Η σύγκρουση στη Λατινική Αμερική συνεχίζεται αμείωτη, καθώς οι «προοδευτικές κυβερνήσεις» αντιμετωπίζουν τα όρια του πολιτικού τους σχεδίου και εν μέσω οικονομικής κρίσης και πολιτικής εξουθένωσης, η Δεξιά επιδιώκει μια σκληρή «ρεβάνς» και την πλήρη παλινόρθωση του πιο άγριου, ανόθευτου νεοφιλελευθερισμού. Στα τέλη του καλοκαιριού και τις αρχές Σεπτέμβρη, μια σειρά «επεισόδια» σε τρεις διαφορετικές χώρες υπενθύμισαν πως όλη η ήπειρος έχει μπει σε νέα περίοδο μεγάλης αναταραχής...

Βενεζουέλα

Στη Βενεζουέλα, ενώ η οικονομική κρίση συνεχίζεται και η κυβέρνηση Μαδούρο απαντά με κάποια περιορισμένα «πολεμικά» μέτρα (π.χ. κατάληψη εργοστασίου που σαμποτάρισε την παραγωγή), η πολιτική μάχη περιστρέφεται γύρω από το χρόνο που θα διεξαχθεί το δημοψήφισμα ανάκλησης του προέδρου. 
Η δεξιά αντιπολίτευση, αφού συγκέντρωσε τις απαιτούμενες υπογραφές, πιέζει αυτό να γίνει μέσα στο 2016, ώστε σε περίπτωση ήττας του Μαδούρο να γίνουν πρόωρες εκλογές. Αν αυτό γίνει μετά τις 10 Γενάρη του 2017 (όπως ανακοίνωσε το καλοκαίρι η Εκλογική Επιτροπή), σε περίπτωση ήττας του Μαδούρο αναλαμβάνει ο «τσαβικός» αντιπρόεδρος μέχρι τη λήξη της προεδρικής θητείας το 2018.
Σε αυτό το φόντο, η αντιπολίτευση οργάνωσε μια μεγάλη διαδήλωση την 1η του Σεπτέμβρη. Σκοπό είχε καταρχήν να πιέσει για την άμεση διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, αλλά ο τίτλος-σύνθημα «Καταλαμβάνουμε το Καράκας» προϊδέαζε για πολύ ευρύτερους σχεδιασμούς, αν αποδεικνυόταν επιτυχημένη. Παρά τη μαζικότητά της, δεν ήταν αρκετή για να γίνει «καθοριστικό γεγονός», πόσο μάλλον όταν την ίδια μέρα μαζικότατη διαδήλωση πραγματοποίησαν ως «απάντηση» και οι τσαβίστας στην πρωτεύουσα (αν και η δεύτερη πέρασε απαρατήρητη από τα δυτικά ΜΜΕ...).
Προς το δημοψήφισμα, η πόλωση θα οξυνθεί και η Δεξιά θα παίξει όλα τις χαρτιά (και η πρόσφατη ιστορία της έχει αποδείξει πως έχει πολλά, και βρόμικα). Θα είναι κρίσιμο να αντεπιτεθεί και κοινωνικά το «τσαβικό» στρατόπεδο, ως κρίσιμος παράγοντας για να μπορέσει να πετύχει μια σημαντική νίκη και στην κρίσιμη κάλπη. 

Βραζιλία

Στη Βραζιλία ολοκληρώθηκε η ανατροπή της Ντίλμα Ρούσεφ, με την ψηφοφορία στη Γερουσία στις 31 Αυγούστου να αποφασίζει την οριστική της έκπτωση από την προεδρία. 
Δεν είναι απλά το τέλος μιας κυβέρνησης, αλλά η ήττα ενός ολόκληρου μοντέλου, αυτού της «ανάπτυξης εξαγωγικής οικονομίας» (που ευνοήθηκε από τη διεθνή οικονομική συγκυρία τα προηγούμενα χρόνια και σήμερα έφτασε σε αδιέξοδο) σε συνδυασμό με την ταξική συνεργασία (που επεδίωξε το PT όλα τα προηγούμενα χρόνια και ήταν αποτελεσματική όσο διαρκούσε η οικονομική άνθηση). Και σε πολιτικό επίπεδο, η επιδίωξη παραμονής στην κυβέρνηση με αποκλειστικά θεσμικούς όρους και σε συμμαχία με τμήματα της αστικής τάξης κατέληξε σε αποτυχία στις νέες συνθήκες. Οι «πραξικοπηματίες» είναι οι μέχρι πριν από ελάχιστους μήνες σύμμαχοι και κυβερνητικοί εταίροι του PT. Ο Τεμέρ ήταν ο αντιπρόεδρος της Ντίλμα. 
Το PT δεν αναμένεται να σπάσει από αυτήν τη λογική. Ήδη σχεδιάζει συμμαχίες με τα κόμματα της Δεξιάς (που στήριξαν το «πραξικόπημα») σε μια σειρά δήμους ενόψει των αυτοδιοικητικών εκλογών του 2016. Προς το παρόν, η ηγεσία του κόμματος δεν πρωτοστατεί στις κινητοποιήσεις, και δείχνει περισσότερο να ποντάρει στην οργή για τις μεθοδεύσεις της Δεξιάς ώστε να πετύχει μια εκλογική επιστροφή του Λούλα (που παραμένει δημοφιλής και πλέον είναι και «στοχοποιημένο θύμα της Δεξιάς») το 2018.
Οι «από κάτω» δεν έχουν τέτοιες χρονικές πολυτέλειες. Το τέλος της «ταξικής συνεργασίας» ήταν επιλογή των «από πάνω» λόγω της κρίσης: Η κυβέρνηση Τεμέρ θα είναι μια πολεμική μηχανή που θα επιχειρήσει να σαρώσει εργατικές και δημοκρατικές κατακτήσεις στο χρόνο που έχει ως τις εκλογές. 
Οι αποδοκιμασίες εναντίον του στις πρώτες εμφανίσεις του ως προέδρου, οι διαδηλώσεις με συνθήματα «Να φύγει ο Τεμέρ» και «Εκλογές τώρα», δείχνουν πως σοβαρά τμήματα του κινήματος έχουν αντιληφθεί την απειλή. Μια στρατηγική σύγκρουσης με τον Τεμέρ και τα μέτρα του, για τα συμφέροντα των «από κάτω» και όχι «για να γυρίσει ο Λούλα το 2018», είναι αναγκαία για να ανακάμψει το κίνημα στη Βραζιλία μετά τη «νάρκωση» και την ατροφία στην οποία το βύθισε το PT τα προηγούμενα χρόνια.

Βολιβία

Στη Βολιβία, στο επίκεντρο βρέθηκε η σύγκρουση της κυβέρνησης Μοράλες με τις εξορυκτικές κοπερατίβες. Έγινε διεθνής είδηση, με αφορμή την απαγωγή και το βασανισμό-δολοφονία του αναπληρωτή υπουργού Εσωτερικών όταν επισκέφτηκε τα μπλόκα στο Ορούρο για να διαπραγματευτεί. 
Οι «συλλήψεις» κρατικών αξιωματούχων και οργάνων δεν είναι κάτι νέο στη Βολιβία. Ιδιαίτερα οι ιθαγενείς συνηθίζουν να αιχμαλωτίζουν αστυνομικούς (ως «απόδοση δικαιοσύνης» και ως διαπραγματευτικό χαρτί για απελευθέρωση συντρόφων τους) ή και ανώτερους αξιωματούχους (ως «ασπίδα» απέναντι στις δυνάμεις καταστολής). Η άγρια δολοφονία του αναπληρωτή υπουργού όμως δείχνει πως ήταν ένα περιστατικό «ξένο» σε αυτήν την παράδοση.
Οι «κοπερατίβες» πρωτοεμφανίστηκαν μετά τη Μεγάλη Ύφεση, όταν εργάτες ενώνονταν για να συνεχίσουν την εξόρυξη ενός ορυχείου από κοινού. Άνθησαν και μαζικοποιήθηκαν τη δεκαετία του ’80, όταν οι κρατικές εταιρείες άρχισαν απολύσεις ή ιδιωτικοποιήθηκαν. Πλέον είναι ο τρίτος «παίχτης» στην εξόρυξη, δίπλα στο κράτος και τις πολυεθνικές εταιρείες, και ο κυρίαρχος –με 1.700 κοπερατίβες να απασχολούν πάνω από 100.000 εργάτες. Μόνο που ο χαρακτήρας τους άλλαξε με τα χρόνια. Ξεκινώντας από την κλασική πίεση που δέχεται κάθε τέτοιο σχήμα μέσα σε συνθήκες καπιταλισμού να λειτουργήσει ως «ανταγωνιστική επιχείρηση» για να επιβιώσει, κατέληξαν σήμερα εταιρείες. Το 95% των μελών τους είναι εργάτες και το 5% ιδιοκτήτες. Απλά οι ιδιοκτήτες ονομάζονται «εταίροι». Και το 95% εργάζεται με προσωρινές συμβάσεις, με εργολαβίες, χωρίς ασφάλιση, εργασιακή σταθερότητα, υγειονομική κάλυψη ή συνταξιοδοτικά δικαιώματα.
Η ομοσπονδία τους, η Fencomin, συνυπήρξε αρμονικά με την κυβέρνηση Μοράλες όσο κρατούσε το «εξαγωγικό μπουμ» και υπήρχαν δουλειές. Η πτώση των τιμών, η οικονομική κρίση και η μείωση των κρατικών επιδοτήσεων, έχουν πλήξει τις «κοπερατίβες», που πλέον απαιτούν περισσότερο νεοφιλελευθερισμό για να αντεπεξέλθουν: κατάργηση της φιλοπεριβαλλοντικής νομοθεσίας και δυνατότητα να συνάπτουν συμβόλαια με τις ξένες πολυεθνικές. Αιχμή του δόρατος όμως υπήρξε η εναντίωσή τους στη νέα νομοθεσία που επιτρέπει στους εργαζόμενους στις κοπερατίβες να συνδικαλίζονται.
Αυτά αρκούν για να φανεί το «ταξικό περιεχόμενο» του αγώνα τους. Ωστόσο είναι αλήθεια ότι στη σύγκρουσή τους με την κυβέρνηση το «πεζικό» τους στρατολογείται από τις τάξεις των εργατών, που τμήμα τους θεωρεί πως η κατάστασή του θα βελτιωθεί «αν ανοίξουν οι δουλειές» και βλέπει με καχυποψία «το κράτος» (και τους εργαζόμενους στα κρατικά ορυχεία). Δεν αρκεί λοιπόν ο Μοράλες να δηλώνει πατερναλιστικά πως «ξεγελάστηκαν από τη Δεξιά» οι ανθρακωρύχοι, αλλά χρειάζονται και έμπρακτα, ταξικά, μέτρα που θα «σπάσουν» αυτήν τη συμμαχία.
Προς το παρόν, η κυβέρνηση δείχνει να περνά στην αντεπίθεση και με σωστό προσανατολισμό: οι κοπερατίβες υποχρεώνονται πλέον να αναφέρουν την παραγωγή τους, τα έσοδά τους και τον αριθμό των εργαζομένων τους στην εργατική συνομοσπονδία COB, και οι εργαζόμενοι στις κοπερατίβες θα καλύπτονται πλέον από την εργατική νομοθεσία.
Η μάχη αυτή σίγουρα δεν τελείωσε, γιατί δεν ήταν «κλαδική». Τίποτα δεν είναι «απλά κλαδικό» στο τοπίο που έχει διαμορφωθεί σε όλη τη Λατινική Αμερική...