Η υπεράσπιση των εργατικών-λαϊκών δυνάμεων θα είναι εφικτή μόνο με μέτρα μιας κυβέρνησης της Αριστεράς σε βάρος της ντόπιας κυρίαρχης τάξης και των διεθνών συμμάχων και δανειστών της.

 

Γ ια τον κόσμο της εργασίας η πραγματικότητα πάει από το κακό στο χειρότερο. Μέσα στο 2014 θα πρέπει να εφαρμοστούν τα μέτρα που έχουν ήδη δρομολογηθεί από τις προηγούμενες συμφωνίες με την τρόικα (μαζικές απολύσεις στο Δημόσιο, «απελευθέρωση» των ομαδικών απολύσεων στον ιδιωτικό τομέα, νέο λεπίδι στο ασφαλιστικό, απογείωση της φοροεπιδρομής κ.ο.κ.).
 
Κατάρρευση
Η κατάρρευση του success story του Σαμαρά φέρνει όλο και πιο κοντά τη «στιγμή» των νέων σκληρών μέτρων του Μνημονίου 3, που θα συνοδεύουν το νέο δανεισμό για την κάλυψη του χρηματοδοτικού «κενού» της τριετίας 2014-2016.
 
Όμως και στο καλύτερο σενάριο, αυτό που διαλαλεί ο Στουρνάρας, δηλαδή στο (απίθανο) ενδεχόμενο της εξόδου του ελληνικού καπιταλισμού στο μεταμνημονιακό «ξέφωτο», οι προοπτικές δεν είναι καλύτερες: οι ευρωηγεσίες έχουν δηλώσει με σαφήνεια ότι το σχέδιό τους είναι μια μεταμνημονιακή λιτότητα διαρκείας, που θα περιλαμβάνει την Επιτήρηση των «υπερχρεωμένων» χωρών, μέχρι αυτές να αποπληρώσουν τουλάχιστον το 75% των χρεών τους. [1] 
 
Σε μια κοινωνία με 30% πραγματική ανεργία, αν οι λύσεις αφεθούν στην «κανονικότητα» της αγοράς, τότε οι επόμενες 2-3 γενιές εργαζομένων θα ζήσουν μέσα σε συντριπτικές συνθήκες. Όλα όσα γνωρίσαμε σαν κατακτήσεις του εργατικού κινήματος, ακόμα γενικότερα σαν εργατική παράδοση και πολιτισμό, θα ισοπεδωθούν. Αυτό είναι το πραγματικό πρόγραμμα των Μερκολάντ, αλλά και των Σαμαροβενιζέλων.
 
Αυτή είναι, όμως, και η βάση αναζήτησης ριζοσπαστικών λύσεων από τη μεριά των εργατικών-λαϊκών δυνάμεων που, σε ένα βαθμό, αναδείχθηκε στις εκλογές του 2012 με την εκτόξευση του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και αθροιστικά της Αριστεράς, σε πρωτοφανή επίπεδα. Η αντοχή αυτού του μαζικού πολιτικού ρεύματος, η επιμονή μεγάλου τμήματος των εργατικών-λαϊκών δυνάμεων στην αναζήτηση λύσης από την Αριστερά, είναι μια μεγάλη κατάκτηση του κινήματος κοινωνικής αντίστασης στην Ελλάδα. Είναι το μοναδικό καλό νέο μετά το 2012…
 
Όμως κάπου εδώ σταματούν τα καλά νέα. Η προγραμματική συζήτηση στον ΣΥΡΙΖΑ, για το πώς θα ανταποκριθούμε σε αυτές τις προσδοκίες, είναι κατώτερη των περιστάσεων (το ίδιο ισχύει και για το ΚΚΕ και για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά αυτό δεν είναι αντικείμενου αυτού του άρθρου…).
 
Ανεπάρκεια
Στις βδομάδες που πέρασαν είχαμε πολλά παραδείγματα αυτής της ανεπάρκειας:
 
Είχαμε παράδειγμα μιας «προγραμματικής» παρέμβασης εκτός τόπου και χρόνου. Γιορτάσαμε τα 40 χρόνια από την εξέγερση του Νοέμβρη με ομιλητή τον Τζόρτζιο Αγκάμπεν. Τον φιλόσοφο που έχει προτείνει να εγκαθιδρύσουμε στην καρδιά της Ευρώπης μια… Λατινική Αυτοκρατορία! (Whatever that means, που θα ’λεγαν και οι πιο παραδοσιακοί αγγλοσάξωνες).
 
Έχουμε τα παραδείγματα συγκροτημένων σ. που, σε πείσμα με την πραγματικότητα, επιμένουν στην προοπτική «συναινετικής» διαπραγμάτευσης με την τρόικα, στην αναζήτηση «συμπεφωνημένων» λύσεων στα αδιέξοδα, ενώ θεωρούν τα όποια ενδεχόμενα σύγκρουσης (π.χ. εκβιασμός με άρνηση χρηματοδότησης) ως «ακραία σενάρια» ακόμα και μετά την κυπριακή εμπειρία. [2] 
 
Έχουμε τα παραδείγματα μιας επαναλαμβανόμενης επιθετικότητας αρθρογράφων, από τις στήλες της «Αυγής», ενάντια σε αριστερές ριζοσπαστικές φωνές μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ, που απαιτούν μια «πειθάρχηση» όλων μας σε μια, όμως, κάπως «αιρετική» κατανόηση των συνεδριακών αποφάσεων.
 
Πρόσφατα πληροφορηθήκαμε ότι η «ψυχή» των αποφάσεων του Α΄ Συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η δέσμευση όλων μας στα καθήκοντα μιας κάποιας «αστικής δημοκρατικής επανάστασης» στην Ελλάδα. [3]
 
 Μπορεί να κάνουμε λάθος, αλλά, ειλικρινά, δεν μπορέσαμε να διακρίνουμε την άποψη αυτή όσες φορές χρειάστηκε να ξαναδιαβάσουμε την απόφαση του Συνεδρίου, αλλά και την ιδρυτική Διακήρυξη του ΣΥΡΙΖΑ.
 
Επίσης στην «Αυγή» στις 24 Νοεμβρίου 2013, διαβάσαμε την προδημοσίευση, με τίτλο «Ανάκτηση του μέλλοντος», της εργασίας του σ. Γ. Δραγασάκη, υπεύθυνου της Επιτροπής Προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ. Ο σ. Γ. Δραγασάκης  –πολύ σωστά– επιμένει στην «ανάγκη συζήτησης για το σοσιαλισμό και το περιεχόμενό του, καθώς και της συζήτησης για τους δρόμους μετάβασης σε αυτόν, μια συζήτηση που είχε εγκαταλειφθεί προ πολλού και από πολλούς».
 
Όμως κατά πόσον ο σοσιαλισμός και οι –όποιοι– δρόμοι μετάβασης σε αυτόν μπορούν να ταυτίζονται –σήμερα!– με ένα «μετανεοφιλελεύθερο» στάδιο; («ένα μακροχρόνιο σχέδιο, ένα master plan, για μια παραγωγική και καινοτόμα Ελλάδα, για μια δημοκρατική, δημιουργική, δίκαιη και αλληλέγγυα κοινωνία, στην οποία αξίζει να ζούμε με αξιοπρέπεια και υπερηφάνεια εμείς και τα παιδιά μας»). Ποια δύναμη μπορεί να κρατήσει ζωντανή τη σοσιαλιστική προοπτική σε «μια νέα σύμπραξη κράτους-αγορών- κοινωνίας», που θα περιλαμβάνει «αναπτυξιακές συμπράξεις με ξένο κεφάλαιο και φορείς»;
 
Στις σημερινές συνθήκες συντριπτικής επίθεσης κατά της εργατικής τάξης, είναι δυνατόν να περιοριστεί η Αριστερά στην υπόσχεση ότι «θα προστατευτεί ο κόσμος της εργασίας και θα αναβαθμιστεί, μέσω της εκπαίδευσης, της κατάρτισης και της αναγνώρισης δεξιοτήτων…»;
 
Διεκδικήσεις
Στα ιδρυτικά κείμενα του ΣΥΡΙΖΑ και στις συνεδριακές αποφάσεις του, η υπόσχεση για την κυβέρνηση της Αριστεράς συνδέεται με τη δέσμευση για συγκεκριμένες ανατροπές (ακύρωση των μνημονίων και των συνοδευτικών πολιτικών λιτότητας) και για συγκεκριμένες κατακτήσεις των εργαζομένων (επαναφορά της ισχύος των ΣΣΕ, άμεση αποκατάσταση των κατώτερων μισθών και συντάξεων, εγγύηση του δημοσίου σχολείου και νοσοκομείου κλπ.).
 
Σήμερα είμαστε μπροστά σε μια σκληρή διαπίστωση: Η κοινωνία πολώνεται και η εκπλήρωση ακόμα και αυτών των μετριοπαθών δεσμεύσεων δεν μπορεί να επιτευχθεί «συναινετικά». Η υπεράσπιση των εργατικών-λαϊκών δυνάμεων θα είναι εφικτή μόνο με μέτρα μιας κυβέρνησης της Αριστεράς σε βάρος της ντόπιας κυρίαρχης τάξης και των διεθνών συμμάχων και δανειστών της. Τα πιο απλά μεταρρυθμιστικά καθήκοντα συνδέονται άμεσα με τη «διεκδίκηση του σοσιαλισμού» και τη διευκρίνιση «των δρόμων μετάβασης σε αυτόν».
 
Αυτό είναι το κρίσιμο προγραμματικό ζήτημα όπου ο ΣΥΡΙΖΑ –αλλά και η άλλη Αριστερά– οφείλει να απαντήσει επειγόντως. Αυτή η απάντηση θα είναι η «ψυχή» του προγράμματος μιας κυβέρνησης της Αριστεράς και της κοινωνικοπολιτικής συμμαχίας που είναι απαραίτητη για να την στηρίξει.
 
Η απάντηση στο ζήτημα αυτό δεν είναι υπόθεση «κοστολόγησης», δεν είναι υπόθεση «επιστημόνων και ειδικών», δεν είναι υπόθεση προεκλογικής συγκόλλησης ετερόκλητων δυνάμεων. Είναι υπόθεση του «κόμματος» της Αριστεράς, των δραστήριων και ενεργών μελών του, που πρέπει να κληθούν να συζητήσουν και να αποφασίσουν επ’ αυτού, αλλά και να παλέψουν για την υλοποίηση της απόφασής τους.
 
1. Για μια συνεκτική περιγραφή αυτών των προοπτικών βλέπε το άρθρο του Π. Κοσμά «Κυβέρνηση της Αριστεράς και Ταχρίρ, στο μεταβατικό σχέδιο της ανατροπής», στο Rproject.
2. Βλέπε την τελευταία συνέντευξη του Γ. Σταθάκη στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία».
3. Βλέπε την αρθρογραφία του Δ. Χρήστου στην «Αυγή».