Να τολμήσουμε τα αναγκαία βήματα εμπρός

Μ ετά τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών της 26ης Μάη, πολύ φυσιολογικά έχει ανοίξει μια πλατιά συζήτηση στους κόλπους της ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, τόσο ως προς την ανάλυση και τα «μηνύματα» των αποτελεσμάτων, όσο και ως προς τα αναγκαία επόμενα βήματα που χρειάζονται για να μπορέσει η Αριστερά να «ξεβαλτώσει» από μία εκλογική καταγραφή η οποία στην πραγματικότητα είναι κοινωνικά αδιάφορη και πολιτικά μη υπολογίσιμη. Σε αυτή τη συζήτηση οι εκτιμήσεις, οι προτάσεις και οι προοπτικές μπορεί να διαφέρουν, ωστόσο υπάρχουν «σημεία τομής» που μπορούν να αποτελέσουν μια κοινή βάση συζήτησης.
Από μόνο του το γεγονός ότι ήδη δύο βδομάδες σχεδόν μετά το καταστροφικό αποτέλεσμα των ευρωεκλογών έχουν διοργανωθεί δύο συζητήσεις-συσκέψεις (η μία κάπως προσχηματική από την πλευρά της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και η άλλη από τη Συνάντηση για μία διεθνιστική και αντικαπιταλιστική Αριστερά) είναι καταρχήν θετικό. Η σημαντική ανταπόκριση από το σύνολο σχεδόν των δυνάμεων της ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής Αριστεράς σε αυτές είναι επίσης θετικό. Αποδεικνύεται ότι, παρά τις όποιες διαφωνίες, όλοι και όλες αντιλαμβάνονται ότι λίγο-πολύ βρισκόμαστε «με την πλάτη στον τοίχο» και υπάρχει ανάγκη να βρεθεί το πολιτικό μονοπάτι υπέρβασης των αδυναμιών των υπαρχόντων πολιτικών σχηματισμών, ένα νέο σημείο εκκίνησης και συσπείρωσης δυνάμεων. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε αυτές τις συζητήσεις βρεθήκαμε ξανά μαζί άνθρωποι που έχουμε δώσει κοινούς αγώνες, έχουμε συναντηθεί σε πολιτικές και κινηματικές πρωτοβουλίες και σίγουρα μας διαπερνάει ένας κοινός προβληματισμός και μάλιστα με μια σχετική αίσθηση του επείγοντος. Στην εκδήλωση που διοργάνωσε η Συνάντηση, με παρεμβάσεις πολλών οργανώσεων, αυτό ήταν ολοφάνερο.
Τα πολιτικά ζητήματα
Η βαριά εκλογική ήττα της ΛΑΕ και η κακή εκλογική επίδοση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι λογικό να δημιουργούν «σύννεφα προβληματισμών» πάνω από τα κεφάλια αγωνιστών και αγωνιστριών σχετικά με το τι πήγε (τόσο) στραβά, αλλά και σχετικά με το τι χρειάζεται και τι μπορούμε να κάνουμε. Κατανοούμε αυτό τον προβληματισμό απόλυτα –είμαστε μέρος του άλλωστε. Ωστόσο, προτιμούμε να κρατήσουμε αποστάσεις από συναισθηματικά φορτισμένες τοποθετήσεις ή από αφοριστικές προσεγγίσεις που «βρίσκουν» την ευκαιρία να ξεσπαθώσουν ενάντια σε κάθε ενωτική προσπάθεια στο χώρο της ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής Αριστεράς τα τελευταία είκοσι χρόνια, παραγράφοντας κάθε θετική εμπειρία και παρακαταθήκη, αναζητώντας ετεροχρονισμένη επιβεβαίωση, σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Όποια δύναμη επιχειρήσει να οικοδομήσει ένα αφήγημα πολιτικής αυτοεπιβεβαίωσης, πάνω στη συνολική ήττα των δυνάμεών μας, μπορεί να προσφέρει μόνο κακές υπηρεσίες σε μια προσπάθεια ανασυγκρότησης της Αριστεράς και του κινήματος.
Από τις στήλες της «Εργατικής Αριστεράς» έχουμε πολλές φορές επιχειρηματολογήσει για την ανάγκη η ριζοσπαστική-αντικαπιταλιστική Αριστερά να έχει στο επίκεντρο της πολιτικής και της δράσης της τα κοινωνικά ζητήματα: το μισθό, τη σύνταξη, την παιδεία, την υγεία, τις ιδιωτικοποιήσεις, τους αγώνες των γυναικών και της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, τις δημοκρατικές ελευθερίες, την προστασία του περιβάλλοντος από τα καταστροφικά εξορυκτικά σχέδια. Αυτά θα πρέπει να βρεθούν στο επίκεντρο της συζήτησής μας. Η τάση των εθνικών εκλογών που δείχνει ότι η ΝΔ, του ταλιμπάν του νεοφιλελευθερισμού Μητσοτάκη, θα είναι πρώτο κόμμα και πιθανότατα με αυτοδυναμία, πολύ δύσκολα θα αλλάξει και συνεπώς ήδη γνωρίζουμε ποιος θα είναι ο πολιτικός μας αντίπαλος την επόμενη μέρα, που θα έρθει να συνεχίσει τις πολιτικές λιτότητας, ρατσισμού και αυταρχισμού, με πιο έντονο και επιθετικό τρόπο.
Συνεπώς θα έχουμε να αντιμετωπίζουμε μια σκληρά νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση της δεξιάς, με αξιωματική αντιπολίτευση τον σοσιαλφιλελεύθερο ΣΥΡΙΖΑ και με σημαντική κοινοβουλευτική εκπροσώπηση τη «γραβατωμένη» ακροδεξιά, που θα ασκεί πιέσεις από τα δεξιά, επικοινωνώντας με την ακροδεξιά πτέρυγα της ΝΔ. Ιδιαίτερα το πολιτικό ζήτημα της αντιμετώπισης αυτού του είδους της ακροδεξιάς, που δεν οργανώνεται γύρω από εγκληματικά τάγματα εφόδου, αλλά ταυτόχρονα έχει ένα ημιφασιστικό πολιτικό πρόγραμμα με ισχυρές δόσεις ανορθολογισμού, θα πρέπει να μας απασχολήσει πολύ έντονα. Λαμβάνοντας υπόψη και τα πολεμικά παιχνίδια που παίζουν η ελληνική και η τουρκική κυβέρνηση με φόντο τις κυπριακές ΑΟΖ, η επιμονή μας σε μια πολιτική ενάντια στον πόλεμο, τον ιμπεριαλισμό και τον εθνικισμό είναι απαραίτητη και αναγκαία, δηλώνοντας με σαφήνεια ότι οι λαοί και στις δύο πλευρές του Αιγαίου δεν έχουν να κερδίσουν τίποτα από τις ενδοϊμπεριαλιστικές κόντρες για τον έλεγχο και την εκμετάλλευση των ΑΟΖ. Η Αριστερά δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει «ουρά» σε πολεμοκάπηλες πολιτικές της άρχουσας τάξης.
Με αυτή την έννοια, το αναγκαίο πολιτικό πρόγραμμα, οι αναγκαίες πολιτικές αιχμές, δεν μπορούν να είναι απλά μια «ξαναζεσταμένη» εκδοχή αθροίσματος «αντικαπιταλιστικών μπούλετ», ούτε μπορεί να διαπερνάται από έναν κακόγουστο και εκτός συγκυρίας κυβερνητισμό. Αντίθετα, χρειάζεται να είναι ένα αποτελεσματικό πολιτικό εργαλείο για την οργάνωση κοινωνικών αντιστάσεων, που θα ενσωματώνει και θα επιδιώκει να πολιτικοποιεί τα αιτήματα του κόσμου στην κατεύθυνση της ρήξης με τους κάθε λογής αστικούς ή «ρεαλιστικούς» μονοδρόμους. Ένα τέτοιο πολιτικό πρόγραμμα θεωρούμε ότι είναι πλέον κοινό κτήμα, αν όχι όλων, των περισσότερων δυνάμεων της ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής Αριστεράς.
Για έναν «νέο» χώρο της ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής Αριστεράς
Με το βλέμμα λοιπόν στραμμένο στις κοινωνικές ανάγκες και την αναγκαία οργάνωση της κοινωνικής και πολιτικής αντιπολίτευσης την επόμενη μέρα, νιώθουμε την πολιτική πίεση, αλλά και την υποχρέωση να αναλάβουμε άμεσες πρωτοβουλίες για την ανασυγκρότηση της ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής Αριστεράς σε μία κατεύθυνση ενωτική και με αξιώσεις μαζικής κοινωνικής απεύθυνσης. Δυστυχώς, αυτό δεν έγινε κατορθωτό ενόψει των βουλευτικών εκλογών, όπου η εκλογική συνεργασία της ΛΑΕ με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά και άλλων δυνάμεων της Αριστεράς (π.χ. Συνάντηση) θα μπορούσε να είναι ένα πρώτο βήμα σε αυτή τη διαδικασία, παρά τις προσπάθειες δυνάμεων και στους δύο σχηματισμούς. Κάτι τέτοιο θα έδινε και ένα συγκεκριμένο πολιτικό μήνυμα στον κόσμο της Αριστεράς που, παρά την απογοήτευσή του και τις μειωμένες προσδοκίες, παρακολουθεί ακόμα την Αριστερά. Το να σταματήσει όμως αυτή η συζήτηση θα ήταν εγκληματικό λάθος. Αντίθετα πρέπει να συνεχιστεί με συστηματικότητα και μεγαλύτερη ένταση μετά τις εκλογές. 
Υποστηρίζουμε ότι δεν ξεκινάμε από το μηδέν αυτή τη συζήτηση. Οι κοινές αγωνιστικές εμπειρίες στο αντιρατσιστικό-αντιφασιστικό κίνημα, στο φοιτητικό και νεολαιίστικο κίνημα, στο εργατικό κίνημα, στα κινήματα ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις και τους πλειστηριασμούς, αποτελούν την κοινή μας κληρονομιά. Πιο πρόσφατα ακόμα, η εμπειρία της συγκρότησης ενωτικών αριστερών ριζοσπαστικών δημοτικών σχημάτων και η σημαντική εκλογική τους καταγραφή αποδεικνύει την ύπαρξη ενός σημαντικού δυναμικού αγωνιστών/τριών σε όλη την Ελλάδα που διατηρεί ευήκοα ώτα και πιο σημαντικά επιλέγει να συνεχίζει να δραστηριοποιείται. Ακόμα περισσότερο αναδεικνύει τη δυνατότητα η διαδικασία αυτή να εμπλέξει ουσιαστικά και δημοκρατικά πολλούς συντρόφους και πολλές συντρόφισσες και όχι μόνο τις ηγεσίες των οργανώσεων.
Έχουμε ανάγκη να αξιοποιήσουμε όμως και τις πολιτικές μας εμπειρίες, διαμορφώνοντας ένα «μοντέλο» συνεργασίας με σεβασμό στη διαφορετική άποψη, χωρίς μικροπολιτικούς ηγεμονισμούς, με μεγαλύτερες δημοκρατικές εγγυήσεις συμμετοχής από τις μέχρι τώρα προσπάθειες στο χώρο της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Κατά τη γνώμη μας, οι επικρίσεις ή οι φοβίες για «επανάληψη του μοντέλου ΣΥΡΙΖΑ» ή «για θολά (νεο)ρεφορμιστικά σχέδια» νομίζουμε ότι είναι αβάσιμες και είναι κόντρα στις κοινές πολιτικές εμπειρίες όλων. Αντίθετα, περισσότερο μοιάζουν με κατασκευή ενός ανύπαρκτου πολιτικού αντιπάλου, για να αποφευχθεί το βάρος και η ευθύνη μιας τέτοιας πολιτικής και κοινωνικής απόπειρας.
Χρειαζόμαστε λοιπόν έναν νέο τέτοιο «χώρο» της Αριστεράς που θα είναι ριζοσπαστικός, αντικαπιταλιστικός, ενωτικός και θα επιδιώκει να γίνει μαζικός. Ένας τέτοιος «χώρος» μπορεί να γίνει η βάση για την ανασυγκρότηση της Αριστεράς, αλλά και να την ξανακάνει χρήσιμο πολιτικό εργαλείο για την οικοδόμηση ισχυρών κοινωνικών αντιστάσεων απέναντι στη νεοφιλελεύθερη επίθεση που απεργάζεται η δεξιά. Για τούτο είναι αναγκαίο να παρθούν τολμηρές πολιτικές πρωτοβουλίες την επόμενη μέρα, για να έχουμε τη δυνατότητα να δημιουργούμε ρήγματα στη «μετα-μνημονιακή κανονικότητα» του νέου διπολισμού, για να ξανακάνουμε την Αριστερά επικίνδυνη.