Μετά το αρχικό σοκ της νίκης του Ντόναλντ Τραμπ, τα αριθμητικά στοιχεία των αμερικανικών εκλογών επιτρέπουν μια ερμηνεία του αποτελέσματος που θα αποφεύγει τις υπερβολές.

Το κεντρικό γεγονός των εκλογών, που καθόρισε τελικά το αποτέλεσμα, ήταν η εκλογική καθίζηση των Δημοκρατικών. Η τραγική διάψευση της «ελπίδας» κατά την 8ετία Ομπάμα, σε συνδυασμό με την αποκρουστική υποψηφιότητα της Χίλαρι Κλίντον, οδήγησε σε απώλεια περίπου 7 εκατομμυρίων ψήφων σε σχέση με το 2012 (και 10 εκατομμυρίων σε σχέση με το 2008). 
Θα έλεγε κανείς πως τις εκλογές δεν τις κέρδισε ο Τραμπ, αλλά τις έχασε η Χίλαρι. Άλλωστε ο ίδιος ο δεξιός μεγιστάνας όχι μόνο δεν κινητοποίησε κάποιο ρεύμα λαϊκής στήριξης πέρα από την παραδοσιακή βάση των Ρεπουμπλικάνων, αλλά αντίθετα συγκέντρωσε 2 εκατομμύρια λιγότερες ψήφους από τον Μιτ Ρόμνεϊ το 2012.
Η ερμηνεία της νίκης 
του Τραμπ...

Ποια ήταν η επιτυχία του Τραμπ; Αφενός, το ότι επικράτησε στην εσωκομματική πάλη για το χρίσμα των Ρεπουμπλικάνων. Καβάλησε το κύμα της (ακρο)δεξιάς εξέγερσης της βάσης του κόμματος απέναντι σε μια κομματική ηγεσία που θεωρούνταν «αποκομμένη από τις ανησυχίες και τους φόβους μας». Αφετέρου, ότι ως υποψήφιος πια των Ρεπουμπλικάνων μπόρεσε να διατηρήσει τη συσπείρωση και της ευρύτερης εκλογικής βάσης της Δεξιάς και να την πείσει να πάει ως την κάλπη και να τον ψηφίσει για πρόεδρο των ΗΠΑ.
Θα λέγαμε πως ο Τραμπ δεν ηγήθηκε μιας δεξιάς μεταστροφής της αμερικανικής κοινωνίας ευρύτερα (άλλωστε έχασε και τη λαϊκή ψήφο, άσχετα αν το απαρχαιωμένο ρατσιστικό εκλογικό σύστημα του έδωσε τη νίκη), αλλά μιας δεξιάς ριζοσπαστικοποίησης της υπαρκτής κοινωνικής-εκλογικής βάσης της Δεξιάς, που έκρινε πως την εκφράζει ο βίαιος λόγος του ενάντια στο «κατεστημένο», αλλά και τους μαύρους, τους μετανάστες, τους μουσουλμάνους, τις γυναίκες.
Απέναντί του βρισκόταν η προσωποποίηση της διαπλοκής του πολιτικού προσωπικού με τη Γουόλ Στριτ, η Χίλαρι. Μια υποψήφια που απέναντι στην υπόσχεση του Τραμπ να «ξανακάνει σπουδαία την Αμερική» απαντούσε πως «η Αμερική είναι ήδη σπουδαία». Με μια τέτοια ρητορική και ό,τι αυτή σημαίνει για τα θύματα της κρίσης, της αστυνομικής βίας κλπ, εκατομμύρια άνθρωποι, που απεχθάνονται τον Τραμπ, δεν πείστηκαν να την ψηφίσουν ούτε καν ως «μικρότερο κακό», ούτε καν «κλείνοντας τη μύτη τους». Κάποιοι ίσως και να προτίμησαν τη ρητορική του Τραμπ, που μιλούσε δημαγωγικά ως προστάτης των «χαμένων», την ώρα που η Χίλαρι αρνιόταν ακόμα και την ύπαρξή τους.
...και η πολιτική σημασία της
Η νίκη του Τραμπ είναι σύμπτωμα και παράγωγο της βαθιάς κρίσης του αμερικανικού πολιτικού συστήματος. Εξελέγη στο ανώτατο αξίωμα ένας άνθρωπος που προκαλεί φόβο και αηδία στην πλειοψηφία των λαϊκών στρωμάτων και είχε απέναντί του και το πλειοψηφικό κομμάτι της άρχουσας τάξης. Τα κατάφερε πατώντας πάνω στην κρίση και των δύο μεγάλων κομμάτων. Οι μεν Ρεπουμπλικάνοι αποδείχθηκαν ανίκανοι να ελέγξουν το τέρας που έθρεψαν όσο βρίσκονταν στην αντιπολίτευση (π.χ. το Tea Party), οι δε Δημοκρατικοί αποδείχθηκαν ανίκανοι να κινητοποιήσουν εκλογικά τις κοινωνικές δυνάμεις που θα μπορούσαν να φράξουν τον δρόμο στον Τραμπ. 
Ο «τραμπισμός» ως φαινόμενο εκφράζει αυτές ακριβώς τις διεργασίες. Μια δεξιά ριζοσπαστικοποίηση, μια βαθιά πολιτική σήψη, αλλά και αναζητήσεις τμημάτων της άρχουσας τάξης σε μια άλλη κατεύθυνση. Η ρητορική του που μιλούσε για επιστροφή στον προστατευτισμό, ανασυγκρότηση της βιομηχανίας στο εσωτερικό των ΗΠΑ, σκληρότερη αντιμετώπιση της Κίνας στο διεθνή εμπορικό ανταγωνισμό και το δόγμα «απομονωτισμού» που χαρακτήριζε το Ρεπουμπλικάνικο Κόμμα στις αρχές του 20ού αιώνα δεν βρήκαν απήχηση μόνο στους «χαμένους» της παγκοσμιοποίησης, αλλά και σε τμήματα των καπιταλιστών και του κράτους.
Ο Τραμπ στο Λευκό Οίκο
Η «αλλαγή», που επικαλείται ο Τραμπ, κάθε άλλο παρά καλή θα είναι. Πέρα από τη δημαγωγία του, παραμένει «σάρκα από τη σάρκα» της καπιταλιστικής τάξης. Και δεν πρόκειται σε καμιά περίπτωση για «αποστάτη» της τάξης του. Αν και «εκτός συστήματος» με την έννοια του πολιτικού-κομματικού προσωπικού, ο Τραμπ έχει μειοψηφικά, αλλά σοβαρά ερείσματα και στην αστική τάξη και στο βαθύ κράτος (όπως έδειξε και η ξαφνική «παρέμβαση» του FBI κατά της Κλίντον τις τελευταίες εβδομάδες πριν από την κάλπη). Μπαίνοντας στο Λευκό Οίκο, θα αποκτήσει ένα πολύ ευρύτερο τέτοιο «περιβάλλον» με το οποίο θα συνεργαστεί στενά. 
Ο αντιπρόεδρος Μάικ Πενς ανήκει στο «βαθύ κόμμα» των Ρεπουμπλικάνων, το συγκράτησε συμπαγές στο πλευρό του Τραμπ απέναντι στην αποστασία «βαρόνων», όπως η οικογένεια Μπους, και θα παίξει κεντρικό ρόλο στη στελέχωση της νέας κυβέρνησης. Ο «πανικός» στη Γουόλ Στριτ κράτησε ελάχιστες ώρες, πριν αρχίσει ξανά το πάρτι, εν μέσω διαρροών από το επιτελείο του Τραμπ ότι θα δοθούν θέσεις κλειδιά σε παλιά, δοκιμασμένα στελέχη του ριγκανισμού. Ξεχωρίζει η υποψηφιότητα του Στίβεν Μνούτσιν για το υπουργείο Οικονομικών. Πρόκειται για πρώην τραπεζίτη της Γκόλντμαν Σακς που έγινε μάνατζερ σε hedge-fund.
Μια ματιά στο οικονομικό πρόγραμμα του Τραμπ αποκαλύπτει τις προτεραιότητές του πίσω από τη δημαγωγία για τον «απλό άνθρωπο». Υποσχέθηκε την πλήρη απελευθέρωση των περιορισμών στις πετρελαϊκές και άλλες ενεργειακές βιομηχανίες, κάνοντας προεκλογικά έμβλημα την καταγγελία των «εμποδίων του Ομπάμα στον αγωγό Keystone». Τα «εμπόδια» περιγράφουν τη μερική υποχώρηση του Ομπάμα απέναντι στο κίνημα που αντιδρούσε στον αγωγό, και η αναφορά σε αυτά αποκτά επιπλέον συμβολισμό, καθώς συμπίπτει με τον ηρωικό αγώνα των Ινδιάνων Σιου και χιλιάδων αλληλέγγυων στη Βόρεια Ντακότα, ενάντια σε έναν νέο αγωγό.
Εξίσου κεντρικό σημείο στο οικονομικό του πρόγραμμα είναι η μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων από 30% σε 15%, από τον άνθρωπο που περηφανευόταν δημόσια για το ότι δεν έχει πληρώσει ποτέ φόρους και σκοπεύει να δώσει την ίδια δυνατότητα και στους άλλους καπιταλιστές. Αντίστοιχα, η «στροφή στην εθνική οικονομία» θα γίνει ρίχνοντας τη φορολογική κλίματα των υπερατλαντικών αμερικανικών επιχειρήσεων στο 10%.  
Αν η δημαγωγία του «υπέρ των φτωχών» ήταν φύλλο συκής για ένα αντιδραστικό οικονομικό πρόγραμμα, η ακροδεξιά ρητορική του θα μεταφραστεί σε πραγματική πολιτική και όχι απλή δημαγωγία. Επιμένει μετεκλογικά στις μαζικές απελάσεις και τα αντιμεταναστευτικά μέτρα, ενώ η λίστα του για διορισμούς στο Ανώτατο Δικαστήριο είναι γεμάτη από βαθιά αντιδραστικούς.
Η πιο ηχηρή προειδοποίηση είναι η επιλογή του Στιβ Μπάνον ως κορυφαίου στρατηγικού συμβούλου. Ο Μπάνον είναι ο επικεφαλής του Breitbart News Network, της ιντερνετικής «ναυαρχίδας» του χώρου της λεγόμενης Alt-Right («Εναλλακτική Δεξιά», ένα συνονθύλευμα ισλαμοφοβικών, ρατσιστών, εθνικιστών, ακροδεξιών που επιτίθεται από τα δεξιά στον «μετριοπαθή» συντηρητισμό και καλεί σε πιο «ριζοσπαστικές» δεξιές πολιτικές).
Η μάχη στο κοινωνικό πεδίο
Δεν είναι μόνο οι πολιτικές του Τραμπ ως προέδρου που απειλούν να κάνουν τη ζωή των μειονοτήτων δυσκολότερη. Άλλωστε ο πήχης έχει ανέβει πολύ ψηλά επί 8ετίας Ομπάμα, με ρεκόρ απελάσεων μεταναστών (όσες έκαναν όλοι οι άλλοι πρόεδροι των ΗΠΑ όλο τον 20ό αιώνα) και καθημερινές (κυριολεκτικά) δολοφονίες μαύρων. Αυτό που αποτελεί ποιοτική διαφορά είναι πως η παρουσία του Τραμπ στον Λευκό Οίκο θα θεωρηθεί «πράσινο φως» από τον σκληρό πυρήνα ακροδεξιών και ρατσιστών να κλιμακώσουν τη δράση τους. Ήδη τα περιστατικά βίας, επιθέσεων και παρενοχλήσεων έχουν αυξηθεί από την επομένη της νίκης του Τραμπ. Μια οργάνωση, που καταγράφει τέτοια περιστατικά μίσους, ισχυρίζεται πως η αύξηση είναι χειρότερη ακόμα και από τις μέρες μετά την 11η Σεπτέμβρη του 2011. Από μεμονωμένους ακροδεξιούς που αισθάνονται άνετα να κραδαίνουν ρόπαλα και να απειλούν αυτοκίνητα μαύρων στο δρόμο, μέχρι ρατσιστές που βρίζουν ανοιχτά τους «νέγρους» ή τους λένε να κάτσουν στις πίσω θέσεις των λεωφορείων. Από μεγάλα γκράφιτι που γράφουν «οι ζωές των μαύρων δεν μετράνε, ούτε και οι ψήφοι σας» (απάντηση στο κίνημα «οι Ζωές των Μαύρων Μετράνε» ενάντια στην αστυνομική ρατσιστική βία) μέχρι ισλαμοφοβικές επιθέσεις και την αυτοπεποίθηση της Κου Κλουξ Κλαν και άλλων ακροδεξιών οργανώσεων. 
Η πάλη ενάντια στο ρατσισμό θα είναι ένα πρώτο μέτωπο. Τα πανεπιστήμια και τα σχολεία έχουν ήδη γίνει «πεδία μάχης» μεταξύ ρατσιστών και αντιρατσιστών.
Στο πανεπιστήμιο Μπέιλορ του Τέξας, η Νατάσα Ενκάμα σπρώχτηκε από συμφοιτητή της που είπε πως «δεν επιτρέπονται νέγροι στο πεζοδρόμιο». Την άλλη μέρα, μερικές εκατοντάδες φοιτητές την συνόδευσαν ως την τάξη, κάνοντας μια μικρή διαδήλωση μέσα στο πανεπιστήμιο. Σε μια σειρά πανεπιστήμια, φοιτητές, προσωπικό και εκπαιδευτικοί πιέζουν τις διοικήσεις να προστατεύσουν τους μετανάστες φοιτητές και να ανακηρυχτούν τα ιδρύματα σε χώρους ασύλου για όλους τους μετανάστες χωρίς χαρτιά. 
Αντίστοιχες αντιδράσεις θα χρειαστούν και στο μέτωπο των δικαιωμάτων των γυναικών. Η εκλογική επιβράβευση ή αδιαφορία-ανοχή σε έναν μισογύνη, που περηφανεύεται για τις σεξουαλικές του επιθέσεις κατά γυναικών, είναι ανησυχητικό δείγμα για το πόσο κοινωνικά αποδεκτή γίνεται η σεξιστική βία. Η αντίδραση του γυναικείου κινήματος και αλληλέγγυων απέναντι στο σοκ που προκάλεσε αυτή η πραγματικότητα θα είναι κρίσιμη για τη συνέχεια. 
Το ευχάριστο είναι πως η διάθεση αντίστασης εκφράστηκε από τη νύχτα της ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων. Χιλιάδες διαδηλωτές σε μια σειρά πόλεις των ΗΠΑ φωνάζουν πως ο Τραμπ δεν είναι πρόεδρός τους σχεδόν καθημερινά. Σε αυτές τις διαδηλώσεις εμφανίζονται όλες οι φυλές της «άλλης Αμερικής», με αντισεξιστικά συνθήματα, με την κραυγή «Black Lives Matter», με μεξικάνικα συνθήματα αγώνα, να συνοδεύουν την γενικότερη αποδοκιμασία στον Τραμπ.
Η αποτυχία της Χίλαρι να σταματήσει τον Τραμπ, η εκλογική ταπείνωση της «κεντρώας» στρατηγικής και η σημερινή προσαρμογή των Δημοκρατικών στη νέα κατάσταση («έτοιμοι να συνεργαστούμε», «θα κριθεί από το έργο του») μπορεί να διευκολύνει την «απελευθέρωση» των δυνάμεων που στήριξαν τον Σάντερς και να δημιουργήσει ένα ευνοϊκό τοπίο για την συγκρότηση μιας ισχυρής, εκτός Δημοκρατικών, Αριστεράς, μέσα στους αγώνες ενάντια στη Δεξιά. 
Η χώρα που έβγαλε πρόεδρο τον Τραμπ, είναι η ίδια χώρα που έδωσε φτερά στον Σάντερς, έναν άνθρωπο που διεκδίκησε το χρίσμα δηλώνοντας ανοιχτά «σοσιαλιστής», μια λέξη που ήταν σχεδόν απαγορευμένη τις δεκαετίες μετά την επέλαση του μακαρθισμού. Μια «μαύρη» στιγμή για τις ΗΠΑ είναι ταυτόχρονα γεμάτη ευκαιρίες. Όλα τα στοιχήματα είναι ανοιχτά…

Οι διεθνείς συνέπειες

Ο αντίκτυπος της νίκης του Τραμπ δεν προοιωνίζεται τίποτε θετικό και στη διεθνή πολιτική. Όσον αφορά την αμερικανική εξωτερική πολιτική, το γεγονός ότι ο Τραμπ είναι θαυμαστής του Πούτιν και ότι το ρεύμα σκέψης που εκφράζει πολιτικά αντιμετωπίζει ευνοϊκά τη συνεννόηση με τη Ρωσία και την αναγνώριση του αναβαθμισμένου ρόλου της δεν έχει τίποτα το προοδευτικό. Συνδυάζεται με την ιεράρχηση της «κινεζικής απειλής» ως βασικότερης. Ο Τραμπ είναι γνήσιος εκφραστής μιας αποφασισμένης στρατηγικής του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, του «πίβοτ στην Ασία» που ξεκίνησε επί Ομπάμα. Αν το «πίβοτ» σκόνταψε στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, ο Τραμπ δείχνει πρόθυμος να ξεπεράσει αυτή τη δυσκολία, μέσα από μια προσπάθεια συνεννόησης με τη Μόσχα, για να αφοσιωθεί απερίσπαστος ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός στον Ειρηνικό Ωκεανό.  
Στην ίδια τη Μέση Ανατολή, ο Τραμπ είναι εκφραστής ενός ρεύματος σκέψης στο αμερικανικό κατεστημένο που βλέπει ευνοϊκά τη συνεργασία ή την ανοχή με το καθεστώς του Άσαντ. Για την «προοδευτικότητα» αυτού του ρεύματος τα λέει όλα το γεγονός ότι έχει ως επικεφαλής τον γερόλυκο Κίσινγκερ.
Άλλωστε αυτές οι επιλογές, συνδυάζονται με την ένθερμη στήριξη σε κάποιες επικίνδυνες συνισταμένες της αμερικανικής ιμπεριαλιστικής πολιτικής. Η κριτική του Τραμπ στη φιλική προς το Ιράν πολιτική του Ομπάμα και ο ενθουσιασμός του Νετανιάχου για την απαλλαγή του Ισραήλ από τη «διστακτικότητα» του Ομπάμα είναι ενδεικτικά. Και φυσικά, ψηλά στην ρητορική και την ατζέντα του Τραμπ είναι η «άμεση συντριβή του Ισλαμικού Κράτους». Είναι μια προειδοποίηση κλιμάκωσης της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας στην υπαρκτή της μορφή: αυτή του «πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία». 
Πώς θα εξελιχθεί η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ μένει να φανεί. Στον στενό πυρήνα του Τραμπ βρίσκονται οπαδοί της «συνύπαρξης με τη Ρωσία» που όμως είναι εξίσου επικίνδυνα γεράκια, όπως ο αντιστράτηγος Μάικλ Φλιν. Για τη θέση του υπουργού Εξωτερικών ωστόσο εξετάζονται στελέχη που έχουν επικρίνει τις απόψεις Τραμπ στο παρελθόν. Η συζήτηση στα αμερικανικά αστικά ΜΜΕ αφορά το ποια πλευρά θα επικρατήσει, μετά τη μετακόμιση Τραμπ στο Λευκό Οίκο. Ανάλογες διαμάχες εξελίχθηκαν στο αμερικανικό κράτος και επί Ομπάμα (με εμβληματική την φαινομενικά «ανερμάτιστη» πολιτική για τη Συρία) και θα συνεχιστούν, καθώς είναι παράγωγο της κρίσης της ηγεμονίας του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Αλλά οι όποιες αλλαγές θα αφορούν τακτικές επιλογές και όχι τον πυρήνα της ιμπεριαλιστικής στρατηγικής. 
Το δεύτερο τμήμα του διεθνούς αντίκτυπου της νίκης του Τραμπ αφορά τις πολιτικές εξελίξεις. Η παγκόσμια άκρα Δεξιά πανηγύρισε τη νίκη ως δική της. Οι ιδέες της επικράτησαν εκλογικά στη μεγαλύτερη οικονομία και δύναμη του πλανήτη. Σε έναν πλανήτη όπου είναι φυσιολογικό να έχει τον ρατσιστή, αντιδραστικό, μισογύνη καπιταλιστή Ντόναλντ Τραμπ ως πρόεδρο των ΗΠΑ, δεν είναι πια «εξωφρενική» η προοπτική ανόδου της Μαρίν Λεπέν στη γαλλική προεδρία. Δεν είναι πια απομονωμένες και «περιθωριακές» οι ιδέες της ακροδεξιάς. Ο Τραμπ με το συνδυασμό ρατσισμού, εθνικισμού και λαϊκιστικής «αντι-παγκοσμιοποίησης» προσφέρει ένα διεθνές πρότυπο. Και η νίκη του αντανακλά τη δυνατότητα να κερδίσουν στήριξη τέτοια πολιτικά ρεύματα μέσα στις άρχουσες τάξεις. Τμήματά τους αρχίζουν να σκέφτονται «και πέρα από την παγκοσμιοποίηση». Προς το παρόν είναι μειοψηφικά και αβέβαια. Αλλά η νίκη του Τραμπ είναι ένα σημείο καμπής. 
Οι «αντι-παγκοσμιοποιητικές» φωνές στο αστικό μπλοκ παραμένουν αυτή τη στιγμή «αιρετικές». Αλλά «αιρετικός» υπήρξε και ο Μίλτον Φρίντμαν για καιρό. Μέχρι που η αδυναμία των παλιών συνταγών να βγάλουν τον καπιταλισμό από την κρίση έκαναν τις ιδέες του νέα «ορθοδοξία». Όσο η κρίση συνεχίζεται, και οι αναζητήσεις πυκνώνουν, τίποτε δεν αποκλείεται.
Η ριζοσπαστική Αριστερά δεν έχει λόγους να «καλωσορίζει» την εξέλιξη, αν δεν προβάλει (και δεν πείσει για) τη δική της πρόταση. Γιατί αλλιώς θα αποδειχθεί σύντομα ότι οι «εναλλακτικές» που θα δώσουν οι αστικές αντιδραστικές δυνάμεις δεν θα έχουν τίποτα να ζηλέψουν σε αντικοινωνική αγριότητα από τον υπαρκτό παγκοσμιοποιημένο νεοφιλελευθερισμό…