Τα αντεργατικά μέτρα των τριών υπογεγραμμένων μνημονίων, τα μέτρα της 3ης αξιολόγησης, που τώρα ψηφίζονται, και τα μέτρα της 4ης αξιολόγησης, που επέρχονται την άνοιξη, αλλάζουν σε βαθιά αντιδραστική κατεύθυνση την ελληνική κοινωνία.

Ένας καλός καθρέφτης για να συνειδητοποιήσουμε αυτές τις αλλαγές είναι, ως συνήθως στην Ελλάδα, το Ασφαλιστικό. Το 2018 οι συνταξιούχοι θα πάρουν την πρώτη πικρή γεύση των συνεπειών του νόμου Κατρούγκαλου, αλλά από την 1.1.2019 αυτός ο νόμος θα τεθεί σε πλήρη λειτουργία: Θα καταργηθεί η «προσωπική διαφορά» στις καταβαλλόμενες κύριες συντάξεις, ενώ η επικουρική σύνταξη θα μετατραπεί σε «φιλοδώρημα» που θα μετριέται με κάποια δεκάδες ευρώ.
Όμως η προοπτική για το δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης είναι ακόμα χειρότερη. Οι απανωτές «παραμετρικές» παρεμβάσεις, η ανεργία και η διάχυση της ελαστικοποίησης στην αγορά εργασίας έχουν υπονομεύσει καίρια την ανθεκτικότητα, ακόμα και τη βιωσιμότητα του συστήματος.
Το «Βήμα» προανάγγειλε τη συζήτηση για τη μετάβαση στο καθεστώς των «ατομικών συμβολαίων ασφάλισης». Πρόκειται για μια «ριζοσπαστικά» νεοφιλελεύθερη ιδέα που αναζητά την έξοδο από την κρίση του ασφαλιστικού συστήματος μέσω της κήρυξης του θανάτου του δημόσιου ασφαλιστικού συστήματος και τη δημιουργία «ατομικών λογαριασμών» (με υποχρεωτικές εισφορές και μη-εγγυημένες παροχές) σε ιδιωτικές εταιρίες και funds που θα ακολουθούν δια βίου τον εργαζόμενο, ενισχύοντας την «ευελιξία» στην αγορά εργασίας.
Αυτές οι ακραία νεοφιλελεύθερες «λύσεις» (που δεν τόλμαγαν ούτε καν να ψελλίσουν πριν λίγα χρόνια οι μουτζαχεντίν του «εκσυγχρονισμού») τίθενται τώρα στο κυβερνητικό και ευρωπαϊκό «τραπέζι» διαλόγου ως τάχα αυτονόητες λύσεις. 
Οικονομικό περιβάλλον
Σε τι οικονομικό περιβάλλον προωθούνται αυτές οι ιδέες; 
Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, σε πρόσφατο άρθρο του στους «Financial Times», χαρακτήρισε την ανάκαμψη στην ευρωζώνη «αναιμική», επέμενε στον κίνδυνο των τραπεζών (Ιταλία!), έδειξε τις νέες «φούσκες» που διογκώνονται (ακίνητα στην Ισπανία και Ιρλανδία, κρατικά ομόλογα στην Ελλάδα) και παρά την αναγνώριση κάποιων «κερδοφόρων επιχειρηματικών εγχειρημάτων» άφησε ως «ανοιχτό ενδεχόμενο» το να πλήξει ξανά «ένα αρνητικό σοκ μια χώρα της ευρωζώνης».
Αντίστοιχα το Bloomberg ανακοίνωσε ότι η κόλαση που ζήσαμε το 2017 ήταν μια εξαιρετικά καλή στιγμή που ίσως θα συνεχιστεί και το 2018, αλλά «δεν είναι πλέον ορατοί παράγοντες επέκτασης της αισιοδοξίας και για το 2019», καταλήγοντας ότι σε επίπεδο ευρωζώνης «έχουν ενεργοποιηθεί, προληπτικά, οι μηχανισμοί διαχείρισης κρίσεων».
Ακριβώς γι’ αυτό οι «θεσμοί» των δανειστών επιμένουν ότι η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να τηρήσει απαρέγκλιτα το πρόγραμμα προώθησης των νεοφιλελεύθερων αντιμεταρρυθμίσεων. Ο Τσακαλώτος μπορεί να αναζητά ακόμα σανίδα σωτηρίας για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης σε κάποια «ματζούνια» (όπως το ευρωομόλογα), όμως ο Τσίπρας έχει κάνει καθαρό ότι έχει σταθερά συνδέσει την πολιτική τύχη του με την «εφαρμοσιμότητα» της νεοφιλελεύθερης κατεύθυνσης που απαιτούν οι δανειστές και η ντόπια κυρίαρχη τάξη. Αυτό το κριτήριο θα καθορίσει ακόμα και τις πιο «τακτικές» πολιτικές επιλογές του (ανασχηματισμός, ημερομηνία εκλογών, συμμαχίες κ.ο.κ.). 
Η συζήτηση αυτή αφορά άμεσα και τις προοπτικές για το καλοκαίρι του 2018. Ο Γ. Στουρνάρας προειδοποίησε την κυβέρνηση ότι μετά τη λήξη του προγράμματος τον ερχόμενο Αύγουστο, μια πιστοληπτική «γραμμή στήριξης» θα εξακολουθήσει να είναι απαραίτητη, ενώ το Bloomberg εκτίμησε ότι πιθανότατα θα είναι αναπόφευκτο ένα «νέο πρόγραμμα» για την ελληνική οικονομία. Απ’ ό,τι φαίνεται, η απάντηση στο ζήτημα αυτό θα κριθεί στη σύνοδο των δανειστών τον Απρίλη στην Ουάσινγκτον και στις θέσεις του ΔΝΤ σχετικά με το τι εννοείται ως «ελάφρυνση του ελληνικού χρέους». 
Πολιτικές προοπτικές
Ο σταθερός προσανατολισμός του Τσίπρα στις νεοφιλελεύθερες αντιμεταρρυθμίσεις αποτελεί ένα είδος εισβολής στα «αμπελοχώραφα» της ΝΔ, ιδιαίτερα υπό την ηγεσία του Κυρ. Μητσοτάκη. Εκεί ο ΣΥΡΙΖΑ σημειώνει πρόσφατα κάποιες «επιτυχίες», όπως η βελτίωση των σχέσεών του με οικογένειες και ομίλους καπιταλιστών, ανοίγοντας στον Τσίπρα κάποιες «πόρτες» που μέχρι το 2015 είχαν παραμείνει ερμητικά κλειστές. Όμως αυτές οι «επιτυχίες» δεν αρκούν για να ισοσκελίσουν τις μαζικές αποτυχίες, τη σημαντική πτώση της επιρροής στο στρατόπεδο των εργαζομένων και των λαϊκών ανθρώπων. Που βλέπουν τη ζωή τους να επιδεινώνεται μέρα με τη μέρα, μήνα με το μήνα.
Βεβαίως, το φαινόμενο της μαζικής απογοήτευσης δεν αρκεί από μόνο του για να παράξει θετικά πολιτικά αποτελέσματα. Το ποιες δυνάμεις θα εκφράσουν πολιτικά τη φθορά του ΣΥΡΙΖΑ στα εργατικά-λαϊκά στρώματα και το πόσο μαζικά και αποτελεσματικά θα το κάνουν, δεν θα είναι μόνο το κρισιμότερο πολιτικό ζήτημα των επόμενων εκλογών –όποτε κι αν στηθούν οι κάλπες. Θα είναι, επίσης, ένας αποφασιστικός παράγοντας που θα κρίνει το πόσο γρήγορα, ή όχι, θα ανατραπεί η ακραία αντικοινωνική κατεύθυνση που η κυβέρνηση και οι δανειστές επιχειρούν να εμπεδώσουν, ως προϋπόθεση για να βγει το σύστημα από την κρίση.