Σ την Ιταλία, προχώρησαν εσχάτως σε μια πρωτότυπη εφεύρεση –τις μηχανές του εσπρέσο που θα φτύνουν ταυτόχρονα και... λιρέτες.

Αλλά δυστυχώς η πολιτική και οικονομική κατάσταση στη Ρώμη δεν προσφέρεται για γέλια ούτε και για εξωφρενικές εφευρέσεις πέρα και από τα πιο τρελά όνειρα του Λεονάρντο Ντα Βίντσι. Αν και από τον Μάρτιο ήταν γνωστό πως το ιταλικό έλλειμμα θα ξεπερνούσε σύμφωνα με τις προβλέψεις το 2,5% του ΑΕΠ και από τον περασμένο Απρίλιο ήταν επίσης γνωστό ότι το ιταλικό χρέος σπάει το ψυχολογικό όριο του 130% του ΑΕΠ (αγγίζοντας το 132%), η νέα «ιταλική κρίση» ξέσπασε λίγες μόνο μέρες μετά τις ευρωεκλογές. Γιατί, είναι το πρώτο και εύλογο ερώτημα. 
Ανατροπή συσχετισμών
Απλούστατα, επειδή οι ευρωεκλογές απέδειξαν στην κάλπη πως έχουν αντιστραφεί οι όροι στη συνεργασία και την απήχηση των δυο κυβερνητικών εταίρων - η Λέγκα του Βορρά κατήγαγε συγκριτικά σημαντική νίκη, αφήνοντας πίσω της, το Κίνημα των Πέντε Αστέρων, το οποίο, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, είδε το 1/4 των ψηφοφόρων του να μετακινείται και να ψηφίζει απευθείας τον Σαλβίνι και το κόμμα του. Άλλη μία, τρανή απόδειξη του τι συμβαίνει όταν η Ακροδεξιά αποκτά κυβερνητική εξουσία έστω και από θέση αρχικά μειονεκτική και μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο γίνεται η πρώτη, πολιτική δύναμη σε μία κομβική για την ΕΕ χώρα. Με προμετωπίδα μάλιστα όχι την οικονομία αλλά το αντιμεταναστευτικό μίσος και τις ποινικές διώξεις εναντίον μεταναστών, εθελοντών, ακτιβιστών και δημάρχων. 
Επομένως, ένα και πρώτο κρατούμενο, η πολιτική και εκλογική δυναμική που απέκτησε η Λέγκα μετά τις ευρωεκλογές, δυναμική που κάνει τον Σαλβίνι να λιγουρεύεται μια ενδεχομένως κυβέρνηση αμιγώς προερχόμενη από το κόμμα του, έστω και ως κυβέρνηση κοινοβουλευτικής μειοψηφίας και ανοχής, κατά τα ιταλικά ειωθότα ή σε συμπόρευση με τα μουσολινικά Αδέλφια της Ιταλίας. Τούτου δοθέντος, μια τεχνητή αναζωπύρωση της ιταλικής κρίσης και της σύγκρουσης με την ΕΕ αποτελεί την αφετηρία για την πρόκληση εσωτερικού, πολιτικού γεγονότος, που θα οδηγούσε σε πρόωρη προσφυγή στην κάλπη. Πότε, είναι το επόμενο ερώτημα. 
Πριν το δεύτερο δεκαήμερο του Οκτωβρίου, όταν κατά τα ευρωπαϊκώς κρατούντα, πρέπει να κατατεθούν οι προϋπολογισμοί των κρατών-μελών για συμμόρφωση με το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης και έγκριση από την Κομισιόν. Τον Οκτώβριο, όμως και με όσα έχουν εξαγγελθεί ή δρομολογηθεί, η ΕΕ θα καλείται να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα ένα Brexit χωρίς συμφωνία, αν στην κούρσα για τη διαδοχή της Τερέζας Μέι, επικρατήσει η σκληροπυρηνική πτέρυγα των Μπρεξιτίαρς Συντηρητικών, με επικεφαλής τον Μπόρις Τζόνσον. Με άλλα λόγια, η Λέγκα ποντάρει στον πολύ πιθανό πολιτικό κυκλώνα που θα ανοίξει πάνω από τη Μάγχη, προκειμένου να πετύχει όσο το δυνατό περισσότερα ανταλλάγματα από θέση κυβερνητικής ισχύος και με επιχείρημα πως η Ιταλία είναι too big to fail εντός του ευρώ. Τότε, γιατί αναθερμάνθηκε ξανά η συζήτηση για έξοδο της Ιταλίας από το ευρώ;
Η νίκη της Λέγκας στις ευρωεκλογές άνοιξε την κυβερνητική όρεξη και σε στελέχη του κόμματος, που αφενός ανήκουν στο οικονομικό επιτελείο του Σαλβίνι και αφετέρου δεν έχουν κρύψει τις έντονες, «ευρωσκεπτικιστικές» τάσεις τους, που φτάνουν έως και την υιοθέτηση ενός νέου εθνικού νομίσματος, μιας νέας λιρέτας ακόμη και χωρίς συμφωνία με την ΕΕ και εξαυτού δεν είδαν υπουργικό χαρτοφυλάκιο πριν από έναν χρόνο. Ανάμεσα τους είναι οι οικονομολόγοι Αλμπερτο Μπανιάι και Κλαούντιο Μπόργκι. Και οι δύο προωθούνται από τον Σαλβίνι ο ένας για τη θέση του υπουργού Ευρωπαϊκών Υποθέσεων και ο άλλος, για τη θέση του υπουργού Οικονομικών, ακόμη και στην περίπτωση εκπαραθύρωσης ή παραίτησης των Σαβόνα και Τρία, που έχουν σήμερα τους αντίστοιχους θώκους, αν η κρίση με τις Βρυξέλλες παραταθεί και βαθύνει. 
Πιθανότατα, αυτό είναι και το σενάριο που οδηγεί την Ιταλία σε πρόωρες κάλπες, αν η προεδρία της δημοκρατίας, δηλαδή ο Ματαρέλα, απορρίψει έναν από τους δύο ή και τους δύο για υπουργούς - όπως είχε πράξει πέρυσι στο πλαίσιο του ιταλικού συντάγματος για τον διορισμό του Σαβόνα στη θέση του υπουργού Οικονομικών. 
Στον Μπανιάι ανήκει και η πρόσφατη νομοθετική πρόταση για ένα σύστημα εσωτερικού δανεισμού και πιστώσεων του ιταλικού κράτους, που υπερψηφίστηκε από το ιταλικό κοινοβούλιο υπό τους πηχυαίους τίτλους της εισαγωγής «παράλληλου νομίσματος». Ο ίδιος νόμος αποτέλεσε την αφορμή για να τα ακούσει... στερεοφωνικά ο Τζοβάνι Τρία στο τελευταίο Eurogroup από τους ομολόγους του, αν και στην πραγματικότητα το μείζον ζήτημα παραμένει ο εκτροχιασμός του ελλείμματος σε σχέση με τη «βελούδινη συμφωνία» της ΕΕ και της Ιταλίας, που τον περασμένο Δεκέμβρη προέβλεπε έλλειμμα, για το 2019, «αυστηρά» της τάξης του 2,04% - εντός του Ευρωπαϊκού Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, εκτός και πάνω από το όριο του 1% που έχει επιβάλει στην Ιταλία, ο ειδικός, συνταγματικός νόμος Μόντι-Τζεντιλόνι από το 2015, παρακολουθώντας τη αναιμική ανάπτυξη του βατράχου της ιταλικής οικονομίας, που δεν λέει να ανανήψει έπειτα από δέκα και πλέον χρόνια επιβράδυνσης και ύφεσης.
Πολιτική διαμάχη
Στον Μπανιάι ανήκει και η «πρόβλεψη» πως οι Ιταλοί με την - ακαριαία και ξαφνική επαναφορά στη - λιρέτα δεν έχουν να φοβηθούν κάτι και ότι θα είναι έτοιμοι «όπως κάθε μέρα» να απολαύσουν «τον πρωινό εσπρέσο τους». Την ίδια ώρα όμως που ο οικονομικός σύμβουλος του Σαλβίνι υπόσχεται λιρέτες και άφοβους... εσπρέσο, ο πρωθυπουργός Κόντε έχει απειλήσει με παραίτηση, αν η ιταλική κυβέρνηση δεν καταφέρει να επαναφέρει τις προοπτικές του ελλείμματος στα συμφωνηθέντα με την ΕΕ (pacta sunt servanda) με ό,τι αυτό θα συνεπάγεται για τη συνοχή της κυβέρνησης με την παρούσα σύνθεσή της. Από την πλευρά του, ο υπουργός Οικονομικών, Τρία, που έχει γίνει σάκος του μποξ μεταξύ Βρυξελλών και Ρώμης, έχει χαρακτηρίσει το σύστημα εσωτερικού δανεισμού, «αχρείαστο και παράνομο», αν και κατά τα άλλα ετοιμάζεται να το εφαρμόσει και να σαρώσει τα αποθεματικά διαφόρων φορέων του δημοσίου και του κοινωνικού κράτους σε μια περίπλοκη και εναγώνια αναζήτηση φθηνού χρήματος για τους επόμενους, καλοκαιρινούς μήνες - αν και εφόσον παραμείνει στο υπουργείο. 
Στο γαϊτανάκι του ποιος θα κάνει την πιο βαρύγδουπη δήλωση για την λιρέτα και την οριστική ρήξη με την ΕΕ, μπήκε και ο υπουργός Απασχόλησης και Βιομηχανικής Ανάπτυξης, ηγέτης των Πέντε Αστέρων, Λουίτζι ΝτιΜάιο, που εγκατέλειψε φραστικά τους περσινούς όρκους πίστης στο ευρώ ενώπιον των ιταλών βιομηχάνων, προφανώς προσπαθώντας να ανακόψει τις εκλογικές απώλειες που καταγράφηκαν στην κάλπη των ευρωκοινοβουλευτικών εκλογών, μπροστά στο σοβαρό ενδεχόμενο, οι «πεντάστεροι» όχι απλώς να δουν την πλάτη της Λέγκας σε μια πρόωρη, εθνική κάλπη, αλλά να είναι και απολύτως περιττοί σε μια νέα κυβέρνηση συνεργασίας, μειοψηφίας ή ακόμη και αυτοδυναμίας. 
Τα μουσολινικά Αδέρφια της Ιταλίας, που τον χειμώνα πανηγύριζαν επειδή η κυβέρνηση εφάρμοζε το δικό τους αντιμεταναστευτικό πρόγραμμα και πογκρόμ ποινικών διώξεων εναντίον κάθε μορφής συμπαράστασης και αλληλεγγύης προς τους μετανάστες και είδαν να αποσπούν ένα ευρωεκλογικό 6,5%, διπλασιάζοντας σχεδόν τη δύναμή τους, περιμένουν να στηρίξουν τον «συνοδοιπόρο και συμμαχητή» Σαλβίνι... Πάντα, και με τις παρασκηνιακές ενέργειες του «πολύ» Στιβ Μπάνον, που έχει υποστηρίξει και δημόσια αυτό τον συνασπισμό εξουσία της ιταλικής Ακροδεξιάς, ήδη από τον περασμένο Σεπτέμβριο, όταν ξεκίνησε τη μακρά περιοδεία του στην Ευρώπη για τον συντονισμό των ευρωπαίων νεοφασιστών και ακροδεξιών, με πρώτο και κομβικό σταθμό, τη Ρώμη.