Η Πορτογαλία δείχνει να μπαίνει σε μια περίοδο πολιτικής κρίσης και αβεβαιότητας.

Η δεξιά κυβέρνηση, που σχημάτισε ο Πάσος Κοέλιο μετά την εντολή του Προέδρου της Δημοκρατίας Καβάκο Σίλβα, δεν έχει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία και είναι πολύ πιθανό να χάσει τη «δεδηλωμένη» 10 μέρες μετά το σχηματισμό της, αν επιμείνει τελικά στην καταψήφισή της σύσσωμο το πλειοψηφικό «μπλοκ» που συγκροτούν οι Σοσιαλιστές, το Μπλόκο της Αριστεράς και το ΚΚ Πορτογαλίας. 
Η συζήτηση στην ελληνική Αριστερά επικεντρώθηκε στην καταγγελία του «ευρω-πραξικοπήματος»: Παρακάμπτεται η ύπαρξη «κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας» (ΣΚ, Μπλόκο, ΚΚ) για να μείνει στην εξουσία η μειοψηφική Δεξιά. 
Η αλήθεια είναι πως η παρέμβαση του Καβάκο Σίλβα δεν ήταν τόσο «πραξικοπηματική» όσο περιγράφεται. Το πορτογαλικό Σύνταγμα δίνει αυξημένες αρμοδιότητες στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και στην πορτογαλική πολιτική παράδοση συνηθίζεται ο Πρόεδρος να τις αξιοποιεί και να λειτουργεί πραγματικά (κι όχι συμβολικά) ως «Πολιτειακός Άρχοντας». Επιπλέον, ποτέ στη σύγχρονη ιστορία της Πορτογαλίας δεν έχει λάβει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης απευθείας ο ηγέτης του δεύτερου κόμματος (ακόμη κι όταν το πρώτο κόμμα ήταν μειοψηφικό). Αν ο Κοέλιο δεν κερδίσει την κοινοβουλευτική στήριξη, η κυβέρνησή του θα πέσει. 
Ωμή πολιτική παρέμβαση
Αυτό που συνιστά ωμή πολιτική παρέμβαση (και δικαιώνει όλες τις κριτικές) είναι το ανατριχιαστικό πολιτικό σκεπτικό του Προέδρου της Δημοκρατίας:
«Στα 40 χρόνια δημοκρατίας, καμιά κυβέρνηση στην Πορτογαλία δεν εξαρτήθηκε ποτέ από την υποστήριξη αντιευρωπαϊκών δυνάμεων, δηλαδή δυνάμεων που αγωνίζονται για την κατάργηση της Συνθήκης της Λισσαβόνας, το Δημοσιονομικό Σύμφωνο, το Σύμφωνο Ανάπτυξης και Σταθερότητας, που επιδιώκουν τη διάλυση της νομισματικής ένωσης και την έξοδο της Πορτογαλίας από το ευρώ, ενώ επιπλέον θέλουν τη διάλυση του ΝΑΤΟ… είναι καθήκον μου, στα όρια των συνταγματικών μου εξουσιών, να κάνω ό,τι μπορώ για να αποτρέψω να σταλούν λάθος σήματα στους οικονομικούς θεσμούς, τους επενδυτές και τις αγορές». 
Η εικόνα συμπληρώνεται από μια έξαρση ευρωλάγνου αντικομουνισμού, που συμπυκνώνεται στη δήλωση του προέδρου της Ένωσης Τραπεζών πως πρέπει να αποτραπεί η μετατροπή της Πορτογαλίας σε «Κούβα της Ευρώπης». 
Όμως όλη η συζήτηση για το «πραξικόπημα» πέρασε σε δεύτερη μοίρα μια πολύ σημαντική εξέλιξη, που δεν αποκλείεται να την βρούμε μπροστά μας. Την προοπτική να αποδεχτούν τα δύο κόμματα της πορτογαλικής Αριστεράς την υποστήριξη για σχηματισμό κεντροαριστερής κυβέρνησης. 
Λίγα έχουν γίνει γνωστά για τις διαπραγματεύσεις, τόσο ως προς τη μορφή της σύμπραξης (Συγκυβέρνηση; Ψήφος ανοχής; Κοινοβουλευτική στήριξη;) όσο και ως προς την προγραμματική συμφωνία. 
Σε άρθρα και συνεντεύξεις τους, κάποια στελέχη του Μπλόκο περιγράφουν μια τακτική που συνοψίζεται ως εξής:
Τα κόμματα της Αριστεράς δεν μπαίνουν στην κυβέρνηση, που θα σχηματιστεί από τους Σοσιαλιστές, αλλά θα της δώσουν κοινοβουλευτική στήριξη για την υλοποίηση του προϋπολογισμού του 2016, αν επιτευχθεί μια μίνιμουμ συμφωνία πάνω στον χαρακτήρα του. 
Αυτοί που αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη πίεση είναι το Σοσιαλιστικό Κόμμα. Έχει να επιλέξει ανάμεσα στη μήνι που προκαλεί η προοπτική συμμαχίας του με την «αντι-ευρώ» ή «ευρω-κριτική» Αριστερά και την προοπτική να καταρρεύσει σαν το ΠΑΣΟΚ, μέσα από μια συμμαχία του με τη Δεξιά.
Όμως εμάς μας αφορά η πορεία της Αριστεράς, που βρίσκεται απέναντι σε μια μεγάλη πρόκληση και αντιμετωπίζει σοβαρούς κινδύνους. 
Ενδεχομένως η διαπραγμάτευση να αποδειχθεί μια τακτική κίνηση, προκειμένου να απαντηθεί η υπαρκτή πίεση -με δεδομένο τον κοινοβουλευτικό συσχετισμό- να «μπουν στον κόπο» διερεύνησης της δυνατότητας για μια κυβέρνηση αντι-λιτότητας, αλλά και να αποδειχθεί έμπρακτα η απροθυμία των Σοσιαλιστών να συμπράξουν σε μια τέτοια προοπτική. Αλλά προκαλεί ανησυχία το κλίμα βεβαιότητας για την ύπαρξη «εναλλακτικής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας». 
Οι κίνδυνοι της Κεντροαριστεράς
Δεν υποτιμάμε τις υπαρκτές πιέσεις, ούτε θέλουμε να κάνουμε «μάθημα» στους εκεί συντρόφους. Αλλά οφείλουμε να επισημάνουμε τους κινδύνους που κρύβει αυτό το μονοπάτι. 
Το Μπλόκο έκανε ένα σημαντικό πολιτικό βήμα μπροστά για να διαχειριστεί προεκλογικά την πίεση που δημιουργούσε η συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ –«εμείς δεν θα δεχτούμε θυσίες για το ευρώ». Πώς θα συνυπάρξει με τους Σοσιαλιστές που δηλώνουν όρκους πίστης στην ΕΕ, το ΝΑΤΟ, την Ευρωζώνη κλπ; Αυτές οι προκλήσεις θα έρθουν άμεσα στο προσκήνιο με απόλυτα διλημματικούς όρους (όπως έδειξε η εμπειρία της πρώτης διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ). 
Στην καλύτερη περίπτωση, το Μπλόκο και το ΚΚΠ οδηγούνται σε ένα θνησιγενές σχήμα που θα καταρρεύσει άμεσα από αυτή την αντίφαση. Στη χειρότερη, ο «ρεαλισμός» (να μην επιστρέψει η Δεξιά, να επιχειρήσουμε να υπερασπιστούμε ό,τι είναι εφικτό) θα ρυμουλκήσει βήμα το βήμα αυτές τις δυνάμεις προς την κεντροαριστερή αφομοίωση. 
Η πρόσφατη εμπειρία δείχνει πως όλες οι εγγυήσεις και οι καλύτερες προθέσεις δεν αρκούν για να αποτραπεί αυτό το σενάριο. Το 2006, η Κομουνιστική Επανίδρυση έμπαινε στην κυβέρνηση Πρόντι με μια αντίστοιχη φιλοδοξία να καθορίσει κάποιες φιλεργατικές πτυχές στο κυβερνητικό πρόγραμμα. Αν απέτυχε αυτή η απόπειρα τότε, στις σημερινές συνθήκες κρίσης αυτή η φιλοδοξία αποτελεί «χίμαιρα». 
Πιο πρόσφατα, η Κοκκινοπράσινη Συμμαχία στη Δανία βρέθηκε μπροστά σε μια αντίστοιχη πίεση και πειραματίστηκε με την τακτική «ψήφος ανοχής στους Εργατικούς για να αποτραπούν τα δεξιά σενάρια –ψηφίζουμε μόνο τα θετικά μέτρα». Βρέθηκε να ψηφίζει και αντεργατικούς προϋπολογισμούς που είχαν «κάποιες φιλολαϊκές πτυχές» και αντιμετώπισε μεγάλες αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό της, για να αποφασίσει σήμερα αλλαγή γραμμής, ξεκαθαρίζοντας πως δεν υπάρχει προοπτική «πίεσης της σοσιαλδημοκρατίας να μετακινηθεί αριστερά». 
Στην ίδια την Πορτογαλία σύντομα θα ξέρουμε τις εξελίξεις. Πολλά είναι τα ερωτηματικά αυτή τη στιγμή. Θα καταψηφιστεί τελικά από (όλους τους) Σοσιαλιστές ο Πάσος Κοέλιο; Σε αυτή την περίπτωση τι θα κάνει ο Καβάκο Σίλβα; Θα επιμείνει στην άρνησή του και θα προκύψει υπηρεσιακή κυβέρνηση (είτε του Κοέλιο είτε «τεχνοκρατών») ή θα δώσει την εντολή στον ηγέτη των Σοσιαλιστών; Και τι θα την κάνει την εντολή ο Αντόνιο Κόστα; 
Η Βουλή δεν μπορεί να διαλυθεί για 6 μήνες μετά τις εκλογές. Επιπλέον ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, που θα είχε αυτή την εξουσία, δεν μπορεί να τη διαλύσει στο τέλος της θητείας του (λήγει το Γενάρη), αλλά και στους πρώτους 6 μήνες της θητείας του. Αυτό σημαίνει πως αποκλείονται νέες εκλογές τουλάχιστον για τους επόμενους 9 μήνες, ενώ αποκτά ενδιαφέρον και η εκλογή του νέου Προέδρου το Γενάρη. Σε αυτό το διάστημα, η πολιτική κρίση θα συνεχίζεται.
Ενάντια στην πίεση για «λύση που θα εγγυάται τη σταθερότητα», η παρέμβαση του κινήματος σε αυτή την «ανώμαλη» πολιτικά περίοδο και η αποφυγή κεντροαριστερών λαθών μπορεί να αποτελέσει το κλειδί για θετικότερες για τον κόσμο μας εξελίξεις.