Πέντε μόλις μήνες μετά την εκλογική νίκη της στις εκλογές της 20/9, η κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου βυθίζεται σε βαθιά κρίση. Προσπαθώντας να εκπληρώσει την πρώτη μνημονιακή υποχρέωσή της –την κατεδάφιση του δημόσιου ασφαλιστικού συστήματος– ήρθε σε σύγκρουση με την κοινωνική βάση που στήριξε την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ το Γενάρη του 2015.

Αυτό το ρήγμα πυροδότησε την πολιτική αστάθεια και άνοιξε τη δημόσια συζήτηση περί «διεύρυνσης» του κυβερνητικού μπλοκ, συζήτηση όπου δεν αποκλείεται –κάθε άλλο, μάλιστα– το ενδεχόμενο της οικουμενικής συγκυβέρνησης μαζί με τη ΝΔ. Και έχει σημασία να θυμόμαστε όλοι ότι τόσο η κοινωνική αντιπαράθεση όσο και η πολιτική αστάθεια είναι ακόμα στα αρχικά τους στάδια. Η τελική μορφή του ασφαλιστικού, το φορολογικό και το εργασιακό θα κρίνουν πολλά. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, φυσιολογικά, εντείνεται η συζήτηση για την εναλλακτική λύση από τη σκοπιά των εργαζομένων, των λαϊκών δυνάμεων, της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Η συζήτηση αυτή σχεδόν εξ ορισμού αφορά σε μεγάλο βαθμό τη ΛΑΕ. Γιατί ήταν ο «χώρος» που έγκαιρα σήκωσε το γάντι απέναντι στη βίαιη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ, γιατί ήταν ο χώρος που σήκωσε στο μεγαλύτερο βαθμό το βάρος της πολιτικής αντιπαράθεσης με τον Τσίπρα στις 20/9. Κανείς δεν δικαιούται να ξεχνά ότι η εκλογική απομόνωση της ΛΑΕ πανηγυρίστηκε έξαλλα ακόμα και από τους εκπροσώπους της τρόικας.
Στο διάστημα που ακολούθησε, η ΛΑΕ κέρδισε ένα πολιτικό στοίχημα. Δεν ήμασταν  πολλοί όσοι την επομένη της 20/9 εκτιμούσαμε πως η νίκη του σοσιαλφιλελεύθερου Τσίπρα στηρίχθηκε σε υφαρπαγή της λαϊκής ψήφου, ότι το αποτέλεσμα δεν αποτύπωνε γενικευμένη φιλομνημονιακή στροφή των λαϊκών δυνάμεων και ότι –κατά συνέπεια– η συγκυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου δεν είχε ορίζοντα πολιτικής σταθερότητας. Στη βάση αυτών των εκτιμήσεων, η ΛΑΕ στήριξε όλα –ακόμα και τα πιο «πρώιμα»– καλέσματα σε μαζική κοινωνική αντίσταση και παρέταξε όλες τις δυνάμεις της στην πρώτη γραμμή της πάλης για να μην περάσει το αντιασφαλιστικό νομοσχέδιο της κυβέρνησης και των δανειστών. 
Με αυτήν τη γραμμή και παρά την εκλογική αποτυχία της, η ΛΑΕ έχει κατορθώσει να συγκρατεί έναν σημαντικό αριθμό αγωνιστών-στριών πανελλαδικά, έναν αριθμό αγωνιστών όχι διάχυτο αλλά συγκροτημένο σε οργανώσεις και, μέσα από την εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ, ένα δυναμικό «εκπαιδευμένο» να εργάζεται πολιτικά μαζί με άλλους. Είναι σαφές ότι η ΛΑΕ αποτελεί την κρίσιμη «μαγιά» για τις πολιτικές απαντήσεις που θα χρειαστεί να εκπονηθούν προκειμένου να στηριχθεί η αντιμνημονιακή ανατροπή της λιτότητας.
Ακριβώς αυτή η θέση της ΛΑΕ στο «χάρτη» του κινήματος και της Αριστεράς δημιουργεί ανάλογες υποχρεώσεις. Κάνει κρίσιμες τις απαντήσεις που θα δώσουμε σε συγκεκριμένα προβλήματα. Ας παραθέσουμε μερικά:
1. Η διπλή έννοια του «Μετώπου». Η ίδια η ΛΑΕ έχει συγκροτηθεί ως ένα μέτωπο δυνάμεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Αυτό σημαίνει ότι η λειτουργία της οφείλει να είναι συσπειρωτική και αυτό επιτυγχάνεται με την εμπέδωση μιας ουσιαστικής δημοκρατικότητας και έναν «ανοιχτό» χαρακτήρα όλων των διεργασιών της. Ενόψει της ιδρυτικής πανελλαδικής συνδιάσκεψής της, είναι σαφές ότι χρειάζονται βήματα πολιτικής συγκρότησης, χρειάζονται πιο προωθημένες απαντήσεις σε πιεστικά πολιτικά προβλήματα. Όμως χρειάζονται απαντήσεις «μετωπικού» χαρακτήρα: είναι άλλα τα προβλήματα της συγκρότησης ενός μετωπικού σχήματος, όπως η ΛΑΕ, και άλλα τα προβλήματα συγκρότησης της καθεμιάς από τις συνιστώσες της ΛΑΕ, από τη «μεγαλύτερη» μέχρι τη «μικρότερη». Και αυτή η διάκριση αφορά μια ολόκληρη γκάμα ζητημάτων, που αρχίζει από τις προτεινόμενες ιδεολογικές επιλογές και τις αντίστοιχες πολιτικές θέσεις, περνά από τις «εκπροσωπήσεις» και φτάνει μέχρι τις καθημερινές οργανωτικές «συνήθειες»...
Το ξεκαθάρισμα αυτού του «εσωτερικού» ζητήματος είναι προϋπόθεση και για το ξεκαθάρισμα της εξωστρεφούς πρότασης, της έννοιας του Μετώπου που προτείνει η ΛΑΕ ως απάντηση στο κεντρικοπολιτικό ζήτημα, στο ερώτημα της εναλλακτικής λύσης απέναντι στη χρεοκοπία του μεταλλαγμένου ΣΥΡΙΖΑ. Κάποιοι σύντροφοι προτείνουν ένα άθροισμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς με «ευρύτερες δημοκρατικές, πατριωτικές, αντιμνημονιακές δυνάμεις...». Στο ζήτημα της «ευρύτητας» είναι καλό να θυμόμαστε την εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ: Αφενός η διεκδίκηση της ηγεμονίας στο χώρο της «ριζοσπαστικής Αριστεράς» επί μακρό διάστημα (από το 2004 ως το 2012...) αποδείχθηκε «πλατιά» και όχι «στενή» πολιτική. Αφετέρου όμως οι ασάφειες σε αυτό το πεδίο («από την αριστερά της αριστεράς ως την αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας...) επέτρεψαν στην ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ να συμπήξει συμμαχίες που προετοίμαζαν και διευκόλυναν τη «στροφή» προς την κατάπτυστη συμφωνία της 13ης Ιουλίου.
Τα πολιτικά «ανοίγματα» δεν είναι ποτέ ουδέτερα: συνήθως συνδυάζονται με στροφές επί του περιεχομένου της πολιτικής. Και σήμερα δεν γνωρίζουμε κάποια αξιομνημόνευτη «δημοκρατική-πατριωτική» πολιτική δύναμη ειλικρινά διατεθειμένη να μπει στην περιπέτεια της αντιμνημονιακής ανατροπής της λιτότητας και μάλιστα με ορίζοντα «το σοσιαλισμό στον 21ο αιώνα». 
2. Το πραγματικό ζήτημα της αναγκαίας διεύρυνσης της ΛΑΕ. Όπως πολλοί άλλοι, υποστηρίξαμε από την αρχή τη μέθοδο που έβλεπε τη ΛΑΕ ως «μέτωπο υπό κατασκευή». Αυτό σημαίνει ότι πρέπει όχι απλώς να είναι ανεκτή, αλλά να διεκδικηθεί η διεύρυνσή της. Προς την πλευρά άλλων ριζοσπαστικών συλλογικοτήτων που αποχώρησαν από τον ΣΥΡΙΖΑ, προς την πλευρά αντισεχταριστικών συλλογικοτήτων στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή με προέλευση το ΚΚΕ κ.ο.κ. 
Όμως η πιο ουσιαστική «διεύρυνση» της ΛΑΕ αφορά τη σχέση με το κίνημα αντίστασης και τις «οργανωτικότητες» που προωθούμε μέσα σε αυτό. Στην αντίσταση στο Ασφαλιστικό έχουν ήδη εμφανιστεί Επιτροπές Αγώνα με κρίσιμο ρόλο. Στη συνέχεια θα χρειαστούμε τον πολλαπλασιασμό αυτών των «κυττάρων», την ανάπτυξή τους στη νεολαία, σε τοπικό, σε περιφερειακό επίπεδο κ.λπ. Η στήριξη και ο συντονισμός αυτών των μορφών, η διαμόρφωση των δυνατοτήτων για πρωτοβουλίες, για παρεμβάσεις, για συλλογικότητες «από τα κάτω», πρέπει να είναι στο κέντρο της προσοχής μας. Αυτές οι μορφές οργάνωσης και οι άνθρωποι που τις στηρίζουν θα είναι –κατά τη γνώμη μας– η ραχοκοκαλιά του «Μετώπου» που ήδη επωάζεται ενάντια στη μνημονιακή βαρβαρότητα. 
3. Το περιεχόμενο της πολιτικής. Η προσπάθεια ανασύνταξης του «λαού» της κοινωνικής αντίστασης και της Αριστεράς, δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν ξεκινά από το σημείο-μηδέν. Η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ, της «κωλοτούμπας» στις 20 Φλεβάρη, της προδοσίας του δημοψηφίσματος την επομένη του μεγάλου ΟΧΙ, της μνημονιακής υποταγής στο νεοφιλελευθερισμό στις 13 Ιούλη, μετράνε αρνητικά στην εμπειρία και στις διαθέσεις του κόσμου μας. Το «νέο ξεκίνημα» για να είναι ελκυστικό οφείλει να δίνει εχέγγυα και δεσμεύσεις στην πολιτική, σε πιο ξεκάθαρο πεδίο απ’ ό,τι επί ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό –κατά τη γνώμη μας– σημαίνει ότι το πρόγραμμα και οι στόχοι της ΛΑΕ οφείλουν να εντάσσονται με μεγαλύτερη καθαρότητα μέσα σε ένα πλαίσιο ριζοσπαστικής αντικαπιταλιστικής πολιτικής. Ο νεοφιλελευθερισμός, η γραμμή των ευρωηγεσιών, η αντιδημοκρατική κατρακύλα της ΕΕ, ο ανοιχτός ρατσισμός, η απειλή των πολέμων κ.λπ. είναι όψεις του υπαρκτού και συνολικού προγράμματος των κυρίαρχων τάξεων μέσα σε μια κρίση του καπιταλισμού που αναδεικνύεται ως μία από τις πιο βαθιές στην ιστορία του διεθνώς. 
Αυτά, ασφαλώς, δεν σημαίνουν εσωστρέφεια, ούτε έναν αποπροσανατολιστικό μακρόσυρτο προγραμματισμό «πρωταρχικής συσσώρευσης» δυνάμεων. Ο κόσμος μας έχει μπει με ταχύτητα στην αντιπαράθεση με το Μνημόνιο 3, αρχίζοντας από το Ασφαλιστικό. Με αυτήν την «ταχύτητα» έχουμε να μετρηθούμε. Η ΛΑΕ αποτελεί έναν κρίσιμο «τόπο» όπου πρέπει γρήγορα να αναπτυχθούν όλες οι πρωτοβουλίες, για να βάλουμε ξανά μπροστά το σχέδιο «κυβέρνηση της Αριστεράς». Με μεγαλύτερη και σαφέστερη στήριξη στον κόσμο της εργασίας και στις λαϊκές δυνάμεις, με οξύτερη πολιτική απέναντι στην ντόπια κυρίαρχη τάξη και τις ευρωηγεσίες, με στενότερη σχέση της καθημερινής πολιτικής με το «όραμα» της γενικότερης σοσιαλιστικής απελευθέρωσης.