Η νίκη του Ολάντ στη Γαλλία

διεθνή / Πάνος Πέτρου / 09.05.2012

Οι προβλέψεις επιβεβαιώθηκαν στη Γαλλία και ο Σοσιαλιστής Φρανσουά Ολάντ επικράτησε του Νικολά Σαρκοζί. Το βράδυ της 6ης Μάη, εκατοντάδες χιλιάδες βγήκαν στους δρόμους του Παρισιού για να πανηγυρίσουν το τέλος του «προέδρου των πλουσίων».

Το τέλος του «προέδρου των πλουσίων», αρχή αντεπίθεσης για το εργατικό κίνημα

 

Ο υπερφιλόδοξος ηγέτης της Δεξιάς δεν κατάφερε να επιβιώσει για δεύτερη θητεία. Οι πανηγυρισμοί ήταν απολύτως δικαιολογημένοι: Ο υπέρμαχος των φοροαπαλλαγών για το κεφάλαιο και των ιδιωτικοποιήσεων, ο ορκισμένος εχθρός του εργατικού κινήματος είναι παρελθόν. Αν και πέτυχε κάποια σημαντικά πλήγματα στη γαλλική εργατική τάξη, δεν κατάφερε τελικά να επιβάλει τη συντριπτική νίκη (εξελέγη ως «Θάτσερ με παντελόνια») την οποία υποσχέθηκε στους Γάλλους καπιταλιστές το 2007. Η νίκη του σε αυτές τις εκλογές θα σήμαινε σαρωτική επίθεση για να ολοκληρωθούν όσα δεν μπόρεσε να κάνει, θα σήμαινε επίσης την κυριαρχία των ιδεών του κρυπτοφασιστικού Εθνικού Μετώπου (FN), τις οποίες υιοθέτησε στο ακέραιο ο «Σαρκό» στην απελπισμένη προσπάθειά του να επανεκλεγεί. Από αυτή την άποψη, η ήττα του ήταν μια πολιτική νίκη για τα εκατομμύρια που πάλεψαν εναντίον του τα προηγούμενα χρόνια, ήταν μια ετεροχρονισμένη, εκλογική δικαίωση του μεγάλου «εργατικού φθινοπώρου» του 2010, που έβαλε τις βάσεις για το γκρέμισμά του.

Επιπλέον, έχει ιδιαίτερη σημασία για την επόμενη μέρα στη Γαλλία ο τρόπος με τον οποίο ηττήθηκε ο Σαρκό.
Αφενός, ο Ολάντ υποχρεώθηκε από το κύμα ταξικής οργής να υιοθετήσει προεκλογικά μια σειρά υποσχέσεις που πάνε πέρα από μια απλή «αλλαγή προσώπων»: το δικαίωμα ψήφου στους μετανάστες στις τοπικές εκλογές, την άμεση αποχώρηση από το Αφγανιστάν, το γάμο των ομοφυλοφίλων, τη φορολογία στους πλούσιους, το «πάγωμα» των ιδιωτικοποιήσεων στον ηλεκτρισμό και τους σιδηροδρόμους, την υπεράσπιση της δημόσιας υγείας. Αυτές είναι υποσχέσεις για τις οποίες το κίνημα από τα κάτω θα παλέψει για να δει να υλοποιούνται.

Αφετέρου είναι μια περίοδος όπου δεν υπάρχουν οι εκλογικές αυταπάτες του παρελθόντος. Ο ενθουσιασμός της 6ης Μάης για την ήττα του Σαρκοζί, και της «ατζέντας» που εξέφραζε, δεν σημαίνει τυφλή εμπιστοσύνη στον Ολάντ. Όσες συγκρίσεις κι αν γίνονται, οι εργάτες στη Γαλλία δεν έχουν τις προσδοκίες που είχαν το 1981 από τον Μιτεράν. Και είναι λογικό μετά από τις διαδοχικές πικρές εμπειρίες «πληθυντικής Αριστεράς». Γι’ αυτό και προεκλογικά κυριάρχησε η καμπάνια του Αριστερού Μετώπου, με το σύνθημα «Αντίσταση», ενώ η εκστρατεία του Ολάντ δεν προκάλεσε ανάλογο ενθουσιασμό.

Αυτή η διάθεση είναι που μπορεί να καθορίσει το μέλλον στη Γαλλία. Εκατομμύρια εργαζόμενοι περιμένουν να δουν μια ριζική ανατροπή της πολιτικής Σαρκοζί και κυρίως είναι πρόθυμοι να παλέψουν για να την επιβάλουν. Και ανάμεσα σε αυτούς υπάρχει το κρίσιμο δυναμικό που διαμορφώθηκε κατά την προεκλογική εκστρατεία του Αριστερού Μετώπου. Αυτοί οι αγωνιστές κινητοποιήθηκαν και στράφηκαν στην Αριστερά όχι γιατί αυτή… «έβαλε το ρόλο της ΕΚΤ στη δημόσια συζήτηση», αλλά γιατί επανέφερε λέξεις όπως «ταξική πάλη» και «αντίσταση».

Από την κινητοποίηση αυτών των δυνάμεων από τα κάτω θα εξαρτηθεί η πορεία της Γαλλίας. Για τον ίδιο τον Ολάντ δεν υπάρχουν περιθώρια για καμιά αυταπάτη. Ο νέος πρόεδρος θυμίζει έντονα την προσπάθεια του Θαπατέρο να ισορροπήσει ανάμεσα στη λιτότητα και τα εργατικά συμφέροντα ή τις υποσχέσεις του ΓΑΠ να προστατέψει τους εργαζόμενους μέσα στην κρίση. Το τι ακολούθησε είναι γνωστό.

Για τις βουλευτικές εκλογές του Ιούνη, οι Σοσιαλιστές είναι το φαβορί. Η νέα κυβέρνηση θα δοκιμαστεί αμέσως από το αν θα διαλέξει τις αγορές ή τις εργατικές ανάγκες. Το Αριστερό Μέτωπο θα δοκιμαστεί επίσης αμέσως από το αν θα οδηγηθεί στην κεντροαριστερά ή θα οργανώσει την αντίσταση στη «σοσιαλιστική» λιτότητα. Η Γαλλία μπαίνει σε μια εποχή μεγάλης πόλωσης. Υπερβάλλοντας, στελέχη του Αριστερού Μετώπου μιλάνε για «Ιούνη του 1936». Δεν ξεκαθαρίζουν αν μιλάνε για ένα νέο «Λαϊκό Μέτωπο» ή για μια εργατική αντεπίθεση, αντίστοιχη εκείνης της εποχής. Πάντως, η περίοδος που ανοίγει, θα είναι σίγουρα ενδιαφέρουσα. Και σε μια τέτοια περίοδο οι επαναστάτες, και συγκεκριμένα η μεγαλύτερη δύναμη, το NPA, θα πρέπει να βρεθούν στο επίκεντρο των κοινών αγώνων και του διαλόγου, για να μπορέσουν να παίξουν ενεργό ρόλο στις πολιτικές μάχες που έρχονται.

 

Η μάχη της Πρωτομαγιάς

Η ταξική και πολιτική πόλωση στη Γαλλία συμπυκνώθηκαν στη μάχη της Πρωτομαγιάς. Στο Παρίσι έγιναν τρεις συγκεντρώσεις. Η Μαρίν Λε Πεν συνέχισε την παράδοση του πατέρα της και οργάνωσε διαδήλωση «τιμής στην Ζαν Ντ’ Αρκ». Ο ίδιος ο Σαρκοζί οργάνωσε συγκέντρωση «των αληθινών εργαζομένων» (αυτών που βγάζουν λεφτά δουλεύοντας και δεν γκρινιάζουν κ.λπ), στην ουσία αντισυγκέντρωση ενάντια στο εργατικό κίνημα. Με μια ομιλία που θύμισε σε όλο το γαλλικό Τύπο τον «Πετέν» (τον αντιδραστικό, αντικομουνιστή στρατηγό και πρόεδρο της φιλοναζιστικής «κυβέρνησης του Βισύ»), ζήτησε από τα συνδικάτα «να κατεβάσουν την κόκκινη σημαία και να υπερασπιστούν τη γαλλική».   

Απέναντι σε αυτές τις προκλήσεις, τα συνδικάτα και όλα τα κόμματα της Αριστεράς κάλεσαν σε μια μεγάλη εργατική Πρωτομαγιά «ενάντια στο φασισμό και τον Σαρκοζί» (ο Ολάντ επέλεξε να απέχει διακριτικά). Στο μεγάλο ερώτημα του γαλλικού Τύπου «σε ποιον ανήκει η Πρωτομαγιά;», η απάντηση ήταν εκκωφαντική. Εκατοντάδες χιλιάδες συμμετείχαν στην «κόκκινη» εργατική διαδήλωση, που ακόμα και με τα στοιχεία της αστυνομίας ήταν πενταπλάσια της περσινής. Ο Σαρκοζί κινητοποίησε τον όγκο των οπαδών του, αλλά έχασε τη μάχη με το εργατικό κίνημα. Η ακροδεξιά διαδήλωση πέρασε στα «ψιλά» του γαλλικού Τύπου, καθώς το μέγεθός της δεν αρκούσε για να «μετρηθεί» είτε με την αντισυγκέντρωση του Σαρκοζί, είτε πολύ περισσότερο με την εργατική διαδήλωση. Η 1η Μάη του 2012 στη Γαλλία έδειξε πως η εργατική τάξη της χώρας επιλέγει τα συνδικάτα της και την Αριστερά.

 

Η Ευρώπη αλλάζει;

 

Η νίκη του Ολάντ, όπως ήταν λογικό, απέκτησε διεθνή διάσταση. Αλλάζει η πολιτική ηγεσία του ενός από τους δύο πόλους του ηγετικού άξονα της ΕΕ. Στη θέση του Σαρκοζί έρχεται ένας πρόεδρος που έκανε σημαία την «αναδιαπραγμάτευση των συνθηκών» και την «ανάπτυξη». Η νίκη του Ολάντ αντικατοπτρίζει πράγματι μια στροφή στις αναζητήσεις μερίδας των κυρίαρχων τάξεων. Στη Γερμανία το SPD φιλοδοξεί να επικρατήσει της Μέρκελ τον Οκτώβρη, ενώ ανάλογα πράγματα με τον Ολάντ αρχίζουν να ψελλίζουν επίσης ο τεχνοκράτης Μόντι και ο δεξιός Ραχόι.

Μια αλλαγή «μίγματος» είναι πιθανή, καθώς χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης η ευρωζώνη εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την απειλή της διάλυσης, οικονομίες-μεγαθήρια βρίσκονται στο «κόκκινο», το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα εξακολουθεί να απειλείται με κατάρρευση. Αλλά δεν υπάρχουν περιθώρια αυταπάτης για μια «άλλη ΕΕ». Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, ή η υιοθέτηση «κεϊνσιανών» ιδεών από άλλες δυνάμεις δεν έχουν στόχο να υπερασπιστούν τους εργαζόμενους, αλλά τους Ευρωπαίους καπιταλιστές.

Η εξυπηρέτηση του χρέους (δηλαδή η διασφάλιση των χρημάτων των τραπεζιτών), η «ανταγωνιστικότητα», η «προστασία» των τραπεζών, το «δημοσιονομικό μάζεμα» (δηλ. η αιματηρή λιτότητα) δεν αμφισβητούνται. Η προσθήκη μιας «ρήτρας ανάπτυξης» δεν ανατρέπει αυτή την κατεύθυνση. Η «ανάπτυξη» που ευαγγελίζονται πλέον όλες οι αστικές δυνάμεις, θα γίνει στις πλάτες των εργατών. Στην περίπτωση του Ολάντ χρειάζεται μια ακόμα υπενθύμιση: Η ΕΕ παραμένει ένωση διαφορετικών καπιταλισμών και ο Ολάντ επελέγη από τη γαλλική άρχουσα τάξη για να υπερασπιστεί τα δικά της συμφέροντα στον ανταγωνισμό με τη Γερμανία. Το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα, αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη, δεν έχει κανένα λόγο να ελπίζει σε… ταύτιση συμφερόντων με τους Γάλλους καπιταλιστές.

Για την Αριστερά θα είναι έγκλημα να στηρίξει τις ελπίδες της σε μια ντελορική στροφή της ΕΕ, να μπει στη διαδικασία αναζήτησης συμμαχιών σε επίπεδο κορυφής, με στόχο την «ανάπτυξη» ή μια «άλλη ευρωσυνθήκη». Τα αιτήματα, τα συνθήματα, τα προγράμματα, η δράση μας έχουν να λογοδοτήσουν στην υπεράσπιση της εργατικής τάξης και όχι στις απόπειρες διάσωσης των Ευρωπαίων καπιταλιστών. Η άνοδος της Αριστεράς (στην Ελλάδα, στη Γαλλία, ελπίζουμε το μήνυμα να περάσει και αλλού) δεν πρέπει να οδηγήσει σε μια «ρεαλιστική προσαρμογή», αλλά στη ριζοσπαστικοποίηση της πολιτικής μας. Πράγματι οι ευθύνες αυξάνονται. Όχι όμως οι ευθύνες απέναντι στη «διαχείριση της κρίσης», αλλά απέναντι στον κόσμο της εργασίας, που με τους αγώνες του πανευρωπαϊκά «δείχνει» το δρόμο για μια ριζικά άλλη Ευρώπη, τη μόνη για την οποία έχουμε να παλέψουμε. Την Ευρώπη των εργατών.