Η λήξη της μετενέργειας των συλλογικών συμβάσεων και η καταγγελία του μνημονίου

εργασία / Αποστόλης Καψάλης, ερευνητής εργασιακών σχέσεων, ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ / 21.05.2012

Συγκέντρωση στα Προπύλαια και πορεία στη Βουλή πραγματοποίησε την Τρίτη 22 Μάη ο Συντονισμός Πρωτοβάθμιων Σωματείων, με αίτημα την κατάργηση των μνημονίων και όλων των αντεργατικών νόμων που διαλύουν τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας.

Πριν από λίγες ημέρες εξέπνευσε η τρίμηνη παράταση που δόθηκε με την Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ) στις 14 Φλεβάρη 2012 σε μια μεγάλη κατηγορία συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Η λήξη της προθεσμίας αυτής συνεπάγεται την ενεργοποίηση της δυνατότητας των εργοδοτών να περιορίσουν τις αποδοχές των εργαζομένων στο βασικό μισθό, όπως αυτός έχει διαμορφωθεί με τα χρόνια για κάθε έναν εργαζόμενο ξεχωριστά, συν τα 4 επιδόματα εφόσον αυτοί τα δικαιούται (ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικίνδυνης εργασίας).

 

Σχεδόν ταυτόχρονα και στα πλαίσια της διερευνητικής εντολής για το σχηματισμό κυβέρνησης, ο ΣΥΡΙΖΑ πρότεινε ορισμένα βασικά σημεία συμφωνίας για οποιαδήποτε κυβερνητική συμμετοχή του, ένα από τα οποία ήταν και η μη εφαρμογή της εν λόγω ΠΥΣ. Οι πολιτικοί αντίπαλοι της Αριστεράς απέφυγαν να τοποθετηθούν ευθέως στο ζήτημα των συλλογικών συμβάσεων και επικέντρωσαν τα πυρά τους ενάντια στην καταγγελία του μνημονίου ως ανεδαφική και ανέφικτη, πανηγυρίζοντας επειδή τάχα δικαιώνονται οι ίδιοι που εξ αρχής μίλαγαν με ευθύνη για σταδιακή αποδέσμευση, απαγκίστρωση και επαναδιαπραγμάτευση και όχι με λαϊκισμούς περί την καταγγελία.

 

Οι συνταγματολόγοι του συστήματος, πρόεδροι ενίοτε μνημονιακών κομμάτων, γνωρίζουν καλά αυτό που κάποιοι στην υπεύθυνη δήθεν Αριστερά κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν. Η άσκηση αυθεντικής κοινωνικής και εργατικής πολιτικής από μια κυβέρνηση της Αριστεράς, έστω εντός των ορίων της αστικής δημοκρατίας και της προ-μνημονιακής νομιμότητας, συνεπάγεται τη μονομερή καταγγελία του μνημονίου από την πλευρά των δανειστών της χώρας.

 

Ως εκ τούτου η κατάργηση π.χ. της ΠΥΣ ή μιας άλλης αντεργατικής μνημονιακής ρύθμισης της τελευταίας διετίας συνιστά defactoπρόσκληση για ή έναρξη επαναδιαπραγμάτευσης των μνημονίων. Και αυτό γιατί η κατάργηση της επέκτασης των κλαδικών συμβάσεων, η μείωση των κατώτατων αποδοχών, η συρρίκνωση του ρόλου του ΟΜΕΔ και εν ολίγοις η πλήρης απορρύθμιση του δικαίου των συλλογικών εργασιακών σχέσεων είναι παράνομες πράξεις. Οι περισσότερες από τις σχετικές διατάξεις αντιβαίνουν θεμελιώδεις κανόνες του Συντάγματος, της ελληνικής εργατικής νομοθεσίας, του κοινοτικού εργατικού δικαίου και διεθνών συμβάσεων εργασίας που η χώρα έχει υπογράψει και κυρώσει.

 

Από την άλλη, η μη τήρηση των όρων του μνημονίου (π.χ. η μείωση των μισθών και η ανατροπή του δικαίου των συλλογικών διαπραγματεύσεων) ή ακόμη και η δικαστική δικαίωση οποιουδήποτε σε σχέση με κάποιον επαχθή και επονείδιστο όρο της δανειακής σύμβασης, αποτελούν επαρκή και σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης και του μνημονίου από κάποιον δανειστή.

Όταν μια αριστερή κυβέρνηση αρχίσει να ξηλώνει, κατ’ αρχήν, έναν-έναν τους παράνομους αντεργατικούς και αντι-ασφαλιστικούς νόμους της μνημονιακής περιόδου, δεν χρειάζεται να κάνει τίποτε άλλο. Η καταγγελία ή έστω η επαναδιαπραγμάτευση της σύμβασης θα είναι μονόδρομος για τους δανειστές. Εκτός και αν επιλέξουν να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν την Ελλάδα, επιτρέποντας της, όμως, να ασκήσει ανεξάρτητη κοινωνική και εργατική πολιτική, δίνοντας προτεραιότητα στην κάλυψη των καθημερινών αναγκών των κατοίκων της και όχι στην ικανοποίηση των τοκογλύφων…

 

Το εργατικό κίνημα στην Ευρώπη στη σημερινή συγκυρία και σε χώρες όπως η Γαλλία πρέπει να αναλάβει τα ιστορικά του καθήκοντα και να υποχρεώσει τον Ολάντ στην εκπλήρωση των δημοσίων δεσμεύσεών του για παύση των πολιτικών λιτότητας και παροχή μιας ευκαιρίας στην Ελλάδα να επιβιώσει. Να απαιτήσει την υπαναχώρηση της (δανείστριας) χώρας του από τα μνημόνια του αίσχους που υποχρεώνουν(!) μια άλλη χώρα να παρανομεί σε βάρος των εργαζόμενων της, καταργώντας βασικά εργατικά δικαιώματα και ξηλώνοντας το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και πρόνοιας.

 

Κάπως έτσι γίνεται αντιληπτή η προσδοκία ότι το αποτέλεσμα των εκλογών στην Ελλάδα θέτει το ζήτημα του χρέους σε άλλη, πανευρωπαϊκή πλέον, βάση. Μια δυνατή Αριστερά στη δική μας χώρα, στους διαδρόμους, αλλά και στο δρόμο, αλλάζει ανέλπιστα τον πολιτικό χάρτη της Ευρώπης και το αποτέλεσμα των επόμενων εκλογών αναμένεται να αποτελέσει την αφετηρία για μια νέα εποχή στο ζήτημα της κυριαρχίας των ακραία νεοφιλελεύθερων πολιτικών.

 

Ωστόσο, τα διεθνή αρπακτικά των αγορών και οι γηγενείς σύντροφοί τους δεν θα κάτσουν με σταυρωμένα τα χέρια, περιμένοντας δυσάρεστες γι’ αυτούς εκλογικές εκπλήξεις και ανατροπές της μονοκρατορίας των ιδεών τους. Θα χρειαστεί να παλέψουμε με κάθε μέσο για να προστατέψουμε τις κατακτήσεις μας σε έναν ταξικό πόλεμο που οξύνεται ραγδαία.

 

Εργάτες στα όπλα! Έχουμε δημοκρατία…