες δραματικές και για τις πολιτικές εξελίξεις και τις προοπτικές της Αριστεράς, όλης της Αριστεράς. Όποιος διαφωνεί, ας ξανασκεφθεί το παράδειγμα της γειτονικής Ιταλίας. Όπου, μετά την κυβέρνηση Πρόντι δεν κατέρρευσε μόνο η Κουμουνιστική Επανίδρυση του Μπερτινότι, αλλά και κάθε «σχέδιο» ή εγχείρημα της ριζοσπαστικής Αριστεράς.