Στη σκιά της Αιγύπτου και της Συρίας συνεχίζεται η τυνησιακή επανάσταση που διαθέτει τον ισχυρότερο «υποκειμενικό παράγοντα» από όλες τις χώρες: Ένα εργατικό κίνημα καλά οργανωμένο στις γραμμές της συνομοσπονδίας UGTT και μια ισχυρή ριζοσπαστική Αριστερά.

(πιο εκτεταμένη μορφή του άρθρου στο Rproject.gr)
(στη φωτό: Διαδηλωτές αποχαιρετούν τον δολοφονημένο Μοχάμεντ Μπράχμι με υψωμένες γροθιές και το σήμα της νίκης)

 

Οι δύο αυτές δυνάμεις έπαιξαν κεντρικό ρόλο στη διαφαινόμενη αποχώρηση της κυβέρνησης της «τρόικα» (η συμμαχία του Ισλαμικού Ενάντα με τα σοσιαλδημοκρατικά CPR και Ettatakol). Ωστόσο, όπως έδειξε και η αιγυπτιακή εμπειρία, οι μεγάλες προκλήσεις είναι μπροστά καθώς αυτές ξεπερνούν το «μίνιμουμ» στόχο της ανατροπής μιας λαομίσητης κυβέρνησης και αφορούν συνολικότερα διακυβεύματα για την πορεία της επαναστατικής διαδικασίας.

Η διακυβέρνηση της τρόικα
Το ισλαμικό Ενάντα ακολούθησε την πορεία των Αιγύπτιων Αδελφών Μουσουλμάνων. Κέρδισε τις εκλογές του Οκτώβρη 2011 με 40%, πρόδωσε τις λαϊκές ελπίδες και έφτασε στο σημείο να μη θεωρείται πια «νομιμοποιημένη κυβέρνηση» από τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού.

Υπήρξαν σημαντικά προβλήματα δημοκρατίας. Η Εθνοσυνέλευση, που εκλέχτηκε με μονοετή θητεία, έχει παρατείνει επ’ αόριστον τη θητεία της, το διαβόητο υπουργείο Εσωτερικών δεν «εκκαθαρίστηκε» ποτέ, οι γυναίκες στοχοποιήθηκαν.

Στα δυτικά ΜΜΕ, οι πολιτικές διαμάχες παρουσιάζονται υπό το –κλασσικό πια– πρίσμα «ισλαμιστές εναντίον κοσμικών». Μια αντίστοιχη αφήγηση υιοθέτησαν επίσης το Ενάντα, αλλά και η δεξιά, κοσμική αντιπολίτευση, καθώς βοήθησε και τους δύο να «κρύψουν» τη συμφωνία τους να συνεχίσουν τη νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική του Μπεν Άλι. Ωστόσο αυτή η οικονομική πολιτική οδήγησε στην κατάρρευση του Ενάντα.

Όπως και στην Αίγυπτο, η λαϊκή οργή δεν έχει να κάνει με κάποιον «εξισλαμισμό», αλλά με την προδοσία των αιτημάτων της επανάστασης, ιδιαίτερα των κοινωνικών. Με εμβληματικές στιγμές τη Συμφωνία Ελευθέρου Εμπορίου με την ΕΕ το Νοέμβρη του 2012 και τη συμφωνία με το ΔΝΤ τον Ιούνη του 2013, η «τρόικα» ακολούθησε κι επιτάχυνε νεοφιλελεύθερες πολιτικές που επιδείνωσαν την οικονομική κατάσταση και δεν βελτίωσαν στο ελάχιστο τη ζωή των φτωχών, των εργατών και των ανέργων.

Ωστόσο, ως αντίπαλο δέος στο Ενάντα άρχισε να διαμορφώνεται μια δεξιά, κοσμική αντιπολίτευση. Ο Beji Caid Essebsi, κεντρικό στέλεχος του καθεστώτος επί Μπουργκίμπα και λιγότερο επί Μπεν Άλι, μεταβατικός πρωθυπουργός τους μήνες μετά την ανατροπή του δικτάτορα, ίδρυσε το Nidaa Tounes (Κάλεσμα στη Τυνησία), το οποίο με τη στήριξη παλιών καθεστωτικών και τμημάτων της αστικής τάξης είναι πλέον ο βασικός εκλογικός αντίπαλος του Ενάντα, ενώ ηγεμονεύει στη συμμαχία UPT (Ένωση για την Τυνησία), όπου συμμετέχουν κεντροδεξιά κόμματα, αλλά και το τμήμα της παραδοσιακής Αριστεράς που είναι σε τροχιά σοσιαλδημοκρατικοποίησης.

Αυτός ο επικίνδυνος και ψευδεπίγραφος «διπολισμός» ενισχυόταν από την «ουδετερότητα»-αδράνεια της UGTT και τον κατακερματισμό της Αριστεράς.

Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, τον Αύγουστο του 2012, 12 οργανώσεις από όλα τα ρεύματα (μαοϊσμός, τροτσκισμός, μαρξιστικός παναραβισμός, νασερισμός, μπααθισμός, οικολογία, σοσιαλιστές, η ATTAC, η Επιτροπή Ενάντια στο Χρέος) ενώθηκαν στο Λαϊκό Μέτωπο για την Εκπλήρωση των Στόχων της Επανάστασης. Ιδρυτικός στόχος του Λαϊκού Μετώπου ήταν να εκφραστεί ο «τρίτος πόλος» που θα σταθεί απέναντι και στην τρόικα και στην UPT.

Πολιτική κρίση
Από τα μέσα του 2012 και έπειτα, το ρόλο του καταλύτη στις εξελίξεις παίζει το «μαστίγιο της αντεπανάστασης». Ένα κύμα κλιμακούμενης βίας από σαλαφιστικές ομάδες ενάντια στην Αριστερά και τα συνδικάτα είχε ήδη προκαλέσει οργή ενάντια στο Ενάντα, το οποίο κατηγορούνταν πως αν δεν υπέθαλπτε τις επιθέσεις, σίγουρα τις εκμεταλλευόταν πολιτικά για να στρέφει τη συζήτηση στη διαμάχη «ταυτότητας της Τυνησίας», να εμφανίζεται «μετριοπαθές» και κυρίως να απομακρύνει το ενδιαφέρον από τα καυτά κοινωνικά ζητήματα. Ωστόσο η κλιμάκωση αυτής της βίας αποτέλεσε τον πυροδότη της πολιτικής κρίσης και γύρισε «μπούμερανγκ» στην κυβέρνηση.

Στα τέλη Νοέμβρη του 2012, μια εξέγερση στην επαρχία Σιλιάνα, που είχε τη στήριξη της τοπικής UGTT, κατεστάλη και λίγο μετά έγινε επίθεση στα κεντρικά γραφεία της Συνομοσπονδίας. Ξέσπασαν περιφερειακές απεργίες, αλλά η γενική απεργία, που είχε προαναγγείλει η UGTT, ματαιώθηκε μετά από διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση.

Στις 6 Φλεβάρη, δολοφονήθηκε ο Τσόκρι Μπελαΐντ, ηγέτης του Κόμματος Ενωμένων Δημοκρατικών Πατριωτών και του Λαϊκού Μετώπου, και η UGTT ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα του Λαϊκού Μετώπου και μετέτρεψε την κηδεία σε παλλαϊκή διαδήλωση. Η κυβερνητική κρίση εκτονώθηκε με την παραίτηση του πρωθυπουργού, οι επαναστατικές δυνάμεις δεν είχαν σχέδιο για «συνέχεια» της διαδήλωσης-σεισμού της 7 Φλεβάρη κι έτσι άρχισε μια πολύμηνη πολιτική κρίση.

Συμμαχίες
Το Λαϊκό Μέτωπο απέναντι στην πολιτική κρίση υιοθέτησε την τακτική «προτείνουμε ένα πρόγραμμα και χτίζουμε συμμαχίες στη βάση του». Πρότεινε ένα έκτακτο πρόγραμμα με έντονο αντινεοφιλελεύθερο χαρακτήρα, σπάζοντας έτσι ένα τεράστιο πρόβλημα: την αποκλειστική εστίαση όλων των δυνάμεων στη «δημοκρατική μετάβαση» που αντιμετώπιζε τα κοινωνικά, λαϊκά αιτήματα από «πρόωρα» ως «επικίνδυνα».

Αν και το Λαϊκό Μέτωπο συζητούσε και με την UPT στα πλαίσια ενός Συντονισμού για τη Σωτηρία της Τυνησίας, στελέχη της επισήμαιναν τις «μεγάλες διαφορές στο οικονομικό πρόγραμμα», ενώ η κεντρική απόφαση της ηγεσίας μιλούσε για περιορισμένη συνεργασία για συγκεκριμένους στόχους. Αυτή η απόφαση δέχτηκε εσωκομματικά πυρά από μια μερίδα του ΛΜ που δεν δεχόταν «καμιά συμμαχία με το Nidaa Tounes».

Την ίδια εποχή, η εναλλακτική πρόταση –μια πολιτική λύση με κορμό την UGTT– σκοντάφτει στη στάση της Συνομοσπονδίας, που είχε επιλέξει το ρόλο να προτείνει καθήκοντα στην κυβέρνηση, αλλά όχι να εμπλακεί στο ποια θα ήταν αυτή.

Τα γεγονότα επιταχύνθηκαν από μια δεύτερη πολιτική δολοφονία στις 25 Ιούλη, με θύμα τον Μοχάμεντ Μπράχμι, ηγέτη του νασερικού κόμματος και στέλεχος του Λαϊκού Μετώπου.

Το Μέτωπο καλεί σε αγώνα για την ανατροπή της τρόικα, τη διάλυση της Εθνοσυνέλευσης και τη δημιουργία μιας «Επιτροπής Εθνικής Σωτηρίας» και μιας προσωρινής 6μηνης κυβέρνησης ανεξάρτητων προσωπικοτήτων με ένα «έκτακτο» πρόγραμμα δημοκρατικής μετάβασης. Για την επίτευξή των στόχων, το κείμενο καλεί σε «πολιτική ανυπακοή» και «αντικατάσταση των τοπικών Αρχών με θεσμούς λαϊκής εξουσίας».

Το κείμενο αποδέχεται πρώτο το Nidaa Tounes και ακολουθούν και άλλα κόμματα, όπως και οργανώσεις φοιτητών, ανέργων πτυχιούχων και γυναικών που συγκροτούν το Μέτωπο Εθνικής Σωτηρίας.

Η οργή ενάντια στο Ενάντα πλέον ξεχειλίζει και στις 6 Αυγούστου, μετά από κάλεσμα του Μετώπου Εθνικής Σωτηρίας, διαδηλώνουν 500.000 στους δρόμους, δίχως να καλέσει η UGTT. Από τότε μέχρι και σήμερα, οι κινητοποιήσεις στην πρωτεύουσα και τις επαρχίες είναι διαρκείς.

Υπό αυτές τις εξελίξεις και απέναντι στην αδιαλλαξία του Ενάντα να διαπραγματευτεί οτιδήποτε πέρα από έναν ανασχηματισμό, μετατοπίστηκε ακόμα περισσότερο προς την «πολιτική αρένα» και η UGTT, που πέρασε από τις γενικές εκκλήσεις σε «πολιτικό διάλογο και συναίνεση» στην υιοθέτηση του συνθήματος για αλλαγή κυβέρνησης.

Διαπραγματεύσεις
Κάπως έτσι φτάσαμε στις σημερινές –εν εξελίξει– διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα της UGTT στις οποίες το Ενάντα έχει καταρχήν αποδεχθεί την αποχώρησή του από την κυβερνητική εξουσία και την ανάδειξη κυβέρνησης «εκτάκτου ανάγκης».

Όσο κι αν η UGTT αρνούνταν την πολιτική, τελικά «η πολιτική την άρπαξε από το γιακά». Ωστόσο ο τρόπος εμπλοκής της παραμένει κατώτερος των δυνατοτήτων. Ο Ζιλμπέρ Ασκάρ, σε συνέντευξή του στο Rproject, συνέκρινε τη δύναμη της Συνομοσπονδίας, αλλά και την τακτική της, με τον αιγυπτιακό στρατό. Αλλά όπως είπε, αν για τον αιγυπτιακό στρατό λέμε «ευτυχώς» που δεν καταλαμβάνει την εξουσία, αλλά διατηρεί τον ρόλο του ρυθμιστή, για την UGTT λέμε «δυστυχώς».

Σε κεντρικό επίπεδο, το αριστερό στίγμα έχει πράγματι υποχωρήσει μπροστά στο στόχο «όλοι ενάντια στην τρόικα». Ωστόσο, στις περιφέρειες οι αριστερές δυνάμεις φαίνεται να αξιοποιούν τον κεντρικό αγώνα προς όφελος του βαθέματος της επαναστατικής διαδικασίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το κάλεσμα για «πολιτική ανυπακοή» με τη μορφή ανάδειξης «επιτροπών αυτοάμυνας» και «λαϊκών θεσμών», που θα αντικαθιστούν τις λειτουργίες των επίσημων Αρχών, έχει προχωρήσει και υλοποιείται.

Προοπτικές και κίνδυνοι
Αρκετοί σύντροφοι του Λαϊκού Μετώπου θεωρούν πως το σύνθημα για «κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας» βοηθά την προσπάθεια να οργανωθεί αυτό το κίνημα, ενώ άλλοι θεωρούν πως η συμμαχία με το Nidaa Tounes καταλήγει να την αποδυναμώνει.   

Το σίγουρο είναι ότι σε αυτές τις κινηματικές διεργασίες, που επαναφέρουν την αυτό-οργάνωση της εξέγερσης ενάντια στον Μπεν Άλι και επιχειρούν να τη συστηματοποιήσουν, θα κριθούν οι εξελίξεις. Και βέβαια από την τακτική του Λαϊκού Μετώπου το αμέσως επόμενο διάστημα. Το θετικό είναι πως όλες οι συνιστώσες επισημαίνουν πως το Μέτωπο Εθνικής Σωτηρίας είναι «τακτική, προσωρινή» συμμαχία πάνω σε συγκεκριμένους στόχους πάλης και θα διαλυθεί σύντομα.

Το Λαϊκό Μέτωπο βαδίζει σε μια λεπτή γραμμή, όπου τα όρια ανάμεσα στην «τακτική» και τις πιέσεις δεξιών συμμαχιών είναι θολά, όπου –όπως το έθεσε στέλεχός του– είναι πάντα επικίνδυνο «το πέρασμα από τον πραγματισμό στην υποστήριξη αντεπαναστατικών πολιτικών».

Σήμερα, που ο «άμεσος στόχος» της ανατροπής της τρόικα είναι κοντά και η περίφημη «κυβέρνηση έκτακτης ανάγκης» εμφανίζεται στον ορίζοντα, θα κριθεί η στάση της τυνησιακής Αριστεράς. Από το περιεχόμενο αυτής της κυβέρνησης ως τη στάση της απέναντί της. Από αυτή τη στάση θα κριθούν πολλά και στην Τυνησία, αλλά και στην υπόλοιπη αραβική Αριστερά, που μέσα σε πρωτοφανείς συνθήκες αναζητά το σωστό δρόμο…