Ανατρέποντας όλα τα προγνωστικά και το προβάδισμα 11 μονάδων του Μεϊμαράκη από τον πρώτο γύρο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναδείχθηκε νέος αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας, με ποσοστό 52,7%. Όπως ήταν αναμενόμενο, αυτή η εκλογή πυροδότησε συζητήσεις και διεργασίες σε όλο το πολιτικό σκηνικό.

Η στρατηγική του «αντι-Τσίπρα» και της «ανανέωσης» της παράταξης, η αντικαραμανλική συμαχία «ανταλλαγμάτων», μεταξύ διάφορων φυλών της ΝΔ (μητσοτακικοί, Τζιτζικώστας-Γεωργιάδης, Βορίδης, σαμαρικοί), και η στήριξη από μεγάλα ΜΜΕ (ΣΚΑΪ-Καθημερινή, επαινετικά προς τον Κυριάκο άρθρα από τη Wall Street Journal, το Βήμα κ.ά.) αποτέλεσαν βασικά στοιχεία της νίκης Μητσοτάκη. 
Κυρίως όμως, στο πρόσωπο ενός γνήσιου τέκνου της εγχώριας πολιτικής ελίτ και της οικογενειοκρατίας (που διατηρεί εξαιρετικές σχέσεις με διάφορα επιχειρηματικά συμφέροντα και κέντρα εξουσίας), ενός αυθεντικού εκφραστή του ακραίου νεοφιλελευθερισμού, μερίδες της αστικής τάξης βλέπουν τον «ηγέτη» που θα υπερασπιστεί αποφασιστικά τα συμφέροντά τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα καλύτερα αποτελέσματα του Κυριάκου στην Αττική ήταν στην Κηφισιά, τη Φιλοθέη-Ψυχικό, στο Διόνυσο, στου Παπάγου, στη Βάρη-Βουλιαγμένη και στους υπόλοιπους δήμους όπου κατοικούν κυρίως πλούσιοι. 
Ο Β. Μεϊμαράκης έχασε τη θεωρούμενη βέβαιη νίκη του, πληρώνοντας το κλίμα «συνεννόησης» μεταξύ παραδοσιακών καραμανλικών και Μεγάρου Μαξίμου σε μια περίοδο που ο Τσίπρας έχει μπει σε καθοδική πορεία κρίσης. 
Αρκετά καθεστωτικά μίντια πλασάρουν τη ΝΔ του Μητσοτάκη ως απάντηση απέναντι στον «λαϊκιστή» Τσίπρα. Οι πρώτες -μάλλον χειραγωγημένες- δημοσκοπήσεις μετά την εκλογή του, τη φέρνουν στην πρώτη θέση. Τα «δωράκια» της Siemens ξεχάστηκαν και οι απολύσεις στο Δημόσιο κατά τη θητεία τού δήθεν «μεταρρυθμιστή» στην κυβέρνηση Σαμαρά βαφτίζονται από τα «παπαγαλάκια» «τολμηρή επιλογή». Τα νεοφιλελεύθερα δόγματα περί «απαραίτητων ιδιωτικοποιήσεων» και «μάχης κατά του κρατισμού», η κλιμάκωση της πολιτικής «όλα για το κεφάλαιο», γίνεται προσπάθεια να παρουσιαστούν ως πειστικό σχέδιο εξόδου από την κρίση. 
Κοινωνική βάση
Το κοινωνικό μπλοκ που συγκρότησε το «Μένουμε Ευρώπη» στη διάρκεια του δημοψηφίσματος, όπως και κάποια τμήματα της νεολαίας που έχουν εσωτερικεύσει διάφορα αντιδραστικά ιδεολογήματα («καινοτόμα επιχειρηματικότητα», «αποπολιτικοποίηση των πανεπιστημίων και της δημόσιας διοίκησης», «κοινωνία των ικανών και των αρίστων» κ.ά.) είναι ο προνομιακός χώρος κοινωνικού ανοίγματος της ΝΔ, μαζί φυσικά με τα παραδοσιακά δεξιά και ακροδεξιά ακροατήριά της. Γι’ αυτό και σε θέσεις ευθύνης στην ΚΟ και το κόμμα τοποθετήθηκαν στελέχη από όλες τις «συνιστώσες» της ΝΔ. Έτσι, ο (νεο)φιλελεύθερος Κ. Χατζηδάκης και ο ακροδεξιός Ά. Γεωργιάδης ορίστηκαν αντιπρόεδροι της ΝΔ. 
Ταυτόχρονα με την ανασύνταξη του συντηρητικού πόλου, ο Μητσοτάκης προχωρά σε κινήσεις διεμβολισμού του χώρου του Κέντρου από τα δεξιά. Τα ανοίγματα αυτά έχουν προκαλέσει ήδη σοβαρούς τριγμούς στο ΠΑΣΟΚ, το Ποτάμι και στις υπόλοιπες ομαδοποιήσεις του λεγόμενου «μεσαίου χώρου». 
Η επιχείρηση αναπαλαίωσης του παραδοσιακού αστικού δικομματισμού με το δίπολο Τσίπρας-Μητσοτάκης συμπιέζει τα πολιτικά σχήματα του (συρρικνωμένου) «ακραίου Κέντρου» και ενισχύει τις φυγόκεντρες τάσεις στο εσωτερικό τους. Μετά τη διαγραφή Γρηγοράκου, η Γεννηματά πρότεινε ανοιχτή διαδικασία από τη βάση για την εκλογή αρχηγού της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, καθώς και συνέδριο ανασυγκρότησης της σοσιαλδημοκρατίας. Ο Θεοχάρης και η Δράση αμφισβητούν ανοιχτά τον Θεοδωράκη, ενώ διάφορα φαντάσματα όλων των εκδοχών του ΠΑΣΟΚ (Σημίτης, Διαμαντοπούλου, Βενιζέλος, ΓΑΠ), προτείνουν την ανασύνθεση των υπολειμμάτων της άλλοτε «Κεντροαριστεράς». Τα κόμματα αυτά και ο Λεβέντης αποτελούν όμως υποψήφιους και για τη διεύρυνση της τωρινής -ασταθούς- κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. 
Η μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ άφησε περιθώριο επιβίωσης σε «βρικόλακες» της αγοράς, όπως ο Κυριάκος. Ο τελευταίος έχει ήδη σηκώσει τα λάβαρα κατά του «λαϊκισμού», δηλαδή κατά των κατακτήσεων της εργατικής τάξης και των κοινωνικών δικαιωμάτων που τσακίζονται από τα προγράμματα άγριας λιτότητας. Διακηρύσσει ότι η ΝΔ δεν θα γίνει «δεκανίκι» του ΣΥΡΙΖΑ -παρόλο που ήδη έχει ψηφίσει το Μνημόνιο Τσίπρα τον περασμένο Αύγουστο- και χρησιμοποιεί σκληρές αντιπολιτευτικές κορόνες. Στην ουσία όμως, η τακτική του λειτουργεί ως περαιτέρω πίεση προς το Μαξίμου για επιτάχυνση της εφαρμογής των βάρβαρων μέτρων και των δεσμεύσεων απέναντι στους δανειστές. Σε διαφορετική περίπτωση, υπάρχει πλέον εναλλακτική επιλογή διακυβέρνησης για το σύστημα. Από την άλλη, η ανάγκη ενίσχυσης της πολιτικής βάσης στήριξης των μνημονίων δεν αποκλείει τη συναίνεση στα «μεγάλα ζητήματα» με κατεύθυνση την οικουμενική, παρά την πιθανή δυσφορία των ακροδεξιών στηριγμάτων του Μητσοτάκη σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. 
Για τον κόσμο μας δεν υπάρχει καμία προοπτική, ούτε στη νεοφιλελεύθερη μανία του Μητσοτάκη ούτε στη σοσιαλφιλελεύθερη υποκρισία του Τσίπρα. Η ανατροπή της μνημονιακής πολιτικής και η ικανοποίηση των εργατικών-λαϊκών αναγκών είναι υπόθεση του μαζικού κινήματος και ενός μετώπου της ριζοσπαστικής Αριστεράς, με συνεκτικό πολιτικό πρόγραμμα που θα γεφυρώνει τις απαιτούμενες-σημερινές ρήξεις με το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.