Η Ρωσία του Πούτιν

διεθνή / Πάνος Πέτρου / 12.02.2014

Νεοφιλελευθερισμός, αυταρχισμός και μεγαλορωσικός ιμπεριαλισμός

Κάθε παγκόσμια αθλητική διοργάνωση στον καπιταλισμό είναι μια ευκαιρία για τη διοργανώτρια χώρα να κάνει επίδειξη ευημερίας και ισχύος. Είναι επίσης μια ευκαιρία να κηρυχθεί πόλεμος ενάντια σε κάθε λογής «αντιφρονούντες», που απειλούν να «χαλάσουν τη γιορτή». Οι φετινοί Χειμερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες στο Σότσι δεν είναι εξαίρεση. 
 
Από τη μία οι φιέστες που αντιστοιχούν στην εικόνα της «ανερχόμενης δύναμης». Από την άλλη το καθεστώς «έκτακτης ανάγκης» και η τρομοϋστερία, αλλά και οι διεθνείς κινητοποιήσεις που καταγγέλλουν την ποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας. Αυτά συμπυκνώνουν την εικόνα της σύγχρονης Ρωσίας.
 
Η «Ρωσία του Πούτιν» είναι αποτέλεσμα της δεκαετίας του ’90. Η αστραπιαία σε ταχύτητα και ένταση νεοφιλελεύθερη «θεραπεία-σοκ», που εφάρμοσε η ρωσική ηγεσία σε συνεργασία με το ΔΝΤ και το G7, έφερε σαρωτικές αλλαγές στη ρωσική κοινωνία. 
 
Δεκαετία του ‘90
Ανέδειξε τους «ολιγάρχες», αυτούς που βγήκαν κερδισμένοι από το πλιάτσικο των ιδιωτικοποιήσεων του 1993-1997, όταν η κρατική-κομματική ηγεσία μεταβίβασε στον εαυτό της τις κρατικές επιχειρήσεις και οι διευθυντές έγιναν βιομήχανοι. 
Βύθισε απότομα στη φτώχεια, την αβεβαιότητα, την ανεργία και την καθημερινή πάλη για επιβίωση τη μεγάλη πλειοψηφία των Ρώσων εργατών. 
 
Για να επιτευχθούν όλα αυτά χωρίς σοβαρή αντίσταση, εγκαινίασε την «ελεγχόμενη δημοκρατία»: Η πολιτική φιλελευθεροποίηση, που θα «χρύσωνε το χάπι» της οικονομικής φιλελευθεροποίησης, θυσιάστηκε νωρίς ως «πολυτέλεια-εμπόδιο» μπροστά στο «παράθυρο ευκαιρίας» να προχωρήσουν με αστραπιαίους ρυθμούς σε σαρωτικές μεταρρυθμίσεις.  
Η διακυβέρνηση Πούτιν ήρθε ως απάντηση της ρωσικής άρχουσας τάξης στις προκλήσεις που αντιμετώπιζε. 
 
Ο Ρώσος πρόεδρος καταρχήν κλήθηκε να βάλει τάξη στην οικονομία. Όπως έχει γράψει ο Ρώσος οικονομολόγος-ακτιβιστής Μπόρις Καγκαρλίτσκι, σχολιάζοντας την ανάγκη των καπιταλιστών για ένα ισχυρό κράτος, οι καπιταλιστές «είναι σαν τα παιδιά που παίζουν με σπίρτα ή ψαλίδια και χρειάζονται κάποιον να τους προστατέψει από τους εαυτούς τους». Αυτό συνειδητοποίησε η πλειοψηφία των «ολιγαρχών» και στήριξε τον Πούτιν.
 
Τον Ιούλη του 2000, σε συνάντησή τους, ο Πούτιν και 21 ολιγάρχες κατέληξαν σε μια συμφωνία που όριζε πως ο πρόεδρος δεν θα θίξει τα «κεκτημένα» του ’90, και οι ολιγάρχες δεν θα του δημιουργήσουν πρόβλημα πολιτικά. Οι περιπτώσεις 3-4 «αντιπολιτευόμενων» ολιγαρχών, που διώχθηκαν, ήταν οι εξαιρέσεις που δεν αποδέχθηκαν το νέο «μοντέλο». Πρόκειται για εξαιρέσεις, σε σύγκριση με τους 50 δισεκατομμυριούχους και τους 100.000 εκατομμυριούχους που «ζουν και βασιλεύουν» στη Ρωσία. 
 
Η αποκατάσταση των «καθέτων» (όπως ονομάζονται στη Ρωσία οι μηχανισμοί που διασφαλίζουν την κρατική συνοχή και τον έλεγχο της κοινωνίας από την κορυφή του κράτους) ήταν η άλλη αναγκαιότητα που αντιμετώπισε ο Πούτιν, ανασυγκροτώντας την κρατική γραφειοκρατία. 
 
Αυτός ο «εξορθολογισμός» συνέπεσε με την αύξηση των τιμών του πετρελαίου, που μαζί με την υποτίμηση του ρουβλιού το 1998 συνέβαλλαν στην ανόρθωση της ρωσικής οικονομίας, που αναπτύχθηκε τη δεκαετία 1998-2008. Αυτή η σχετική ισχυροποίηση του ρωσικού καπιταλισμού αντανακλάται πλέον και στην εξωτερική πολιτική, που επιδιώκει βήμα-βήμα να αντιστρέψει τις υποχωρήσεις του ’90. 
 
Ιμπεριαλισμός
Η Ρωσία επαναδιεκδικεί την αυλή της (στη Γεωργία, την Ουκρανία, τις «δημοκρατίες» του Καυκάσου), χτίζει συμμαχίες με στόχο να «φρενάρει» τις αμερικανικές επιδιώξεις (Κίνα, Ιράν), «πατάει πόδι», όταν απειλούνται στρατηγικοί της σύμμαχοι (Συρία), επιχειρεί να αξιοποιήσει κάθε ενδο-ιμπεριαλιστική διαμάχη για να πλασαριστεί καλύτερα (ανοίγματα σε Τουρκία, Ισραήλ, Αίγυπτο, ενεργειακές συμφωνίες με ευρωπαϊκά κράτη). 
 
Η δραστηριοποίηση κρατικών και ημικρατικών εταιριών στην ενέργεια, αλλά και σε πρώτες ύλες (χάλυβας, νικέλιο κλπ), ήταν αναγκαιότητα όχι μόνο για τη σταθεροποίηση της οικονομίας, αλλά και για την ανάκτηση της χαμένης γεωπολιτικής της ισχύος. Η «κάνουλα με το πετρέλαιο» είναι το ισχυρότερο όπλο της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής, καθώς στρατιωτικά, παρόλη την ανάκαμψη, παραμένει «νάνος» σε σχέση με την ΕΣΣΔ του 1989. 
 
Σε συνδυασμό με την κρίση της ευρωζώνης και την αποδυνάμωση της αμερικανικής ηγεμονίας, ο ρωσικός ιμπεριαλισμός ξαναγίνεται ένας ισχυρός παράγοντας στο διεθνή ανταγωνισμό. 
 
Τέλος, αλλά όχι τελευταίο, η ρωσική άρχουσα τάξη χρειαζόταν ένα ισχυρό κράτος ως κατασταλτικό μηχανισμό. Καθώς η λαϊκή δυσαρέσκεια οξυνόταν και οι παλιές μέθοδοι περιορισμού της έχαναν την αποτελεσματικότητά τους, άρχισε να αναβαθμίζεται και το κατασταλτικό οπλοστάσιο. Η αντεργατική αντισυνδικαλιστική νομοθεσία που περιόρισε ασφυκτικά κάθε απόπειρα οργάνωσης, οι μαφιόζικου τύπου εκτελέσεις, απαγωγές, εξαφανίσεις ενάντια σε κάθε επικριτική φωνή (ιδιαίτερα στους δημοσιογράφους) ήταν τα πρώτα δείγματα.
 
Διώκεται η Αριστερά
Η πιο πρόσφατη κλιμάκωση είναι το κυνήγι της ρωσικής Αριστεράς στην πολύκροτη «υπόθεση Μπολότναγια» (από το όνομα μιας πλατείας όπου έγινε μια μεγάλη αντιπουτινική διαδήλωση το Μάη του 2013), που έχει χαρακτηριστεί ως νέες «Δίκες της Μόσχας» τόσο για την αθλιότητα του κατηγορητηρίου όσο και για την πολιτική στόχευση και σημασία των διώξεων ενάντια σε κορυφαίους αγωνιστές του αντικαπιταλιστικού κινήματος στη Ρωσία.
 
Ακόμα και η ποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας εντάσσεται στη συνολικότερη πολιτική ατζέντα του Πούτιν, που ενορχηστρώνει μια συντηρητική επίθεση σύμφωνα με την οποία «οι ξένοι και οι ομοφυλόφιλοι» απειλούν τις «ρωσικές αξίες», εξυπηρετώντας σχέδια του δυτικού ιμπεριαλισμού του οποίου όργανα είναι όλες οι αντιπολιτευόμενες φωνές (οι αριστεροί αγωνιστές διώκονται ως «πράκτορες»). Αυτό το απίθανο τσουβάλιασμα είναι και μια καλή εξήγηση για την άνοδο του νεοναζισμού στη Ρωσία…
 
Τσετσενία
Αν η μία «εμβληματική στιγμή» της εποχής Πούτιν ήταν η συνάντηση με τους ολιγάρχες το 2000, η άλλη ήταν η αιματηρή εισβολή στην Τσετσενία. Οι βομβιστικές επιθέσεις του 1999 (κατά τον δολοφονημένο πρώην πράκτορα Λιτβιτένκο, ενορχηστρωμένες από τις ίδιες τις ρωσικές υπηρεσίες) καλλιέργησαν ένα μίγμα σωβινισμού και τρομοϋστερίας που κατέληγε στην αναζήτηση ενός «ισχυρού άντρα με σιδερένια πυγμή». Το πουτινικό αυταρχικό κράτος έκανε τα πρώτα του σοβαρά βήματα πάνω στα πτώματα χιλιάδων Τσετσένων. Τα εγκλήματα που έγιναν σε αυτόν τον πόλεμο λένε πολλά για τις ρίζες της «ισλαμικής τσετσενικής τρομοκρατίας» που ήταν εν πολλοίς ανύπαρκτη πριν τον πόλεμο.
 
Το κατασταλτικό τέρας που οικοδομήθηκε στο όνομα της πάταξης της «τρομοκρατίας» και της «απειλής για το έθνος» λέει επίσης πολλά για την πολιτική στόχευση αυτής της προπαγάνδας από κάθε κυβέρνηση σε κάθε χώρα.
Αρκετά από αυτά τα χαρακτηριστικά της Πουτινικής Ρωσίας συχνά αναδεικνύονται από τον δυτικό αστικό φιλελευθερισμό. Πρόκειται για πολλαπλή υποκρισία. 
 
Όσον αφορά τον «ρωσικό παρεμβατισμό», προφανώς υπάρχει, αλλά πρόκειται για ανέκδοτο, να καταγγέλεται από τη Δύση. Είναι φυσιολογικό να «περικυκλώνεται» η Ρωσία (ένταξη στο ΝΑΤΟ των γειτονικών χωρών, αντιπυραυλική ασπίδα, παρουσία στο Αφγανιστάν, εξοπλισμός της Ιαπωνίας), αλλά είναι «παρανοϊκή» η προσπάθεια της Ρωσίας να αντιστρέψει την περικύκλωση. Είναι κατακριτέοι οι «πετρελαϊκοί εκβιασμοί» του Πούτιν, αλλά είναι φυσιολογική η συστηματική προσπάθεια των ΗΠΑ να έχουν τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο στη διάθεση του αραβικού πετρελαίου στον υπόλοιπο πλανήτη.  
 
Αλλά πιο εξοργιστικά είναι τα κροκοδείλια δάκρυα για τις δημοκρατικές ελευθερίες στη Ρωσία. Δεν είναι μόνο το προφανές «κοίτα ποιος μιλάει», όταν οι καταγγελίες έρχονται από αυτούς που στήνουν Γκουαντάναμο και Αμπού Γκράιμπ, οργανώνουν «μεταγωγές υπόπτων» σε δεκάδες κράτη και οι μυστικές υπηρεσίες τους παρακολουθούν ολόκληρο τον πλανήτη. Είναι και το πρόσφατο παρελθόν.
 
Το πραξικόπημα του 1993, η διαρκής «έκτακτη ανάγκη» που επέβαλλε ο Γέλτσιν, το καθεστώς «ελεγχόμενης δημοκρατίας» που οικοδομήθηκε για να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις και εδραιώθηκε από τον Πούτιν, είχαν την ευλογία, αλλά και την ανοιχτή ενθάρρυνση των δυτικών δυνάμεων. Η «αντιδημοκρατικότητα» του ρωσικού κράτους ανακαλύφτηκε ξαφνικά από όλους αυτούς όταν η Ρωσία επανέκαμψε στο διεθνή ανταγωνισμό. 
 
«Μοντέλο»
Είναι κυρίως η –ορατή δια γυμνού οφθαλμού πια– τάση των δυτικών καπιταλισμών να μετατραπούν σε «κράτη εκτάκτου ανάγκης». Όταν η JP Morgan σε έκθεσή της στηλιτεύει τα «μετα-δικτατορικά» πολιτικά συστήματα της νότιας Ευρώπης (Ισπανία, Πορτογαλία, Ελλάδα) για «σοσιαλιστικές αποχρώσεις» και «υπερβολικές ελευθερίες» και βάζει την ανατροπή αυτού του πλαισίου ως «στόχο προς υλοποίηση» πλάι στους λογής-λογής οικονομικούς δείκτες, γίνεται εμφανές ότι για τους καπιταλιστές της Δύσης σήμερα η Ρωσία δεν είναι «παρέκκλιση», αλλά «μοντέλο». 
 
Δεν είναι οι Ρώσοι καπιταλιστές πιο αδίστακτοι από αυτούς της Δύσης. Στη Ρωσία, όπως το έθεσε αγωνιστής της Αριστεράς: «οι δυνατότητες καταστολής παραμένουν μεγαλύτερες από τις δυνατότητες αντίστασης». Στο δυτικό κόσμο, όσες ελευθερίες έχουμε τις χρωστάμε αποκλειστικά στο ότι αυτός ο συσχετισμός δυνάμεων δεν είναι τόσο άσχημος. 
Η Αριστερά και το εργατικό κίνημα στη Δύση έχουμε να παλέψουμε για να μην ανατραπεί προς το χειρότερο, αλλά και για να ανατραπεί προς το καλύτερο αυτός ο συσχετισμός στις χώρες μας. Αλλά πρέπει επίσης να μην περιορίζεται στο να καταγγέλλει τη δυτική υποκρισία, κλείνοντας τα μάτια στα όσα τερατώδη γίνονται στη Ρωσία. 
 
Έχουμε να παλέψουμε στις χώρες μας για να μη γίνει η Ρωσία του Πούτιν εικόνα από το δικό μας μέλλον. Έχουμε να στηρίξουμε όσους μέσα στη Ρωσία αγωνίζονται για να τσακιστεί το «πρωτότυπο», προτού μπορέσει να «εξαχθεί» και αλλού…