Ο πρωθυπουργός ανοίγει ζήτημα «εθνικής συνεννόησης», συγκαλείται με αίτημά του συμβούλιο πολιτικών αρχηγών, αποκαθίστανται οι σχέσεις με τον Γιάννη Στουρνάρα, κυβερνητικά στελέχη στήνουν «γέφυρες συνεννόησης» με τον Βασίλη Λεβέντη, ο μεγάλος συστημικός Τύπος αφιερώνει σελίδες επί σελίδων και άρθρα επί άρθρων για την αναπότρεπτη πορεία προς την κυβερνητική διεύρυνση με κατάληξη «οικουμενική» κυβέρνηση μνημονιακής σωτηρίας. Και όλα αυτά δύο μόλις μήνες μετά τον θρίαμβο του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου. Πίσω ή μέσα από όλα αυτά, το κοινό μυστικό είναι ότι διαμορφώνονται ξανά συνθήκες μείζονος πολιτικής αστάθειας. Η δεύτερη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι στην πράξη ένα τυμπανιαίο πολιτικό πτώμα. Την «ανέτρεψε» ο ίδιος ο πρωθυπουργός και πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ με τις πολιτικές του πρωτοβουλίες!

Οι πρωτοβουλίες αυτές, ιδιαίτερα όμως η ανακήρυξη της Ένωσης Κεντρώων σε επίσημο συνομιλητή και άμεση κοινοβουλευτική εφεδρεία για την αναπλήρωση απωλειών από βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, πέρα από τον συνταρακτικό πολιτικό τους συμβολισμό, είναι το νέο μεγάλο «στρατήγημα» του Αλέξη Τσίπρα ύστερα από τη μνημονιακή στροφή του καλοκαιριού, που εξυπηρετεί τον ίδιο στόχο: τη «χειραφέτηση» του ίδιου και της ομάδας του από οποιοδήποτε ίχνος «αριστερού συμβολαίου» με το κόμμα του και με τις λαϊκές προσδοκίες. 
Οι «σκοτεινές» προοπτικές
της πολιτικής αστάθειας

Πολλοί, στηριζόμενοι στην πολιτική «απλή αριθμητική», εκτιμούσαν -και αρκετοί εκτιμούν ακόμη και σήμερα- ότι η πολιτική αστάθεια είναι παρελθόν ύστερα από τη μνημονιακή στροφή του ΣΥΡΙΖΑ, τον εκλογικό θρίαμβο του ΣΥΡΙΖΑ και του Αλέξη Τσίπρα, και την ανάδειξη μιας Βουλής με συντριπτική μνημονιακή πλειοψηφία. Ακόμη και αν αυτή η κυβέρνηση καταρρεύσει και διευρυνθεί, αυτή η Βουλή έχει αρκετό «υλικό» για να δημιουργηθούν διάδοχα κυβερνητικά σχήματα κάθε είδους, άρα η πολιτική σταθερότητα δεν κινδυνεύει. 
Ωστόσο, η δυναμική της πολιτικής αστάθειας είναι, ιδιαίτερα σε συνθήκες δομικής κρίσης, άδηλη και «σκοτεινή». Το υπόβαθρό της είναι ακόμη ενεργό: η δομική κρίση του συστήματος, που έχει μετασχηματιστεί σε κρίση ηγεμονίας, σε συνθήκες όπου συσσωρεύονται τεράστιες ποσότητες «εύφλεκτων υλικών» στην κοινωνία. Η αποσαθρωτική της επίδραση στο πολιτικό σύστημα είναι πρωτοφανής, και μόνο το γεγονός ότι τα φαινόμενα πολιτικού εκφυλισμού είναι εκτεταμένα ήδη από το 2011 δημιουργεί την ψευδαίσθηση μιας «κανονικότητας». Όταν η σωτηρία μιας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ εξαρτάται από τον... Λεβέντη, την επιτομή του πολιτικού εκφυλισμού και της παρακμής, όταν η ΝΔ περνάει μια διαλυτική κρίση και παλεύει με το φάντασμα της πολυδιάσπασης, όταν το πάλαι ποτέ κραταιό ΠΑΣΟΚ παλεύει για τη επιβίωση έχοντας χάσει σχεδόν 40 ποσοστιαίες εκλογικές μονάδες από το 2009, όταν η προσπάθεια του συστήματος να δημιουργήσει το Ποτάμι ως «νέο κομματικό φαινόμενο» αποτυγχάνει, όταν η διαφθορά-διαπλοκή και η «ιδιωτικοποίηση» του κράτους και των κομμάτων έχουν αποσαθρώσει τα πάντα, όταν το «Βήμα» βγάζει από τη ναφθαλίνη τον τέως, ένα απολειφάδι και απόβλητο της ελληνικής πολιτικής, τότε η Αριστερά δεν δικαιούται να είναι πιο αισιόδοξη απ’ ό,τι το ίδιο το σύστημα για τις δυνατότητες αυτού του «πολιτικού στρατού» να εμπνεύσει και να εξασφαλίσει πολιτική και οικονομική σταθερότητα. 
Όπως και στο παρελθόν, στη δυναμική της εξέλιξής της η πολιτική αστάθεια μπορεί να αποδειχτεί ότι δεν μπορεί να ελεγχθεί μόνο με το δεδομένο της μεγάλης μνημονιακής πλειοψηφίας στη Βουλή. Διότι η «διακυβέρνηση» της δομικής κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού απαιτεί στιβαρό χέρι, κι όχι απλώς κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες για να ψηφίζονται τα υποβαλλόμενα από το κουαρτέτο των δανειστών νομοσχέδια. Ίσα ίσα που η άνετη μνημονιακή πλειοψηφία δίνει την άνεση για κάθε είδους διαφοροποιήσεις και επιμέρους στρατηγικές, ατομικές και κομματικές, σε αναφορά με ποικίλα συμφέροντα. 
Όμως η «σκοτεινή» πλευρά της πολιτικής αστάθειας συνδέεται κατεξοχήν με δύο βασικούς παράγοντες: πρώτο, το μέλλον του κόμματος ΣΥΡΙΖΑ ύστερα από τη νέα υπέρβαση που επιχειρεί ο Αλέξης Τσίπρας, και δεύτερο, το πώς θα επιδράσουν όλα αυτά στην κοινωνία, πώς θα «διαβάσει» όλα αυτά και πώς θα αντιδράσει η κοινωνία, την οποία η τεράστια επέκταση της φτώχειας, της ανεργίας και των μορφών ακραίας εξαθλίωσης έχουν μετατρέψει σε «μπαρουταποθήκη». 
Ανατρέποντας 
την τρίτη «λαϊκή εντολή»

Όλη η πορεία του Αλέξη Τσίπρα και της περί αυτόν κομματικής και κυβερνητικής ηγετικής ομάδας είναι μια μακρά και διαρκής ανατροπή κάθε είδους αριστερών θέσεων, δεσμεύσεων και «συμβολαίων». Πρώτα, ύστερα από τις εκλογές του 2012, άρχισε η στροφή στο ρεαλισμό και τη «βίαιη ενηλικίωση», με στόχο να «ανατραπεί» ο κοινωνικός και κομματικός ριζοσπαστισμός που τον Ιούνιο του 2012 παραλίγο να φέρει τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση με τα φρένα σπασμένα. Ύστερα από το ιδρυτικό συνέδριο τον Ιούλιο του 2013, κλιμακώθηκε η δεξιά στροφή με στόχο να ανατραπούν οι αποφάσεις του ιδρυτικού συνεδρίου και να διαμορφωθούν οι όροι ενός συμβολαίου με τις δυνάμεις του συστήματος στην Ελλάδα και διεθνώς στη βάση της στρατηγικής του «έντιμου συμβιβασμού». 
Από τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015 άρχισε η επιχείρηση ανατροπής της πρώτης λαϊκής εντολής, η οποία ολοκληρώθηκε με το δημοψήφισμα και τη μετατροπή του ΝΑΙ σε ΟΧΙ, την υπογραφή του τρίτου μνημονίου και την ψήφισή του στη Βουλή -εκεί η ηγετική ομάδα ανέτρεψε με έναν χειρισμό δύο εντολές: των εκλογών και του δημοψηφίσματος. Με την απόφαση για εκλογές το Σεπτέμβριο, επιβλήθηκε η διάσπαση του κόμματος και η αποχώρηση της αριστερής πτέρυγας και χιλιάδων μελών. 
Ύστερα από όλα αυτά ήρθε η τρίτη λαϊκή εντολή στις εκλογές του Σεπτεμβρίου. Παρόλο που οι προεκλογικές υποσχέσεις περί «παράλληλου προγράμματος» και «ισοδυνάμων» και ο στόχος της αυτοδυναμίας ώστε να μην επιστρέψουν η Δεξιά και το παλιό μνημονιακό μπλοκ δεν είχαν κανένα προγραμματικό υπόβαθρο, αλλά ήταν στόχοι «στεγνής» κομματικής ιδιοτέλειας και στρατηγήματα για να κερδηθούν οι εκλογές, για την κοινωνία δεν ήταν έτσι. 
Στο βαθμό που τώρα ο Αλέξης Τσίπρας με τις πρωτοβουλίες του για «εθνική συνεννόηση», ώστε να επιβάλει στον «εχθρό λαό» ένα απίστευτα σκληρό Ασφαλιστικό συν όλα τα άλλα μέτρα, ανατρέπει ολοφάνερα τη λαϊκή εντολή του Σεπτεμβρίου, ο ΣΥΡΙΖΑ μπαίνει αναπότρεπτα στη διαδικασία της πολιτικής αποσάθρωσης που γνώρισαν όλα τα μνημονιακά κόμματα. Και όχι μόνο αυτό: η δυναμική της πολιτικής αστάθειας και οι ποικιλίες των συμμαχιών που αυτή θα φέρει, καθώς η διεύρυνση θα... διευρύνεται μέχρι και την «οικουμενική», θα βάλουν σε δοκιμασία την ενότητα ακόμη και αυτού του μνημονιακού ΣΥΡΙΖΑ. Το «Βήμα» προειδοποιεί ότι σε περίπτωση «οικουμενικής» ο Τσίπρας δεν θα είναι πρωθυπουργός, ενώ το ενδεχόμενο να δούμε πρωθυπουργό τον... Στουρνάρα δεν στηρίζεται μόνο σε φήμες... 
Τέλος, ακόμη και αν η ΝΔ αποφύγει σε αυτήν τη φάση τη διάσπαση, δεν είναι βέβαιο ότι θα την αποφύγει όταν έρθει η ώρα της «οικουμενικής» συναίνεσης και συγκυβέρνησης. Η φράξια Σαμαρά - Βορίδη - Γεωργιάδη μεταξύ άλλων διαφωνεί στο ενδεχόμενο συγκυβέρνησης με την «Αριστερά» του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ ο υποψήφιος Τζιτζικώστας φέρεται συνδεμένος με τις φήμες περί δημιουργίας φιλοβασιλικού κόμματος. 
Με λίγα λόγια, το κατάλληλο εργαλείο για να δούμε τις προοπτικές της πολιτικής αστάθειας δεν είναι η απλή πολιτική αριθμητική, αλλά η πιο σύνθετη πολιτική άλγεβρα! Ο «διάβολος χορεύει» στη συγκυρία, και η εξέλιξη της πολιτικής αστάθειας δεν θα χαρακτηρίζεται από κάποια «κανονικότητα». 
Το κίνημα αντίστασης και η ριζοσπαστική-αντικαπιταλιστική Αριστερά πρέπει να «αδράξουν τη στιγμή» και να τη μετατρέψουν σε ευκαιρία αντεπίθεσης.