Η  επέτειος των 50 χρόνων από την 21η Απρίλη του 1967 δεν συνοδεύτηκε από μια πλατιά δημόσια συζήτηση έντασης ανάλογης με το βαρύ γεγονός της κήρυξης μιας στρατιωτικής δικτατορίας, σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, που παρά τα προβλήματα και τις καθυστερήσεις της ήταν ενταγμένη στο «σταθερό» κέντρο της Δύσης, δηλαδή στο συνασπισμό των χωρών-κρατών του αναπτυγμένου καπιταλισμού στην εποχή εκείνη.

Είναι τόσα τα εκρηκτικά υλικά που η σημερινή κοινωνική και πολιτική κρίση έχει συσσωρεύσει στα θεμέλια του ελληνικού καπιταλισμού, που έκαναν μια τέτοια συζήτηση ανώφελη ακόμα και επικίνδυνη για το καθεστώς. Τα ΜΜΕ «ξεπέταξαν» το γεγονός, αναπαράγοντας τους ισχυρισμούς της «δημοκρατικής αφήγησης» τόσο σχετικά με την επικράτηση της δικτατορίας, όσο και σχετικά με την τελική ανατροπή της. Τρεις βασικοί μύθοι συγκροτούν αυτή την αφήγηση:

1. Η δράκα των αξιωματικών, κυρίως με αμερικανική καθοδήγηση
Μετά το 1974 η κυρίαρχη τάξη όφειλε να παράξει μια μαζικά πειστική ερμηνεία για τα αίτια και τους πρωταγωνιστές της δικτατορίας, με στόχο την αποκατάσταση της ιδεολογικο-πολιτικής ηγεμονίας της, μέσα στις τρικυμιώδεις συνθήκες της Μεταπολίτευσης. Αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας ήταν η «θεωρία» ότι η 21 Απρίλη στηρίχθηκε στη δράση μιας μικρής μειοψηφίας συνωμοτών αξιωματικών του στρατού, που άντλησαν τη δύναμή τους κυρίως από τη σχέση τους με τις ΗΠΑ.
Είναι αλήθεια ότι η ομάδα των «συνταγματαρχών» είχε ειδική σχέση με το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ, στα πλαίσια της παραστρατιωτικής οργάνωσης ΙΔΕΑ, για την «αντιμετώπιση του κομουνιστικού κινδύνου», μια ελληνική εκδοχή των σχεδίων τύπου Gladio ή «Κόκκινη Προβιά», που η CIA, τότε, επεξεργαζόταν για πολλές χώρες στη μεθόριο με το Ανατολικό Μπλοκ. 
Όμως είναι εξίσου αλήθεια ότι οι ΗΠΑ είχαν εξαιρετικά θερμές σχέσεις –ίσως και στενότερες– με την ομάδα των στρατηγών που σχεδίαζε επίσης δικτατορία το 1967, με την καμαρίλα του Παλατιού, με την ηγεσία της Δεξιάς –της τότε ΕΡΕ του Κ. Καραμανλή– αλλά και με την ηγεσία του Κέντρου, υπό τον Γ. Παπανδρέου, που νωρίτερα είχε «σώσει» τον ελληνικό καπιταλισμό κατά τη μεγάλη δοκιμασία του 1945.
Είναι επίσης αλήθεια ότι το σύνολο της κυρίαρχης τάξης υποδέχθηκε με ανακούφιση το πραξικόπημα στις 21 Απρίλη 1967, συνεργάστηκε αρμονικά μαζί του και έκανε ό,τι ήταν δυνατόν για να αποτρέψει την κρίση και τελικά την ανατροπή της δικτατορίας. Οι εξαιρέσεις απ’ αυτόν τον κανόνα αφορούν κάποια μετρημένα στα δάκτυλα πρόσωπα και όχι τμήματα του αστισμού. Αντίθετα, οι Έλληνες εφοπλιστές και οι μεγαλοεπιχειρηματίες της διασποράς έσπευσαν να εκμεταλλευτούν τις «ευκαιρίες» που δημιουργούσε η σκληρή καταστολή του εργατικού κινήματος και «επέστρεψαν» επενδύοντας ξανά, για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στη χώρα.
Ο λόγος που έκανε τη δικτατορία αναγκαία για τους καπιταλιστές ήταν η ταχύτατη ανασύνταξη του μαζικού εργατικού και νεολαιίστικου κινήματος, αλλά και της πολιτικής Αριστεράς, μετά την ήττα στον Εμφύλιο Πόλεμο. Οι μεγάλοι αγώνες, αλλά και η οξύτατη πολιτική κρίση στις αρχές της δεκαετίας του ’60, αποδείχθηκαν παράγοντες κυριολεκτικά ανεξέλεγκτοι. Η απόδειξη ήταν η μαζική εξέγερση στην Αθήνα, τον Ιούλη του ’65, που έμεινε στην ιστορία ως τα «Ιουλιανά». Αυτή η φωτιά άλλαξε τα πάντα, ακόμα και την αναγεννημένη Αριστερά: Στα Ιουλιανά σημειώνονται μαζικές απειθαρχίες της νεολαίας και των οικοδόμων απέναντι στις ηγεσίες των ΕΔΑ-ΚΚΕ, ενώ εμφανίζονται για πρώτη φορά ως υπολογίσιμες οι δυνάμεις της «Νέας Αριστεράς» (με την πρώτη εμφάνιση των μαοϊκών οργανώσεων, την απόκτηση κάποιας επιρροής από τις παλιές τροτσκιστικές οργανώσεις, την εμφάνιση των «γκεβαρίστικων» ιδεών κ.ο.κ.). 
Η συντριβή αυτού του παράγοντα –της απειλής του μαζικού κινήματος και της ανασύνταξης της κομουνιστικής Αριστεράς– ήταν ο βασικός λόγος που έσπρωχνε όλες τις καθεστωτικές δυνάμεις προς τη δικτατορική επιλογή, μετά την καταγραφή της αδυναμίας του κοινοβουλευτισμού και του παλατιού να επιβάλουν τη στοιχειώδη πειθαρχία που είχε ανάγκη ο αστισμός. 
2. Η πανεθνική-δημοκρατική αντίσταση
Το δεύτερο σκέλος της δημοκρατικής αφήγησης μιλά για μια, τάχα, πανεθνική-δημοκρατική αντίσταση.
Πρόκειται για μύθο. Ένα μικρό τμήμα στελεχών της πρώην νεολαίας του Κέντρου πήρε ένα δρόμο ριζοσπαστικοποίσης (που τελικά τους οδήγησε στην Αριστερά) και συμμετείχε σε αντιστασιακές δράσεις. Όμως αυτές ήταν οι εξαιρέσεις που απλώς φώτιζαν τον κανόνα: το αστικό πολιτικό δυναμικό κυρίως έμεινε αδρανές, περιμένοντας καλύτερες μέρες. Το καλύτερο παράδειγμα ήταν ο Καραμανλής που παρέμεινε σιωπηλός στο Παρίσι μέχρι το 1974. Όμως ένα άλλο, και σημαντικό τμήμα της αστικής «παράταξης», συνεργάστηκε ανοιχτά με τη δικτατορία: Αυτό αφορούσε τμήματα της Δεξιάς (Αβέρωφ), αλλά και τμήματα του «Κέντρου» (Μαρκεζίνης και όχι μόνο).
Η αντίσταση, οργανωτικά και στελεχικά, «μονοπωλήθηκε» από τον κόσμο της Αριστεράς. Στα πρώτα χρόνια ήταν μια σκληρή δοκιμασία. Η οποία γινόταν σκληρότερη, γιατί συνδυάστηκε με το ξέσπασμα της κρίσης της παλιάς Αριστεράς. Η επιβολή της δικτατορίας επιτάχυνε την υποβόσκουσα κρίση στις δυνάμεις του μέχρι τότε ενιαίου «χώρου» των ΕΔΑ/ΚΚΕ, ανοίγοντας το δρόμο για την ιστορική διάσπαση το 1968, μεταξύ ΚΚΕ και ΚΚΕ εσωτερικού. Η κρίση αφορούσε μεγάλα και κομβικά ζητήματα που άνοιγαν πλέον με πρωτοφανώς βίαιο τρόπο ακόμα και μέσα στη συγκυρία της παρανομίας. Η πρόσφατη επιστολή του Γ. Βότση στον Περικλή Κοροβέση θυμίζει ένα από τα πιο σημαντικά: «Στο φύλλο 11 της “Νέας Ελλάδας” (σσ: τέλη 1967-αρχές 1968…) δημοσιεύτηκε απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου του “Πατριωτικού Μετώπου”, που έκανε πάταγο στους αντιστασιακούς μέσα και έξω από την Ελλάδα, αφού επέκρινε τη Σοβιετική Ένωση για τις συνεχώς βελτιούμενες σχέσεις της με τη χούντα…».
Τα πρώτα χρόνια της αντίστασης ήταν χρόνια απομονωμένης δράσης και σκληρής δοκιμασίας των ανθρώπων της. Αυτοί ήταν στελέχη του ΚΚΕ και του ΚΚΕ εσ., οι πρώτοι «γκεβαριστές» που ξεκίνησαν τις ένοπλες ενέργειες, τροτσκιστές (Δημοκρατικές Επιτροπές Αντίστασης…), μαοϊκοί (η ΟΛΜΕ, το ΕΚΚΕ κ.ά.) και σταδιακά οι οργανώσεις της «Νέας Αριστεράς» που επηρεάζονταν από το διεθνές ρεύμα του Μάη του ’68 (ΟΣΕ, Μαχητής, ΣΕΠ, Μπολσεβίκοι κ.ά.). Από το 1971 και μετά την εμφάνιση του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος σπάει η απομόνωση των αντιστασιακών οργανώσεων, χτίζεται το «ρεύμα» της ανοιχτής-μαζικής δράσης για την ανατροπή της δικτατορίας. Ο δρόμος για την εξέγερση του Πολυτεχνείου είχε ανοίξει.
Πρόκειται για ένα «δυναμικό» που, παρά τους μετέπειτα κατασκευασμένους μύθους, ήταν ολόψυχα «κόκκινο». Έμπαινε ορμητικά στη δράση για την ανατροπή της χούντας, επιδιώκοντας να πιάσει ξανά το νήμα της διεκδίκησης του σοσιαλισμού-κομουνισμού, το νήμα που είχε κοπεί βίαια στη «χαμένη ευκαιρία» του 1945 και στην ήττα στον εμφύλιο του 1945-1949. Ακόμα και οι δυνάμεις του ΠΑΚ (του αντιστασιακού ρεύματος υπό τον Α. Παπανδρέου) καθορίζονταν από αυτόν το ριζοσπαστισμό. Στα 1974-75, διαδήλωναν κραυγάζοντας: «Σοσιαλδημοκρατία – πράκτορες της CIA»…
3. Η χούντα δεν ανετράπη, κατέρρευσε
Η ολοκλήρωση του δημοκρατικού μύθου είναι ο ισχυρισμός ότι η δικτατορία δεν ανετράπη, ότι κατέρρευσε κάτω από το βάρος της «εθνικής προδοσίας» στην Κύπρο.
Η λαϊκή εξέγερση στο Πολυτεχνείο οδήγησε τη χούντα στην απόλυτη απομόνωση. Το βράδυ της 17 Νοέμβρη η εξέγερση ηττήθηκε στρατιωτικά (με τα πυρά των τανκς και των πεζοναυτών στο κέντρο της Αθήνας), αλλά όχι πολιτικά. Η «ομαλοποίηση» του καθεστώτος ήταν πλέον νεκρή. Τα πανεπιστήμια, αργά ή γρήγορα, θα έπρεπε να ανοίξουν ξανά. Και τότε ήταν σίγουρο ότι, σχεδόν αμέσως, θα υπήρχε μια επανάληψη του Νοέμβρη, με ακόμα μεγαλύτερη εργατική-λαϊκή συμμετοχή. Και τότε;
Το βάρος αυτής της προοπτικής διέσπασε τη χούντα. Η ομάδα των «σκληρών» –γύρω από τον Ιωαννίδη– επιχείρησε να διασώσει και να παρατείνει τη δικτατορία με την τυχοδιωκτική καταφυγή στον εθνικισμό και στον πόλεμο. Η χούντα της Αθήνας οργάνωσε το πραξικόπημα στην Κύπρο, εγκατέστησε την κυβέρνηση Σαμψών, με πρόγραμμα την «Ένωση» της Κύπρου με την Ελλάδα. Ήταν σίγουρο ότι αυτό θα προκαλούσε την επέμβαση της «εγγυήτριας» Τουρκίας και θα οδηγούσε σε ελληνοτουρκικό πόλεμο. Η χούντα έλπιζε να επιβιώσει μέσα από αυτή την περιπέτεια. Και προετοιμαζόταν για τον πόλεμο.
Τον Ιούλη του 1974, το καθεστώς κάλεσε σε γενική επιστράτευση. Είναι το κρίσιμο επεισόδιο που η «δημοκρατική αφήγηση» –αλλά και όσοι εμπνέονται κυρίως από την εθνική αφήγηση– θέλουν να ξεχνάνε και να αποκρύβουν. Γιατί στους στρατώνες προσήλθε η εξοργισμένη από την καταστολή του Νοέμβρη εργατική και λαϊκή νεολαία. Τα «παιδιά με τα μαλλιά και με τα μαύρα ρούχα» δεν έδειξαν καμιά πρόθεση να συγχωρήσουν τη χούντα και πολύ περισσότερο να πολεμήσουν για τη σωτηρίας της. Αυτή η μαζική, η βαθιά πολιτική αντίδραση υπήρξε κυρίως αυθόρμητη: Τα κομματικά επιτελεία, που θα μπορούσαν να έχουν επεξεργαστεί κάποια «πατριωτική» ή «αμυντική» γραμμή, δεν πρόλαβαν να το κάνουν. Η ιεραρχία του στρατού βομβαρδιζόταν από αναφορές για κρούσματα απειθαρχίας, αυθάδειας, επιθετικότητας απέναντι στους αξιωματικούς, που πλέον «μόλυναν» όλους τους φαντάρους και τους στρατώνες. Ήταν ολοφάνερο ότι οι στρατοκράτες δεν μπορούσαν να μοιράσουν όπλα στη νεολαία του ’74, που είχε γαλβανιστεί από το πνεύμα του Νοέμβρη. 
Η χούντα κατέρρευσε, γιατί δεν τόλμησε να κάνει τον πόλεμο που ξεκίνησε, γιατί την τελευταία στιγμή συνειδητοποίησε ότι δεν έλεγχε πλέον ούτε στοιχειωδώς τον κόσμο στο εσωτερικό της χώρας. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα της πολύχρονης δουλειάς αντίστασης και κυρίως της εξέγερσης του Νοέμβρη του ’73. Με αυτή την έννοια η χούντα ανατράπηκε και ο Νοέμβρης, τελικά, νίκησε.
Τα αποτελέσματα ήταν ιστορικά. Οι εξελίξεις στην Ελλάδα δεν πήραν τον «ομαλό» δρόμο μιας «μετάβασης» από τη δικτατορία στην αστική δημοκρατία, όπως στην Τουρκία, στην Ισπανία ή αργότερα στη Χιλή. Ακολούθησε η θυελλώδης περίοδος της εργατικής και της νεολαιίστικης «Μεταπολίτευσης». Όπου η κυρίαρχη τάξη, προκειμένου να διασώσει το καθεστώς, υποχρεώθηκε να κάνει μεγάλες παραχωρήσεις. Σε αυτή τη θυελλώδη περίοδο, ο αντικειμενικός συσχετισμός των δυνάμεων έκανε απολύτως εφικτές πολλές και μεγαλύτερες ανατροπές απ’ όσες τελικά γίνηκαν. Όμως αυτή είναι μια άλλη ιστορία…