Συνέντευξη με τον Χρήστο Τουλιάτο, μέλος της ΠΓ της ΛΑΕ και της ΑΡΑΝ

Υπάρχει η αίσθηση ότι πάνω στις υπαρκτές δυνατότητες των κοινωνικών αντιστάσεων «βαραίνει» το ζήτημα της μη ορατής εναλλακτικής πολιτικής λύσης. Συμφωνείς; Πώς βλέπεις να διαμορφώνεται η πολιτική συγκυρία;
Μετά τη μνημονιακή στροφή του ΣΥΡΙΖΑ, τον Ιούλη του 2015, έχει πληγεί το ηθικό της κοινωνίας και η αξιοπιστία μιας εναλλακτικής αριστερής πολιτικής προοπτικής. Το 2015 δεν είχαμε απλά «προδοσία», είχαμε ήττα –και αυτό πρέπει να το χωνέψουμε αν θέλουμε να αναταχθεί. 
Το ευρύτερο αντιμνημονιακό κοινωνικοπολιτικό μπλοκ που υπήρξε από τις πλατείες μέχρι το δημοψήφισμα αποσυγκροτήθηκε σταδιακά. Οι δυνάμεις του κεφαλαίου τροποποίησαν ριζικά το συσχετισμό δύναμης σε βάρος της εργασίας και εμπεδώνουν ένα καθεστώς συσσώρευσης που στηρίζεται στην υπερεκμετάλλευση, την επισφάλεια και τη διάλυση συλλογικών προσδοκιών. Αποδείχθηκε δυστυχώς ότι η πιο αποτελεσματική συνθήκη εμπέδωσης των μνημονιακών πολιτικών ήταν μια κυβέρνηση τυπικά προερχόμενη από την Αριστερά. 
Κάτι που σημαίνει ότι –αν δεν υπάρξει αντίρροπη πορεία– θα διευκολύνεται το σχέδιο του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ που προσπαθεί να επανανοηματοδοτήσει το δίπολο αριστερά-δεξιά στη χώρα μας, αποφορτίζοντάς το από οποιαδήποτε σχέση με τα ζητήματα των μνημονίων, της λιτότητας, της ρήξης με τους δανειστές και το ευρωσύστημα: «Αριστερά» θα είναι πλέον μια σοσιαλφιλελεύθερη διαχείριση που θα καταργεί το «κοινωνικό κράτος» διατηρώντας ελάχιστες εγγυήσεις σε ακραίες μορφές φτώχειας και θα δίνει έμφαση σε κάποια τυπικά αστικά ατομικά δικαιώματα έναντι των κοινωνικών και εργασιακών δικαιωμάτων. Και Δεξιά θα είναι ένα μείγμα ακραίου νεοφιλελευθερισμού και σκληρού νεοσυντηρητισμού με εθνικιστικά χαρακτηριστικά. 

Τί ρόλο έπαιξαν τα εθνικιστικά συλλαλητήρια και γενικότερα το άνοιγμα της ατζέντας για τα λεγόμενα «εθνικά θέματα»;
Το 2010 βρισκόμουν σε camping τούρκικης αριστερής νεολαίας όπου οι σύντροφοι ρώτησαν αν πιστεύουμε ότι η ελληνική αστική τάξη θα ανασύρει κάποια στιγμή το χαρτί των «εθνικών θεμάτων» για να αλλάξει την ατζέντα που διαμορφωνόταν με το ξέσπασμα της κρίσης στην Ελλάδα. Ε, κι αυτό το έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ τελικά! 
Σε πλήρη συνεργασία με τον αμερικανονατοϊκό σχεδιασμό επέκτασης του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια, εντάσσοντάς την Ελλάδα στον επιθετικό άξονα Ισραήλ-Αιγύπτου-Κύπρου στην περιοχή, όντας η πιο φιλοαμερικανική κυβέρνηση των τελευταίων χρόνων στη χώρα. 
Στο πλαίσιο αυτό, ο ΣΥΡΙΖΑ αξιοποιεί μικροπολιτικά το ζήτημα και ως πεδίο προώθησης της επανανοηματοδότησης του διπόλου Αριστερά-Δεξιά που ανέφερα. Προβάλλει ως η σύγχρονη «μετριοπαθής» κεντροαριστερή πολιτική δύναμη, ρυμουλκώντας το ΠΑΣΟΚ και δυνάμεις του κέντρου και οξύνοντας αντιθέσεις στο εσωτερικό της Δεξιάς. Μόνος κερδισμένος από όλα αυτά θα είναι δυστυχώς η πραγματική κοινωνική και πολιτική ακροδεξιά. 
Όλα αυτά δεν είναι πίσω μας, είναι και μπροστά μας και είμαστε εξαιρετικά ανήσυχοι με τις εξελίξεις στο Αιγαίο, την ένταση του ανταγωνισμού τουρκικής και ελληνικής αστικής τάξης και την εξέλιξη των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων σε Βαλκάνια και Ανατολική Μεσόγειο. 
Η Αριστερά αν δεν διαμορφώσει σαφές μέτωπο κόντρα στον ιμπεριαλισμό, τους τοπικούς αστικούς σχεδιασμούς, τον εθνικισμό και πάνω από όλα τον πόλεμο κινδυνεύει να συνθλιβεί σε περίπτωση «θερμών» επεισοδίων. 

Ποιες προγραμματικές αιχμές θα ξεχώριζες ως θεμέλιο για την ενότητα δράσης στο κίνημα και στο πολιτικό πεδίο; Από ποιες πρωτοβουλίες θα μπορούσαμε να αρχίσουμε;
Σήμερα πρέπει να βρεθούν σε κοινή δράση και κοινή πολιτική διαδικασία οι δυνάμεις, τα ρεύματα, οι αγωνίστριες και αγωνιστές που αναφέρονται στη δυνατότητα της ρήξης με το χρέος, τα μνημόνια, το νεοφιλελευθερισμό, την ευρωζώνη και την ΕΕ, από τη σκοπιά ενός προγράμματος ανατροπών και μετασχηματισμών σε σοσιαλιστική κατεύθυνση. Όλοι αυτοί που βάζουν πλάτη στις υπαρκτές αντιστάσεις, στους πλειστηριασμούς, στην προσπάθεια για ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος, στα κινήματα και τις πρωτοβουλίες γειτονιάς, στους αγώνες της νεολαίας, στην πάλη κατά του φασισμού, του ρατσισμού και του εθνικισμού, στα δίκτυα αλληλεγγύης και στα κινήματα κατά του σεξισμού. 
Για να στηρίξουν την ανασυγκρότηση κινημάτων και το σπάσιμο του κλίματος απογοήτευσης. Για τη συλλογική επεξεργασία ενός μεταβατικού προγράμματος που να προκύπτει από την εμπειρία των ίδιων των αγωνιστών και των αγωνιστριών και του απλού κόσμου ευρύτερα, δείχνοντας ότι μπορεί να υπάρξει άλλος δρόμος, χωρίς μνημόνια και επιτροπεία, έξω από το ευρώ και την ΕΕ, με τις δυνάμεις της εργασίας στα ηνία. Για τη διαμόρφωση του αναγκαίου αριστερού ριζοσπαστικού μετώπου, αναγκαίου σημείου συνάντησης ανάμεσα σε κινήματα, αναζητήσεις, επεξεργασίες, εμπειρίες. 

Υπάρχουν σημεία αυτοκριτικής αποτίμησης της πορείας της ΛΑΕ;
Σε ένα τοπίο αποδιάρθρωσης του αντιμνημονιακού κοινωνικοπολιτικού μπλοκ που υπήρχε, η Λαϊκή Ενότητα καλείται να επιλέξει από πού θα ξαναρχίσει κοινωνικά και πολιτικά για τη συγκρότηση ξανά ενός νέου κοινωνικοπολιτικού μπλοκ για την ρήξη. 
Ο κόσμος που απευθυνόμαστε τώρα είναι ο κόσμος του αγώνα, των κινημάτων και οι δυνάμεις και αγωνίστριες/ές της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Δυνάμεις, ρεύματα, «προσωπικότητες» που έχουν ενστερνιστεί επικίνδυνες εθνικιστικές απόψεις ή έχουν υιοθετήσει πρακτικές αστικού παραγοντισμού δεν έχουν θέση στη μετωπική διεργασία. Όσο σημαντική κι αν είναι η κατοχύρωση της παρουσίας αριστερών φωνών στο κοινοβούλιο, κάτι τέτοιο δεν είναι αυτοσκοπός, ούτε δικαιολογεί εκπτώσεις αρχών στο όνομά της. 
Η αυτοκριτική για τις ανεπάρκειες της Αριστεράς που μας έφεραν στη σημερινή κρίση, αλλά και για λάθη του παρελθόντος, η σεμνότητα και η διάθεση τομής με λογικές και νοοτροπίες της Αριστεράς της ήττας, δεν είναι περιττή πολυτέλεια αλλά κρίσιμα βήματα για να κερδίσουμε ξανά την εμπιστοσύνη του κόσμου. 
Η συμβολή στην οικοδόμηση ενωτικών αντιστάσεων, κινημάτων και σχημάτων σε ρήξη με τη διάχυτη παραταξιοποίηση είναι στην πραγματικότητα πιο σημαντική συμβολή στην υπόθεση του μετώπου από τις απλές διακηρύξεις. 
Η ισοτιμία, η κατοχύρωση συλλογικής εκπροσώπησης, το να έρθουν στο προσκήνιο νέες γενιές αγωνιστριών και αγωνιστών, να δοκιμαστούν τρόποι απεύθυνσης που να μην αποπνέουν παραδοσιακή κοινοβουλευτική αντίληψη της πολιτικής δεν είναι μόνο αναγκαίες συνθήκες για το μέτωπο αλλά και έμπρακτη δέσμευση από τώρα.

Σε πρόσφατο κείμενό σας, ως ΑΡΑΝ, κάνετε λόγο για «ώρα ευθύνης» της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Τι εννοείτε και σε ποιους απευθύνεται το μήνυμα;
Η πρακτική της αριστερής πολιτικής ταλαντεύεται αφενός μεταξύ ενός «πολιτικισμού», που αντιλαμβάνεται την πολιτική σχεδόν μόνο ως «δημόσιο λόγο» ή «πρωτοβουλίες» σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο οι οποίες επιχειρούν να «εκπροσωπήσουν» ένα -αποσυγκροτημένο σήμερα- αντιμνημονιακό κοινωνικοπολιτικό μπλοκ. Και αυτή η εκδοχή αφορά λιγότερο ή περισσότερο όλες τις συγκροτημένες αριστερές δυνάμεις (ΚΚΕ, ΛΑΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ). 
Και αφετέρου, ενός «κινηματισμού», μιας στροφής σχεδόν αποκλειστικά στο κοινωνικό επίπεδο που παρά τις όποιες σημαντικές συνεισφορές θα αδυνατεί να απαντήσει στο κρίσιμο καθήκον της ανασύνθεσης μιας σύγχρονης ριζοσπαστικής Αριστεράς. 
Και τα δύο όρια συμβάλλουν στην ένταση τάσεων αποστράτευσης. Οι συνέπειες μιας τέτοιας πρακτικής της πολιτικής στην Αριστερά είναι εμφανείς σε όλα τα πεδία: στην αδύναμη προγραμματική και θεωρητική συζήτηση, στην αδυναμία συγκρότησης αποτελεσματικών κοινωνικών αντιστάσεων, στην ατολμία λήψης πολιτικών πρωτοβουλιών στον σωστό χρόνο, στον εγκλωβισμό σε σκληρά-γραφειοκρατικά μοντέλα οργάνωσης και λειτουργίας που αποξενώνουν νεότερες γενιές και απλό λαϊκό κόσμο. 
Ως εκ τούτου, απαιτούν αναμέτρηση με το πρόβλημα της αναζήτησης μιας άλλης, αποτελεσματικής σύνδεσης του κοινωνικού και πολιτικού επιπέδου, δηλαδή της σχέσης κινήματος και Αριστεράς. Ούτε εμείς είμαστε εκτός αυτού του προβλήματος, γι’ αυτό πιστεύουμε ότι το ζήτημα είναι να αναζητηθούν απαντήσεις από πολλούς και πολλές δυνάμεις, αγωνιστές και αγωνίστριες με ενωτικό και ανασυνθετικό τρόπο σε όλα τα πεδία (κίνημα, μέτωπο, κομμουνιστική προοπτική και οργάνωση).