Το Εθνικό Συμβούλιο του ΠΑΣΟΚ δέχθηκε –χωρίς να υπάρξει αντιπρόταση– την εισήγηση του Γ. Παπανδρέου. Παρ’ όλα αυτά αποτέλεσε έναν καλό «καθρέφτη» για το βάθος της κρίσης στο ΠΑΣΟΚ. Αυτό που ουσιαστικά εγκρίθηκε από την εισήγηση ΓΑΠ ήταν η θέση ότι οι διαδικασίες για αλλαγή κομματικής ηγεσίας θα οργανωθούν «πριν τις εθνικές εκλογές».  

Ο ίδιος ο Παπανδρέου και το περιβάλλον του προσπάθησαν να αφήσουν ανοιχτό το ενδεχόμενο να διατηρήσει ο ΓΑΠ τη θέση του προέδρου. Όμως η πίεση είναι τεράστια: π.χ. το (παλιότερα) φιλοπασοκικό «Βήμα» προειδοποιεί ότι, με αρχηγό τον Παπανδρέου, το ΠΑΣΟΚ μπορεί να βυθιστεί στις επόμενες εκλογές ακόμα και στο… 5%. Το βάρος αυτό έκανε τελικά τον Π. Μπεγλίτη να διευκρινίσει ότι ο ΓΑΠ δεν σκέφτεται να είναι ξανά υποψήφιος. Μια δήλωση που έχει τη σημασία της, αλλά επίσης μπορεί να ανατραπεί, αφού δεν προέρχεται από τα χείλη του ίδιου του Παπανδρέου.

Σε αυτή τη διαδικασία η αποτίμηση της κυβερνητικής περιόδου του ΓΑΠ θα έχει προφανή σημασία. Ο ίδιος ο Παπανδρέου δήλωσε απερίφραστα «ούτε λυπάμαι, ούτε μετανιώνω» για τα έργα της κυβέρνησής του. Η Βάσω Παπανδρέου ζήτησε «σκληρή αυτοκριτική για τις μεθόδους διακυβέρνησης και για τις πολιτικές που ακολουθήθηκαν». Ο Γ. Παναγιωτακόπουλος κατήγγειλε τη μετατροπή της σοσιαλδημοκρατίας «στο ΠΑΣΟΚ της υποταγής στην τρόικα και τους δανειστές, της συνεργασίας με την ακροδεξιά, της κυβέρνησης του εκπροσώπου των τραπεζών». Ακόμα και ο Σημίτης βρήκε έδαφος για παρέμβαση, κάνοντας λόγο για «εγκληματικό πολιτικό λάθος», όταν στο Μνημόνιο δεν προβλέφθηκαν ρήτρες τροποποίησης των στόχων ανάλογα με την ύφεση.

Αυτές οι «αυτοκριτικές» είναι απόλυτα υποκριτικές και ενταγμένες στην προσπάθεια να παραμείνει το ΠΑΣΟΚ ένα μαζικό κόμμα, παρά την προσήλωσή τους στην πολιτική των Μνημονίων.

Η προσπάθεια αυτή είναι υπονομευμένη από την ίδια την πολιτική πραγματικότητα. Στο ΠΑΣΟΚ δεν λειτουργούν πλέον ούτε οι στοιχειώδεις διαδικασίες με στόχο την ενσωμάτωση της βάσης του. Οι κομματικές οργανώσεις είναι από καιρό ουσιαστικά κλειστές. Οι δυνάμεις της ΠΑΣΚΕ στα συνδικάτα θρυμματίζονται από τις πιέσεις του κάθε εργατικού χώρου, ο οποίος βομβαρδίζεται από τις επιθέσεις που καθοδηγούν κυβερνητικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ. Η συζήτηση για το όποιο μέλλον του ΠΑΣΟΚ οργανώνεται πλέον από τα αστικά ΜΜΕ (π.χ. «Τα Νέα» του ΔΟΛ), μετατρέποντας έτσι το κάποτε κραταιό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα σε υποχείριο του κάθε μιντιάρχη.

Αυτή η εξέλιξη δεν είναι μόνον οργανωτική. Πατάει σε μια σκληρή πολιτική βάση. Το Μνημόνιο ήταν «τομή»: μια κυβέρνηση που είχε εκλεγεί με τις ψήφους –κυρίως– μισθωτών, με την υπόσχεση ότι θα τους υπερασπίσει μέσα στην επερχόμενη κρίση, εγκατέλειψε βίαια κάθε αναφορά σε αυτούς και αφοσιώθηκε στην υπεράσπιση των συμφερόντων των βιομηχάνων και των τραπεζιτών. Το ρήγμα στις σχέσεις του ΠΑΣΟΚ με τις εργατικές μάζες, όπως εκδηλώθηκε στις μεγάλες γενικές απεργίες που ακολούθησαν, έχει ιστορικές διαστάσεις.

Διεθνές υπόβαθρο

Για πολλά χρόνια το ΠΑΣΟΚ ισχυριζόταν ότι αποτελούσε ένα από τα πιο ριζοσπαστικά κόμματα της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας. Η κατρακύλα του έχει και διεθνές υπόβαθρο. Όλη η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, καθοδηγώντας εν πολλοίς τη νεοφιλελεύθερη 25ετία στην ΕΕ, εκφυλίστηκε στον σοσιαλφιλελευθερισμό. Το αποτέλεσμα ήταν η διάλυση κάποιων κομμάτων της και η βαθιά μετάλλαξη όσων επιβίωσαν.

Τα παραδοσιακά σοσιαλδημοκρατικά ρεφορμιστικά κόμματα ήταν πάντα κόμματα που πατούσαν σε «δύο βάρκες». Αναφέρονταν στην εργατική τάξη και τους μισθωτούς, αλλά υλοποιούσαν τελικά την πολιτική που υπαγόρευαν οι καπιταλιστές. Στον 20ό αιώνα έκαναν ιστορικές προδοσίες (π.χ. ο ρόλος τους στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και η δολοφονία της Λούξεμπουργκ και του Λήμπνεχτ), αλλά κατόρθωναν τελικά να κρατούν τις σχέσεις τους με τα εργατικά στρώματα, με τη διαχείριση των μεταρρυθμίσεων, την ηγεσία στα συνδικάτα, την εκμετάλλευση των κοινοβουλευτικών ελπίδων και αυταπατών του κόσμου κ.λπ. Η περίοδος του σοσιαλφιλελευθερισμού είναι υποχώρηση και από αυτή την αμφιλεγόμενη σχέση.

Ο νεοφιλελευθερισμός ήταν μια εποχή που δεν ανεχόταν μεταρρυθμίσεις, που απαιτούσε γυμνή καπιταλιστική επιθετικότητα, υποβαθμίζοντας ακόμα και τις παραδοσιακές τεχνικές «κοινωνικού διαλόγου». Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, με την προσαρμογή τους σε αυτή τη μετατόπιση των κυρίαρχων τάξεων, μπήκαν σε ιστορική κρίση, σε μια βαθιά διαδικασία μετάλλαξης. Πρότυπό τους έγινε το (αστικό) Δημοκρατικό Κόμμα των ΗΠΑ και κατεύθυνση στην (όποια) ανασυγκρότησή τους αναδείχθηκε η μετατροπή σε κεντρώα κόμματα.

Η κατάρρευση των ΚΚ στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης μετά το 1989, έδωσε στη σοσιαλδημοκρατία χρόνο και χώρο για να διατηρήσει μαζικότητα και επιρροή μέσα στα συνδικάτα, παρά τη μετάλλαξή της. Όμως όλα τα ψέματα κάποτε τελειώνουν: η κρίση είχε ως αποτέλεσμα την πόλωση ανάμεσα στις βασικές κοινωνικές τάξεις. Οι «δύο βάρκες» απομακρύνονται και δεν είναι πλέον εφικτή η διαχείριση αναφορών και επιρροής και στους καπιταλιστές και στους εργαζόμενους, ταυτόχρονα.

Νέο τοπίο

Το ΠΑΣΟΚ υπήρξε για μεγάλο διάστημα μεγάλο κόμμα. Ο θρυμματισμός και η εξαέρωση της επιρροής του δεν θα είναι απλή υπόθεση που θα γίνει γρήγορα. Σε αυτό τον παράγοντα υπολογίζουν όλες οι πρωτοβουλίες ανασυγκρότησής του. Όμως η στροφή προς ένα κεντρώο, «δημοκρατικό» αστικό κόμμα είναι δεδομένη για το σύνολο σχεδόν του στελεχικού δυναμικού του. Το οποίο συνδέεται πλέον με χιλιάδες νήματα με την κυρίαρχη τάξη και λογοδοτεί κυρίως προς αυτήν, μέσα στις άγριες συνθήκες της κρίσης.

Δεν γνωρίζουμε σήμερα τους ρυθμούς και τα διαλυτικά επεισόδια με τα οποία θα εκδηλωθεί αναπόφευκτα η κρίση στο ΠΑΣΟΚ. Το σίγουρο είναι ότι δημιουργείται ένα νέο τοπίο. Στα συνδικάτα και στη διαχείριση των ελπίδων του κόσμου για καλύτερη ζωή δημιουργείται ένα σημαντικό κενό που ήδη εκδηλώνεται με τις μεγαλύτερες ευκαιρίες που ο κόσμος δίνει σε όλες τις δυνάμεις της Αριστεράς. Η τάση αυτή θα συνεχιστεί σε όλα τα επίπεδα: από τα σωματεία μέχρι τις εθνικές εκλογές. Και η δυνατότητα της Αριστεράς να ανταποκριθεί στις ευκαιρίες και στα νέα καθήκοντα θα κριθεί πολιτικά. Από το πρόγραμμα, τη δράση, την τακτική, τις συνολικές προτάσεις για την αλλαγή του κόσμου, σε σύγκρουση με όλες τις παρακαταθήκες και παραδόσεις της σοσιαλδημοκρατίας. Ενός ρεύματος που σήμερα βουλιάζει μέσα στη ντροπή, έχοντας στο μεταξύ προσφέρει κρίσιμες υπηρεσίες στους βιομήχανους, στους τραπεζίτες, στο διεθνή ιμπεριαλισμό.