Ποιο είναι το μέτωπο;

Έ ξι και πλέον χρόνια από την έναρξη του μνημονιακού «σοκ» και ένα χρόνο διαχείρισής του από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, τα πρόσωπα που εκφωνούν τους κυβερνητικούς λόγους στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης εναλλάσσονται, όχι όμως και το ουσιαστικό περιεχόμενο των λόγων.
Ο Α. Τσίπρας, συστημικότερος από ποτέ, παρουσίασε στην ομιλία και στη συνέντευξη Τύπου (ακόμη) ένα νεοφιλελεύθερο σχέδιο «εξόδου από την κρίση» με «ορίζοντα διετίας», επιλέγοντας το προφίλ του «σοβαρού» εκσυγχρονιστή του ελληνικού αστικού συστήματος, που διεκδικεί να εξυπηρετήσει καλύτερα από τους προκατόχους του το ίδιο βασικό, αστικό πρόγραμμα για την προτεραιότητα της «παραγωγής νέου πλούτου», δηλαδή της «ανάπτυξης» πάνω στη συντριβή του κόσμου της εργασίας και της νεολαίας. Μάλιστα η γνωστή επωδός ότι η κυβέρνηση αυτή υλοποιεί ένα πρόγραμμα με το οποίο δεν συμφωνεί αξιακά και ιδεολογικά δεν είχε την «τιμητική» της από τον πρωθυπουργό στη ΔΕΘ. Σταθερά πλέον ο ίδιος παρουσιάζει πτυχές αυτού του προγράμματος και μάλιστα τις πλέον κεντρικές, ως επιθυμητές και αναγκαίες, στις οποίες μάλιστα επιτυγχάνει και επιδόσεις, όπως είναι οι ιδιωτικοποιήσεις που «έλκουν επενδύσεις», η αντιασφαλιστική «μεταρρύθμιση» που «έλυσε το πρόβλημα της βιωσιμότητας των ταμείων», οι γεωπολιτικοί χειρισμοί με επίκεντρο την αγορά της ενέργειας…
Λίγες μέρες πριν είχε προηγηθεί η πολυδιαφημισμένη από την κυβέρνηση «σύνοδος των χωρών του Νότου της ΕΕ», με πυρήνα τους πνιγμένους στα πολιτικά αδιέξοδα σοσιαλδημοκράτες πρωθυπουργούς της Γαλλίας και της Ιταλίας, οι οποίοι συνέκλιναν στους τακτικισμούς, κυρίως επικοινωνιακούς επί του παρόντος, του «καινούργιου στην παρέα» έλληνα πρωθυπουργού. 
Τίποτε απ’ όλες αυτές τις εικόνες δεν μαρτυρά έστω κάποια υποψία αμφισβήτησης της κυρίαρχης διεθνώς νεοφιλελεύθερης στρατηγικής. Αντίθετα, η κίνηση του Τσίπρα και της κυβέρνησής του αποτελεί αμφίβολη και ισχνή ελπίδα ανανέωσης του πολιτικού προφίλ της βαθιά παρηκμασμένης νεοφιλελεύθερης, ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, ιδιαίτερα στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, όπου τα αποτελέσματα της σκληρής, αντιλαϊκής λιτότητας φαίνονται πιο ξεκάθαρα. 
Αντιπολίτευση
Στο εγχώριο πολιτικό σκηνικό απέναντι στον Τσίπρα στέκεται ένα ακόμη παράδειγμα της παρακμής του πολιτικού συστήματος, από την πλευρά της ακραιφνώς νεοφιλελεύθερης δεξιάς, ο Κ. Μητσοτάκης. Η αδυναμία του να αντιπαρατεθεί με σταθερή γραμμή είναι πρόδηλη, αλλά το πιο ουσιαστικό είναι ότι δεν έχει να υποσχεθεί τίποτα διαφορετικό για την κοινωνική πλειοψηφία και όχι μόνο. Αντίθετα υπόσχεται την εφαρμογή της πιο σκληρής, ακραία νεοφιλελεύθερης ιδεοληπτικής γραμμής, χωρίς ενοχές και φτιασιδώματα. Ο πρωθυπουργός ορθά του απάντησε ότι δεν έχει τίποτα να πει και γι’ αυτό θέτει το ζήτημα των Εξαρχείων, ομολογώντας ταυτόχρονα με τον πλέον θρασύ τρόπο ότι υλοποιεί ο ίδιος πλήρως τη νεοφιλελεύθερη πολιτική (μηδέ εξαιρουμένων και… των Εξαρχείων). 
Παρά ταύτα το βασικό «ατού» του Τσίπρα έναντι του Μητσοτάκη δεν είναι ούτε κάποιες «ιδιαίτερες» ικανότητες διαχείρισης των οικονομικών και πολιτικών αδιεξόδων, ούτε οι χειρισμοί της κυβέρνησής του στην προσπάθεια διαμόρφωσης ευνοϊκών σχέσεων με τμήματα των εγχώριων καπιταλιστών (η ιστορία με τις άδειες των καναλιών είναι ενδεικτική), ούτε ασφαλώς οι δήθεν ευφάνταστοι γεωπολιτικοί χειρισμοί που προσπαθούν να κρύψουν τη σφιχτή πρόσδεση στον ευρωατλαντικό ιμπεριαλιστικό άξονα. Η «μεγάλη επιτυχία» αφορά στο σοκ που έχει προκαλέσει στην κοινωνική πλειοψηφία και μάλιστα κατά προτεραιότητα στον κόσμο της ριζοσπαστικοποίησης, του κινήματος και της Αριστεράς η ιστορική συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ με τα αστικά, εγχώρια και διεθνή, ιμπεριαλιστικά κέντρα, με την υπογραφή του τρίτου μνημονίου.
Εντούτοις και παρά τις επικοινωνιακές προσπάθειες της κυβέρνησης που ενισχύονται από τη δραματική ανικανότητα της φανατικά νεοφιλελεύθερης αξιωματικής αντιπολίτευσης, η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία, όσο κι αν δεν έχει ξαναβρεί ως τώρα τον δρόμο του μαζικού κινήματος, εμφανίζεται απογοητευμένη από την κυβέρνηση, απαισιόδοξη για τις εξελίξεις, σταθερά εχθρική προς τα μνημόνια και τη μνημονιακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Η πρόκληση για την Αριστερά είναι παρούσα. Απαιτεί ωστόσο την εξαγωγή συμπερασμάτων για τις δυνατότητες, την ευθυκρισία επιλογών με σαφή ανατρεπτική ταυτότητα και στρατηγική, την εμπιστοσύνη στην κοινωνική δύναμη των «από κάτω». Ο σεχταρισμός και η ηττοπαθής αυταρέσκεια του ΚΚΕ δεν προσφέρει καμιά προοπτική. Τα συχνά, σωστά, θεωρητικά συμπεράσματα αυτού του κόμματος, που ανατρέπουν τη διαταξική «λαϊκομετωπική» γραμμή του παρελθόντος, δεν ακολουθούνται από τις αντίστοιχες ενιαιομετωπικές επιλογές συγκέντρωσης κοινωνικής, ταξικής και πολιτικής δύναμης, δίνοντας ουσιαστικά χέρι βοήθειας στην κυβέρνηση, στο κρίσιμο πεδίο των κινηματικών αποφάσεων και πρωτοβουλιών στο εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα. Η απάντηση στην αδιέξοδη γραμμή του δεν είναι εντούτοις η «επιστροφή», και μάλιστα στον 21ο αιώνα, στις «μεγάλες ιδέες» των πλατιών, θολών ταξικά και στρατηγικά μετώπων, στη βάση εναλλακτικών εκδοχών της «ρεαλπολιτίκ» για την αντιμετώπιση της κρίσης και την «επιστροφή» στην ανάπτυξη. Κανένας ρώσικος αγωγός δεν αποτελεί εναλλακτική στους αμερικάνικους και καμιά «ανεξαρτησία» στην οικονομική πολιτική δεν καθιστά πιο «εύπεπτη» την κοινωνική καθίζηση, πιο δικαιολογημένη την εκμετάλλευση των εργαζομένων για την «ανάπτυξη» του κεφαλαίου, που έχουν ήδη προκαλέσει τα μνημόνια στον κόσμο της εργασίας, στη νεολαία, στους εκατομμύρια ανέργους. 
«Μνημόνιο» στο κεφάλαιο
Η ανατροπή της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής απαιτεί «μνημόνιο ενάντια στο εγχώριο κεφάλαιο» με επιλογές άμεσης ανάταξης του ταξικού συσχετισμού υπέρ της εργασίας, τον οποίο ανατρέπει συστηματικά και σε βάθος η τρέχουσα μνημονιακή πολιτική, ταυτόχρονα με τη ρήξη με τους δανειστές, την έξοδο από την ΟΝΕ και συνολικότερα από τον ευρωατλαντικό ιμπεριαλιστικό πόλο. Απαιτεί ένα σχέδιο που θα βάλει σε κίνηση και διεκδικητικούς αγώνες εκείνα τα (ευρύτατα σήμερα) κοινωνικά τμήματα που μπορούν να ηγηθούν μιας ανατρεπτικής δυναμικής: τον κόσμο της μισθωτής εργασίας, τη νεολαία, τους ανέργους, τους κάθε λογής κοινωνικά αποκλεισμένους. Αυτή η διαδικασία προηγείται της προσδοκίας να εκφραστεί μαζικά και στο εκλογικό πεδίο. Και πρώτα απ’ όλα προηγείται η (εκ νέου) συγκέντρωση της δύναμης του «κόσμου της Αριστεράς» που σε μεγάλο βαθμό και έκταση έχει πληγεί από το σοκ της προδοσίας του Τσίπρα.
Η Αριστερά σήμερα πρέπει να χρεωθεί μαζικά στα μάτια της κοινωνικής πλειοψηφίας την πιο πειστική απάντηση, γιατί η ΝΔ δεν αποτελεί εναλλακτική στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί η μόνη αποτελεσματική ανατροπή της σημερινής μνημονιακής, σοσιαλφιλελεύθερης κυβέρνησης είναι «από τ’ αριστερά». Γιατί η μόνη εναλλακτική «έξοδος από την κρίση» ξεκινά με την αναδιανομή του πλούτου και της ισχύος υπέρ των «από κάτω». Γιατί η μόνη εναλλακτική στους γεωπολιτικούς, ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, που σκορπούν πολέμους και καταστροφές, είναι το αντιπολεμικό κίνημα. Γιατί ο μόνος τρόπος να μπει φραγμός στην αναζωπύρωση του ακροδεξιού, εθνικιστικού και ρατσιστικού εφιάλτη είναι η διεθνιστική αλληλεγγύη των λαών και των κινημάτων. Γιατί η δύναμη της ριζοσπαστικής Αριστεράς και της εναλλακτικής της πρότασης βρίσκεται στη δυνατότητα της κινητοποίησης των οργανωμένων μελών της μέσα στην ίδια την κοινωνική ζωή και κίνηση των «από κάτω», μέσα στο ίδιο το μαζικό κίνημα.
Την εποχή που φωνές μέσα από τον πυρήνα του ίδιου του συστήματος διεθνώς διαπιστώνουν τα αδιέξοδά του και ανοίγουν τη συζήτηση για τα στρατηγικά ζητήματα, η Αριστερά οφείλει να δείξει την πιο μεγάλη αυτοπεποίθηση και αποφασιστικότητα στην προβολή των ιδεών της και της αντικαπιταλιστικής, σοσιαλιστικής στρατηγικής. Δοκιμάζοντας με τόλμη και μεταβατική δημιουργική αντίληψη τη μετατροπή της ιδεολογικής προπαγάνδας σε μαζικό, πολιτικό πρόγραμμα για τους «από κάτω». Με προτεραιότητα στη δραστική μείωση της ανεργίας, στην υπεράσπιση του «δημόσιου» έναντι του «ιδιωτικού», στη διεύρυνση της «δημοκρατίας» με θεσμούς εργατικού και κοινωνικού ελέγχου, με ξεκάθαρο μέτωπο στον ρατσισμό, στον εθνικισμό και στον πόλεμο.
Αυτή την πρόκληση αντιμετωπίζει σήμερα η ΛΑΕ, με κεντρικό πλεονέκτημα τη συσπείρωση των χιλιάδων μελών της. Μια πρόκληση που αφορά ουσιαστικά στην προετοιμασία και τη συγκρότηση σύγχρονου, μαζικού πολιτικού φορέα της ριζοσπαστικής, αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, ικανού να παίξει τον ρόλο του στην αναζωπύρωση της κοινωνικής κινητικότητας «με τη σφραγίδα του εργατικού και μαζικού κινήματος και της Αριστεράς». Μια πρόκληση που γίνεται εντελώς συγκεκριμένη μπροστά στην επερχόμενη επίθεση στα εργασιακά δικαιώματα και δίνει την ευκαιρία για το ξεκίνημα της εργατικής, λαϊκής αντεπίθεσης.