Ο καθεστωτικός μύθος λέει ότι η χούντα κατέρρευσε λόγω της «εθνικής προδοσίας» στην Κύπρο.

Η αλήθεια είναι ότι η χούντα κλονίστηκε συθέμελα από μια διαδικασία κλιμακούμενης εξέγερσης από τα κάτω, από την τοπική έκφραση –με όλες τις ιδιομορφίες λόγω δικτατορίας- του γενικού κύματος ριζοσπαστισμού της εποχής, που ονομάστηκε παγκόσμιος «Μάης του ‘68»: το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα λειτούργησε ως ο «καταλύτης» που έχτιζε μαζικό κίνημα αντίστασης. Σύντομα έσπασε την απομόνωση μέσα στις σχολές (καταλήψεις της Νομικής στα 1972) και έφτασε στη λαϊκή εξέγερση του Πολυτεχνείου, όπου η πλατιά συμμετοχή των εργατικών-λαϊκών δυνάμεων έδωσε τον τόνο. Ο Νοέμβρης κατέγραψε την σχεδόν απόλυτη απομόνωση του καθεστώτος και την αρχή του τέλους της χούντας, τέλους που θα ερχόταν από μιαν αναπόφευκτη πλέον επόμενη εξέγερση. Το «σκληρό» τμήμα της χούντας προσπάθησε να αποδράσει από το αδιέξοδο, καταφεύγοντας στον εθνικισμό και στη φιλοπόλεμη τακτική: οργάνωσε το πραξικόπημα στην Κύπρο και όταν εκδηλώθηκε η προαναγγελμένη εισβολή της Τουρκίας, κάλεσε γενική επιστράτευση, προκρίνοντας την περιπέτεια ενός πολέμου προκειμένου να σώσει το στρατοκρατικό καθεστώς. Η οργή του κόσμου μετάτρεψε την επιστράτευση σε φιάσκο. Οι ριζοσπαστικοποιημένοι νεολαίοι της εποχής προσέρχονταν στους στρατώνες κυριαρχούμενοι όχι από πατριωτική τύφλωση, αλλά από οργή απέναντι στους στρατοκράτες. Η επιστράτευση και ο φιλοπόλεμος τυχοδιωκτισμός κατέρρευσαν μαζί με τη χούντα. Οι «παλαιοί πολιτικοί» κλήθηκαν επειγόντως στην εξουσία προκειμένου να διασώσουν το ίδιο το αστικό καθεστώς από τον «εχθρό-λαό» που ήδη έπαιρνε τους δρόμους. Η μεγάλη εργατική μεταπολίτευση άρχιζε και στα χρόνια που ακολούθησαν άλλαξαν πολλά, ενώ κρίνονταν ακόμα περισσότερα. 
Εργατική νεολαία
Η μεταπολίτευση είχε ως μεγάλο πρωταγωνιστή την εργατική τάξη. Αρχίζοντας από την National Can στην Ελευσίνα, ένα κύμα απεργιών σάρωσε τη χώρα. Οι απεργίες περνούσαν από εργοστάσιο σε εργοστάσιο, από κλάδο σε κλάδο, σαν άγρια φωτιά σε ξερό κάμπο. Με πρωταγωνιστή την εργατική νεολαία, η μαχητικότητα της τάξης ξεπερνούσε κάθε προηγούμενο: πολυήμερες απεργίες μέχρι τη νίκη, καταλήψεις εργοστασίων, μαζικές και δημοκρατικές γενικές συνελεύσεις, μαζικές διαδηλώσεις, χτίσιμο της αλληλεγγύης στους κάθε φορά αγωνιζόμενους…
Με αυτές τις μεθόδους το εργατικό κίνημα, ξεκινώντας από το «γύψο» της δικτατορίας, κέρδισε μεγάλες αυξήσεις στους μισθούς, συνδικαλιστικές και πολιτικές ελευθερίες στο εργοστάσιο, κοινωνικά δικαιώματα… Πάνω απ’ όλα όμως, επέβαλε ένα γενικό άνεμο ελευθερίας, ένα κλίμα ταξικής υπερηφάνειας που εκφράστηκε με το εμβληματικό σύνθημα «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη», κλείνοντας αμετάκλητα την εποχή που είχε διαμορφώσει η νίκη του αστισμού στον εμφύλιο πόλεμο. 
Αντίστοιχος άνεμος έπνεε στους χώρους της νεολαίας. Στα πανεπιστήμια, η αίγλη του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος έδινε στην Αριστερά την πρωτοκαθεδρία. Όμως η δύναμη των οργανώσεων του ΚΚΕ, του ΚΚΕ εσωτερικού και του ΠΑΣΟΚ γίνονταν η βάση για τη στροφή του φοιτητικού κινήματος στις μεταρρυθμιστικές στρατηγικές της «συνδιοίκησης» και του «δημοκρατικού πανεπιστημίου» που –όσο και αν φαίνεται περίεργο- κράτησαν το φοιτητικό κίνημα στα «πίσω βαγόνια» της μεταπολίτευσης. Όμως στα σχολεία, στα νυχτερινά, στα ΚΑΤΕΕ, στις γειτονιές, στην αλληλεγγύη στους αγωνιζόμενους εργάτες, η νεολαία εξακολουθούσε να είναι στην πρώτη γραμμή, πετυχαίνοντας σημαντικές κατακτήσεις και μαζικοποιώντας τους αγώνες και τις κάθε είδους κοινωνικές οργανώσεις που ξεφύτρωναν σαν τα μανιτάρια παντού…
Απέναντι σε αυτό το μαζικό και διαρκές κίνημα ελπίδας και ανατροπής, η αστική τάξη διαμόρφωσε μια πολύ προσεκτική στρατηγική: Οχυρώθηκε πίσω από τους «δημοκράτες» πολιτικούς, με επικεφαλής τον Κ. Καραμανλή, αξιοποίησε στο έπακρο τους δισταγμούς και τις φοβίες της ρεφορμιστικής Αριστεράς (βλ. Δημήτρη Μπελαντή στις διπλανές στήλες), αποδέχθηκε την αλλαγή του συσχετισμού που της επέβαλε να «πληρώσει» για να σώσει το τομάρι της. Δέχθηκε τις μεγάλες αυξήσεις στους μισθούς, τη δημιουργία των συνδικάτων, τα αιτήματα που έθεταν τα θεμέλια του σύγχρονου κοινωνικού κράτους. Χτυπούσε όπου μπορούσε, υποχωρούσε όπου έπρεπε, περίμενε να περάσει το «κύμα» και να οργανώσει τη γενικευμένη αντεπίθεσή της…
Εργοστασιακά σωματεία
Στην καρδιά του κινήματος της μεταπολίτευσης βρέθηκαν τα εργοστασιακά σωματεία. Ήταν η μορφή οργάνωσης που «επινοήθηκε» από τους αγώνες στο ίδιο το εργοστάσιο: στις κλωστοϋφαντουργίες, στις ηλεκτρικές συσκευές, στα αμαξώματα, στα ορυχεία κλπ. Στηριγμένα στην άμεση συμμετοχή των εργατών, τα εργοστασιακά σωματεία διασφάλιζαν την αναγκαία μαζικότητα, τον έλεγχο του αγώνα από τους ίδιους τους εργάτες, την πολιτικοποίηση, την ευελιξία απέναντι στα αφεντικά και τους μηχανισμούς τους, το «άνοιγμα» στην ευρύτερη κοινωνία κ.ο.κ. Όχι τυχαία τα εργοστασιακά σωματεία συχνά ξεπερνούσαν σε τόλμη και μαχητικότητα την επίσημη «γραμμή» των μεγάλων κομμάτων της Αριστεράς. Γι’ αυτό άλλωστε δεν είχαν την εμπιστοσύνη του ΚΚΕ και του ΚΚΕ Εσωτερικού, που προτιμούσαν την πιο ελεγχόμενη μορφή των «κλαδικών» σωματείων. Αντίθετα το ΠΑΣΟΚ, ξεκινώντας από πολύ πιο αδύναμη βάση επιρροής στο συνδικαλιστικό κίνημα, επέλεξε να αποδεχθεί τα εργοστασιακά σωματεία και σε ανταμοιβή έχτισε τα θεμέλια της πανίσχυρης ΠΑΣΚΕ της δεκαετίας του ’80 (ΟΒΕΣ κλπ). 
Δεν ήταν τυχαίο ότι ακριβώς πάνω στο ζήτημα της οργάνωσης μέσα στο εργοστάσιο ξέσπασε η αντεπίθεση του αστισμού. Μετά τα πρώτα 2-3 χρόνια ελιγμών αναμονής -και αξιοποιώντας στο έπακρο τις αδυναμίες στη γραμμή της κομμουνιστικής Αριστεράς- η κυβέρνηση Καραμανλή επέβαλε το νόμο 330 που «θέσμιζε» το δικαίωμα στην απεργία, αφαιρώντας ελευθερίες από την εργατική βάση ενώ -τάχα- σεβόταν τις εξουσίες των συνδικαλιστικών ηγεσιών και γραφειοκρατιών. Απέναντι στο ν. 330 ξέσπασε ένα σκληρό κίνημα αντίστασης των εργατών που –τελικά- κάμφθηκε, αφού προηγούμενα οι ηγεσίες του ΚΚΕ και του ΚΚΕ εσ. είχαν προλάβει να γράψουν τη μελανή σελίδα της μεταπολίτευσης, κάνοντας λόγο για «προβοκάτορες» και «αριστεροχουντικούς» απέναντι στους εργάτες που επέμεναν και στους πρωταγωνιστές των οδοφραγμάτων του Μάη του 1976…
Η μεταπολίτευση σαν ένας μεγάλος πολιτικός αγώνας κρίθηκε, τελικά, στο πεδίο της πολιτικής. Η εκτίμηση για το χαρακτήρα της κυβέρνησης Καραμανλή και η τακτική απέναντί της, ήταν τα καθοριστικά ζητήματα. Στα ζητήματα αυτά, οι ηγεσίες του ΚΚΕ και του ΚΚΕ εσ. απέτυχαν παταγωδώς. Δέσμιες της σταλινικής παράδοσης, της «στρατηγικής των σταδίων» προς τον σοσιαλισμό, αποδέχθηκαν τις αναγκαιότητες για την «εμπέδωση της δημοκρατίας» που μόλις ολοκληρώνονταν θα έδινε –τάχα- τη θέση της στη διεκδίκηση της σοσιαλιστικής απελευθέρωσης. Η στρατηγική αυτή οδηγούσε –σε ένα βαθμό- σε ανοχή απέναντι στην κυβέρνηση Καραμανλή (για την τάχα εμπέδωση της αστικής δημοκρατίας) και ερχόταν σε σύγκρουση με πλευρές του εργατικού ριζοσπαστισμού που ολοφάνερα παραβίαζε τις «αντοχές» της ΝΔ αλλά και συνολικότερα της αστικής τάξης. Δεν είναι τυχαίο ότι τόσο το ΚΚΕ εσ. (που με την ΕΑΔΕ ομολογούσε μια στρατηγική «δημοκρατικής ενότητας» με την αστική τάξη) όσο και το ΚΚΕ, 
δεν τόλμησαν να βάλουν ζήτημα ανατροπής του Καραμανλή, παρά πολύ αργά, μετά το 1977, κοντά πλέον στο 1981, και ενώ το ΠΑΣΟΚ είχε ήδη κάνει βούκινο την «αλλαγή» που, τάχα, θα οδηγούσε άμεσα σε έναν κάποιο «σοσιαλισμό». Πρέπει πάντως να υπογραμμιστεί ότι η διαπίστωση αυτή αφορά κυρίως την κεντρική λειτουργία των κομμάτων της Αριστεράς. Σε επίπεδο βάσης χιλιάδες και χιλιάδες αγωνιστές-στριες έδιναν τη μάχη της Μεταπολίτευσης, συχνά με ηρωικό τρόπο, συγκεντρώνοντας αγωνιστικές και πολιτικές εμπειρίες που δεν παραγράφονται. Σε αυτήν την αντίφαση βρίσκεται η βάση ερμηνείας και των μετέπειτα μαζικών διασπάσεων στα κόμματα της ρεφορμιστικής Αριστεράς αλλά –πιθανότατα- και της μεγάλης αντοχής της κομμουνιστικής Αριστεράς στην Ελλάδα, μέσα στις θύελλες που ακολούθησαν, σε αντίθεση με τη γενικευμένη διάλυση που ξέσπασε στη δυτική Ευρώπη…
Επαναστατική Αριστερά
Στις συνθήκες της μεταπολίτευσης δοκιμάστηκε, επίσης, ο χώρος της επαναστατικής Αριστεράς. Ο χώρος που ως, σχετικά, μαζική πολιτική δύναμη έχει ως ληξιαρχική πράξη γέννησης το Νοέμβρη του 1973. Στη Μεταπολίτευση ο «αριστερισμός» μπήκε δυναμικά: παρά την απαγόρευση του Καραμανλή και παρά την προβοκατορολογία των ΚΚΕ-ΚΚΕ εσ., πάνω από 50.000 διαδήλωσαν στην πρώτη επέτειο του Νοέμβρη, από το Πολυτεχνείο προς το σκοπευτήριο της Καισαριανής. Μια εβδομάδα μετά, πάνω από 1 εκατομμύριο διαδηλωτές συμμετείχαν στον «επίσημο» και νόμιμο γιορτασμό. Η σχετική αντιπαράθεση ήταν απλώς η προειδοποίηση για όσα θα ακολουθούσαν.
Οι οργανώσεις της επαναστατικής ή άκρας Αριστεράς προσπάθησαν να καλύψουν και να εκφράσουν πολιτικά τον εργατικό και νεολαιίστικο ριζοσπαστισμό της μεταπολίτευσης, χωρίς εκπτώσεις, υποσημειώσεις και αμφιλεγόμενα. Έδωσαν μάχη και ηττήθηκαν μαζί με την κάμψη του μεγάλου κύματος των αγώνων, έχοντας ως τελευταία «αναλαμπή» τις φοιτητικές καταλήψεις του 1979, που ανάγκασαν τον Καραμανλή να αποσύρει το νόμο 815. Μπροστά στο έργο που προσπάθησαν να αναλάβουν, οι αδυναμίες τους αποδείχθηκαν καθοριστικές. Ήταν αδυναμίες ιδεολογικές, όπως το «πλαίσιο» που στηριζόταν στην Κίνα και σε λίγα χρόνια συντρίφτηκε μαζί με το καθεστώς του Μάο, ή όπως ένα «πλαίσιο» κατανόησης του Τσε που έσπρωχνε προς το αδιέξοδο των όπλων… Ήταν αδυναμίες πολιτικές, όπως οι δυσκολίες ανάλυσης της αναδυόμενης σοσιαλδημοκρατίας, ή οι δυσκολίες συγκεκριμενοποίησης μιας τακτικής την ώρα της υποχώρησης των μεγάλων αγώνων… Ήταν αδυναμίες οργανωτικές, όπως οι δυσκολίες να μάθει ένας κόσμος να χτίζει οργανώσεις, την ώρα που το ΚΚΕ και το ΚΚΕ εσ. στηρίζονταν σε στελέχη και σε «τεχνογνωσία» δεκαετιών… Μέσα σε αυτήν την συνολική μάχη του «αριστερισμού» ένας χώρος νέων οργανώσεων (ΟΣΕ, ΟΠΑ, Μαχητής, ΕΛΕΚ κ.ά.) ξεκινούσε από πιο πίσω: με βάση τις διεθνείς εμπειρίες, την απόπειρα να χτίσει οργανώσεις της «νέας Αριστεράς» έξω από τα δίκτυα και τα δεδομένα τόσο του γκεβαρισμού όσο και του σταλινικού μαοϊσμού ή του «ορθόδοξου» τροτσκισμού. Απόπειρες που έφτασαν σε αδιέξοδα, αλλά που άφησαν και παρακαταθήκες και νέα πολιτικά δεδομένα, ενεργά στο σημερινό κίνημα αντίστασης. 
Σήμερα πολλοί από τους αντιπάλους μας μιλούν για το «τέλος της μεταπολίτευσης». Από τα χείλη του Σαμαρά ή του Βορίδη, ή του Κυριάκου Μητσοτάκη, ή του Βενιζέλου, η ανάλυση αυτή εκφράζει τους φόβους της κυρίαρχης τάξης για αυτό που, τότε, συνέβη και κυρίως για αυτό που τώρα μπορεί και πρέπει να συμβεί ξανά: την ορμητική είσοδο των εργαζομένων και των λαϊκών δυνάμεων στο προσκήνιο, την επίτευξη συγκεκριμένων κοινωνικοπολιτικών κατακτήσεων που, αφενός, θα βελτιώνουν τη ζωή του λαού, ενώ, αφετέρου, θα αλλάζουν τον κοινωνικό συσχετισμό δύναμης, ανοίγοντας το δρόμο προς τη γενικότερη σοσιαλιστική απελευθέρωση. 
Γιατί τα όνειρα που άνθισαν στην Πίτσος και στου Λαδόπουλου, στην AEG και στη Μαδεμ-Λακο, στις κλωστές και στα αμαξώματα, μπορούν να ανθίσουν ξανά και να πάρουν την οριστική εκδίκησή τους…