Λίγες εβδομάδες πριν τις εκλογές της 7ης Ιούλη, η πολιτική αποτυχία του Αλ. Τσίπρα είναι προφανής.

Το βασικό ερώτημα των εκλογών έχει από καιρό φύγει από το ποιο θα είναι το πρώτο κόμμα, έχει φύγει ακόμα και από το πόση θα είναι η διαφορά μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ, έχει μετατοπιστεί στο αν ο Κυρ. Μητσοτάκης θα κατορθώσει να οδηγήσει τη Δεξιά σε αυτοδύναμη κυβέρνηση (κάτι που, εν πολλοίς, εξαρτάται από το ποσοστό που θα συγκεντρωθεί στα κόμματα που θα μείνουν εκτός βουλής). 
Είναι κυριολεκτικά χαώδης η απόσταση που μας χωρίζει από την εποχή της πολιτικής νίκης του ΣΥΡΙΖΑ το Γενάρη του 2015, ή από την εποχή μετά το Δημοψήφισμα, όταν ο Β. Μεϊμαράκης αναλάμβανε την ηγεσία της ΝΔ με αποκλειστικό στόχο να αποφύγει την «πασοκοποίηση» της Δεξιάς (με δημοσκοπήσεις που έδειχναν τη ΝΔ να ξεκινά από μια «βάση» 14%...).
Έχει πλέον επιβεβαιωθεί πλήρως η άποψη ότι η πολιτική του Τσίπρα έστρωσε το δρόμο για την ανάκαμψη της Δεξιάς, που έρχεται τώρα για να δρέψει τους καρπούς όχι της δικιάς της πολιτικής αποτελεσματικότητας, αλλά κυρίως της διαλυτικής κρίσης στην οποία οδήγησε το κόμμα του (και τον κόσμο που ήλπισε σε αυτό) η «κωλοτούμπα» του Αλέξη Τσίπρα.
Αν φύγουμε από το κεντρικό πολιτικό πεδίο, τα πράγματα είναι χειρότερα. Το γεγονός ότι η κάποτε πανίσχυρη Ρένα Δούρου έχασε αμαχητί από τον ανεκδιήγητο Πατούλη τη μεγάλη Περιφέρεια της Αττικής είναι η κορωνίδα της νίκης της «αυτοδιοικητικής» Δεξιάς σε όλους σχεδόν τους μεγάλους Δήμους (με ενδεικτική εξαίρεση την Πάτρα, όπου «άντεξε» ο Πελετίδης του ΚΚΕ). Η κυβέρνηση που ισχυρίζεται ότι προσπάθησε να συγκρουστεί με τη «σκοτεινή» ολιγαρχία αποχωρεί, έχοντας πρωτύτερα παραδώσει τη Θεσσαλονίκη στον Σαββίδη, τον Πειραιά στον Μαρινάκη, τη Νέα Φιλαδέλφεια στον Μελισσανίδη και τον Βόλο στον Μπέο! 
Τόσο καλά…
Τι βρίσκεται στη βάση αυτής της παταγώδους αποτυχίας;
Έχουμε ισχυριστεί κατ’ επανάληψη ότι πρόκειται για την καταθλιπτική σύγκλιση στην πραγματική πολιτική των Τσίπρα-Μητσοτάκη. Το παρουσίασαν ασύστολα, όταν διαγκωνίζονταν στη ΔΕΘ για το ποιος θα μειώσει περισσότερο τη φορολόγηση επί των κερδών των επιχειρήσεων και επί των μερισμάτων των μετοχών των Α.Ε.
Σύγκλιση
Το περιέγραψαν καθαρά, όταν ο Τσίπρας μίλαγε για το όνειρο του Gr-Invest και ο Μητσοτάκης ζητούσε μια πιο business-friendly διακυβέρνηση.
Λίγους μήνες πριν τις κρίσιμες πολιτικές και εκλογικές αναμετρήσεις ο Αλ. Τσίπρας προσπάθησε να πείσει ότι σχεδιάζει μια αντινεοφιλελεύθερη «στροφή». Δεν έπεισε κανέναν.
Γιατί στο «βυθό» της κοινωνίας, ο κόσμος πλέον ξέρει ότι οι ιδιωτικοποιήσεις είναι συστατικό στοιχείο του νεοφιλελευθερισμού.
Γιατί στο εσωτερικό της εργατικής τάξης, μετά από 4 χρόνια κυβέρνησης «αριστεράς», το 37,4% των εργατών είναι με μισθό μικρότερο των 700 ευρώ, ενώ ένα ακόμα 23,5% κερδίζει λιγότερα από 900 ευρώ. Η μικρή αύξηση στον κατώτατο μισθό δεν ήταν αρκετή για να υποβαθμίσει την πικρή γεύση της γενικής μείωσης του μέσου μισθού, τη μείωση του μεριδίου των μισθών και των συντάξεων στο ΑΕΠ που χαρακτηρίζει την περίοδο Τσίπρα, όπως ακριβώς και τις προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις. 
Γιατί η γενικευμένη κοινωνική εμπειρία «κατανοεί» ότι η πραγματική ανεργία παραμένει στο θεόρατο 27,5% (ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, 2018) και διαισθάνεται τα χτυπήματα όπως ο περιορισμός της πλήρους απασχόλησης στο 45% των νέων προσλήψεων, ή όπως οι ελεγχόμενες από τους εργοδότες «επιχειρησιακές» Συμβάσεις Εργασίας που έφτασαν στο ιλιγγιώδες 92% των Συμβάσεων που υπογράφονται στα χρόνια της «ριζοσπάστριας» κ. Αχτσιόγλου. 
Αυτή η γενικευμένη κοινωνική πείρα δεν ήταν δυνατόν να παραπλανηθεί με τα επιδόματα-φιλοδωρήματα στους πιο φτωχούς από τους φτωχούς, που επιχείρησε την τελευταία των στιγμών η κυβέρνηση Τσίπρα. Άλλωστε οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα, έχοντας ζήσει την εποχή Σημίτη, γνωρίζουν ότι η διάβρωση των σταθερών/μόνιμων κατακτήσεών τους δεν αντισταθμίζεται επουδενί με συγκυριακά και εφάπαξ «επιδόματα». Γνωρίζουν ότι αυτή η τακτική είναι ένα ακόμα γνώρισμα του σοσιαλφιλελευθερισμού. 
Ο υπαρκτός, ο «στην πράξη» νεοφιλελευθερισμός του Τσίπρα ήταν ο παράγοντας που έδωσε ισχύ στην ηγεσία Μητσοτάκη που, όταν ανέλαβε την ηγεσία της ΝΔ, όλοι αναρωτιούνταν αν θα προλάβει να ελέγξει το ίδιο του το κόμμα. 
Υπάρχουν κι άλλες πτυχές στις δράσεις της κυβέρνησης Τσίπρα που λειτούργησαν ως «πλυντήριο» για τη Δεξιά. Όπως η 4ετής συνεργασία με τον Καμμένο (αλήθεια, πώς ξεχνιέται εκείνο το «σύντροφοι και συντρόφισσες» στον χαιρετισμό του ψεκασμένου υπερεθνικιστή και ομοφοβικού στο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ;). Όπως, όμως, και η «κρυφή» συνεργασία με τους καραμανλικούς, που συμβολίζει ο σκοτεινός μηχανισμός γύρω από τον Παπαγγελόπουλο, μια συνεργασία που αποδεικνύεται πιο ανθεκτική από τον παρά φύση γάμο με τους ΑΝΕΛ.
Μια από τις μεγαλύτερες «ζημιές» της κυβέρνησης Τσίπρα ήταν οι γλοιωδώς φιλικές σχέσεις με το καθεστώς του Τραμπ στις ΗΠΑ. Η Πρεσβεία σήμερα πανηγυρίζει ότι επιτέλους κάμφθηκε ο αντιαμερικανισμός στην Ελλάδα και αυτό αντανακλάται στις εξαιρετικά φιλικές διατυπώσεις του Τζέφρι Πάιατ για τον Αλ. Τσίπρα. Στον ΣΥΡΙΖΑ έκαναν ό,τι μπορούσαν για να «σβήσουν» μια διαχωριστική γραμμή που είχε χαραχτεί με τους αγώνες πολλών γενεών της Αριστεράς γενικά και των κομουνιστών ειδικότερα.
Επιτάχυνση
Αυτά τα πεπραγμένα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ είναι που καλούν σήμερα στην κυβερνητική εξουσία τους πιο αυθεντικούς εκφραστές του νεοφιλελευθερισμού υπό την ηγεσία του Κυρ. Μητσοτάκη. 
Που θα έχει, καταρχήν, να βαδίσει πάνω στο δρόμο που «έστρωσε» ο Τσίπρας και περιγράφεται στις συμφωνίες με τους δανειστές. Όμως, προσοχή: Δεν θα είναι, απλά, «συνέχεια». Ο Μητσοτάκης θα επιχειρήσει να μετατρέψει την πολιτική ήττα του Τσίπρα, εκμεταλλευόμενος και την αποθάρρυνση ενός ευρύτερου κόσμου, σε στρατηγική ήττα του κινήματος κοινωνικής αντίστασης. Σε στρατηγική ήττα των ιδεών, των συνηθειών, ακόμα και των συμβόλων της Αριστεράς σε κάθε εκδοχή της.
Η «συνέχεια» της μνημονιακής-νεοφιλελεύθερης πολιτικής θα επιχειρηθεί με σημαντική επιτάχυνσή της. Γι’ αυτό πανηγυρίζουν προκαταβολικά οι «αγορές». Κανείς δεν γνωρίζει σήμερα αν ο Κυρ. Μητσοτάκης θα τα καταφέρει σε αυτόν το στόχο, που σίγουρα υιοθετεί. 
Δεν είναι δεδομένο. Όπως ο Τσίπρας έκανε λάθος, ερμηνεύοντας την αδυναμία του κόσμου να ανατρέψει την πολιτική του σαν συναίνεση του κόσμου προς την κυβέρνησή του, έτσι και ο Μητσοτάκης είναι πιθανό να βρεθεί μπροστά στη διαπίστωση ότι είναι άλλο η απογοήτευση και ακόμα και η αηδία ενός κόσμου απέναντι στον Τσίπρα και τελείως άλλο να αποδεχθεί αυτός ο ίδιος κόσμος έναν θατσερικό καλπασμό ενάντια στα βασικά εργατικά και κοινωνικά δικαιώματα.
Το μόνο δεδομένο είναι ότι οι αγώνες που θα είναι αναγκαίοι στη νέα περίοδο θα χρειαστούν, τουλάχιστον αρχικά, σκληρή πολιτική και οργανωτική στήριξη από τη συγκροτημένη Αριστερά.