Στη σκληρή πανευρωπαϊκή εικόνα των πρόσφατων ευρωεκλογών, το σκορ της Ανυπότακτης Γαλλίας (6,31%) είναι από αυτά που διασώθηκαν. Aθροιστικά με άλλα ψηφοδέλτια, όπως του ΚΚ Γαλλίας (2,5%), δείχνουν την ύπαρξη μιας ορατής ριζοσπαστικής Αριστεράς σε σύγκριση με την κατάσταση σε άλλες χώρες.

Ωστόσο ήταν εμφανώς κατώτερο των προσδοκιών (μετά το σχεδόν 20% του Μελανσόν στις προεδρικές του 2017), των συνθηκών (μετά το ξέσπασμα των Κίτρινων Γιλέκων) και των προκλήσεων (την ανάγκη να σπάσει το καταθλιπτικό δίπολο Μακρόν-Λεπέν). 
Ελαφρυντικά υπάρχουν. Καταρχήν συχνά στη Γαλλία οι αριστεροί σχηματισμοί τα κατάφερναν καλύτερα στις προεδρικές από τις βουλευτικές ή τις ευρωεκλογές. Έπειτα η ίδια η φύση των ευρωεκλογών, όταν δεν λειτουργεί ως «δημοψήφισμα» ενόψει κάποιας εθνικής εκλογικής μάχης, συνήθως κινητοποιεί πιο εύκολα την ακροδεξιά αφενός και τους φανατικούς «ευρωπαϊστές» αφετέρου. Δηλαδή όσους τρέφονται από το «εθνικό» και το «ευρωπαϊκό» ζήτημα, επιχειρώντας να αφήσουν εκτός συζήτησης το κοινωνικό-ταξικό. 
Παρ’ όλα αυτά, ερωτήματα όπως γιατί η αυξημένη αποχή έπληξε κυρίως την Ανυπότακτη Γαλλία (FI) ή γιατί τμήμα των ψηφοφόρων της μετακινήθηκε προς τους Πράσινους είναι υπαρκτά και πυροδότησαν συζητήσεις και αμφισβητήσεις.    
Διεργασίες
Ο «πυρετός» αρθρογραφίας, συλλογικών κειμένων, συναντήσεων κ.ο.κ. δεν περιορίζεται στις γραμμές της Ανυπότακτης Γαλλίας, αλλά αγγίζει την ευρύτερη ριζοσπαστική Αριστερά. Απλώς η Ανυπότακτη Γαλλία υπήρξε ο σχηματισμός που σε μια προηγούμενη περίοδο επιχείρησε (και σε μεγάλο βαθμό κατόρθωσε) να εμφανιστεί ως η κεντρική-μαζική «απάντηση», οπότε οι διεργασίες σε αυτήν απασχολούν περισσότερο. 
Αμέσως μετά τις ευρωεκλογές, η Κλεμεντίν Οτέν, βουλευτής της Ανυπότακτης Γαλλίας από το προάστιο Σεν-Ντενί, άνοιξε τη συζήτηση, ασκώντας δημόσια κριτική στην πολιτική κατεύθυνση του σχηματισμού, αναδεικνύοντας ζητήματα δημοκρατικής λειτουργίας, αλλά και πολιτικής τακτικής (που επένδυε στη στείρα «μνησικακία» απέναντι στον Μακρόν κι όχι στην προσφορά ελπίδας-θετικού οράματος). Ακολούθησε ένα κείμενο που καλούσε  προς ένα  «Big Bang» στην Αριστερά και βρήκε καταρχήν ανταπόκριση από αγωνιστές της Ανυπότακτης Γαλλίας, αριστερούς διανοούμενους και προσωπικότητες, αγωνιστές του κινήματος, κάποιους βουλευτές του ΚΚΓ και στελέχη από ένα ευρύ φάσμα της Αριστεράς. Η πρωτοβουλία αυτή οργάνωσε και μια πρώτη συνάντηση στις 30 Ιούνη στο Παρίσι. 
Η ίδια η Ανυπότακτη Γαλλία οργάνωσε μια «αντιπροσωπευτική συνέλευση» στο Παρίσι (κάτι σαν άτυπο συνέδριο) στις 22-23 Ιούνη, όπου 200 μέλη του σχηματισμού συζήτησαν για τις αλλαγές που ενδεχομένως θα χρειαστούν. Υπάρχουν φωνές, όπως η Ρακέλ Γκαριδό, που διαφωνούν με τις κριτικές που γίνονται και την προοπτική «ανασυγκρότησης ενός αριστερού μπλοκ» ως ξεπερασμένη κι αναποτελεσματική. Άλλα πρώην κεντρικά στελέχη (π.χ. Κουζμάνοβιτς) συνυπογράφουν ένα άλλο κείμενο για την «κατάρρευση της ελπίδας» του 2017 και –επικαλούμενα το πνεύμα των Κίτρινων Γιλέκων– δείχνουν να προσανατολίζονται σε ακόμα πιο «μετα-αριστερές» αναζητήσεις. 
Ο διάλογος για το μέλλον της Ανυπότακτης Γαλλίας αφορά το μέλλον της Αριστεράς κι ως τέτοιος αγγίζει και το ΚΚΓ -με τη συμμετοχή π.χ. βουλευτών του στη σχετική συζήτηση περί Big Bang- και το NPA (Νέο Αντικαπιταλιστικό Κόμμα) -με σχετική αρθρογραφία, αλλά και συμμετοχή σε κάποιες από τις διεργασίες- και άλλες δυνάμεις. 
Στην καρδιά του ζητήματος βρίσκεται το μοντέλο του «αριστερού λαϊκισμού». Όταν συγκροτούνταν η Ανυπότακτη Γαλλία, είχαμε επισημάνει ότι το σχέδιο πίσω από τη συγκρότησή της συμπύκνωνε και τις αρετές και τα ελαττώματα του Ζαν Λυκ Μελανσόν. Ο οποίος κατανόησε την ανάγκη (και τη δυνατότητα) να «ηγεμονεύσει» μια άλλη δύναμη στα αριστερά των Σοσιαλιστών, να εμφανιστεί ένα «διαφορετικό» αντίπαλο δέος απέναντι και στα παραδοσιακά αστικά κόμματα, αλλά και στην προσπάθεια της Λεπέν να εκφράσει αυτή την αμφισβήτηση κ.ο.κ. Αλλά ταυτόχρονα εκτιμούσε ότι η εναλλακτική στους «μηχανισμούς της παραδοσιακής Αριστεράς» ήταν ένας ιδιότυπος λαϊκιστικός «βοναπαρτισμός» (ο ηγέτης και ο λαός) και η απάντηση στην απαξίωση της υπαρκτής Αριστεράς ήταν η μετατόπιση σε έναν πιο «μετα-αριστερό» λόγο. 
Παρά τις κριτικές ή τις επιφυλάξεις που υπήρξαν από τότε, κατόρθωσε να παρουσιάσει έναν σχηματισμό που κατέκτησε το δικαίωμα να εκφράζει προνομιακά και μαζικά την «αριστερή αμφισβήτηση». Στη μάχη των προεδρικών εκλογών του 2017, ο «αριστερός λαϊκισμός» αποδείχθηκε αποτελεσματικό εργαλείο. Το οργανωτικό μοντέλο (τοπικές ομάδες που δρουν αυτόνομα + επιτελείο γύρω από τον Μελανσόν με τον ίδιο να παίζει καθοριστικό ρόλο) μπόρεσε να κινητοποιήσει πολλούς και ταυτόχρονα να χειριστεί τις ανάγκες μιας εκλογής για πρόεδρο, που εκ των πραγμάτων παίρνει και «προσωποκεντρικά» χαρακτηριστικά. Παρά τη ρητορική μετατόπιση του Μελανσόν σε έναν πιο «πανεθνικό» λόγο σε σχέση π.χ. με την καμπάνια του ως υποψήφιος του «Μετώπου της Αριστεράς» το 2012, το «αριστερός» εξακολουθούσε να ισορροπεί με το «λαϊκισμός». 
Προβλήματα
Τα προβλήματα που επισημαίνονταν από τότε κι αφορούσαν την «επόμενη μέρα», πέρα από την εκλογική αποτελεσματικότητα, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο. Η ανάγκη οργανωτικής συγκρότησης της Ανυπότακτης Γαλλίας σε κάτι ποιοτικά διαφορετικό από «εκλογικό κίνημα» (όπως  τόνιζαν και αγωνιστές που στρατεύτηκαν σε αυτή) δεν προχώρησε. Ο «λαϊκιστικός» λόγος αποδείχθηκε ανεπαρκής στη δοκιμασία της παρατεταμένης πολιτικής πάλης. Αυτές οι οργανωτικές και πολιτικές αδυναμίες του «αριστερού λαϊκισμού» εμφανίστηκαν το προηγούμενο διάστημα –και στις ευρωεκλογές αποτυπώθηκαν και εκλογικά. 
Ωστόσο ο «αριστερός λαϊκισμός», ως απάντηση στα υπαρκτά προβλήματα της υπαρκτής Αριστεράς, δέχεται συνήθως κριτικές που έχουν και αριστερή και δεξιά ανάγνωση. Κάποια σημεία, που μπαίνουν σήμερα στο διάλογο στη γαλλική Αριστερά, χρειάζονται διευκρίνιση –και συνεπώς θετικές αντιπροτάσεις.
Οι κριτικές
Στις κριτικές που διατυπώνονται σήμερα στη συζήτηση για την ανάγκη επαναπροσανατολισμού υψώνεται από πολλές διαφορετικές φωνές το ζήτημα της δημοκρατίας και της εσωτερικής λειτουργίας. Και σωστά. Είναι ζητήματα που ταλανίζουν τις οργανωμένες δυνάμεις της Αριστεράς, αλλά η «λαϊκιστική» απάντηση που συνδυάζει μια κάποια ιντερνετική «αμεσοδημοκρατία» ή μια «αυτονομία των τοπικών ομάδων» με τον αδιαμφισβήτητο ρόλο μιας ηγετικής ομάδας ή της κοινοβουλευτικής ομάδας στη χάραξη της κεντρικής στρατηγικής δεν είναι απάντηση σε αυτά –είναι πισωγύρισμα, ιδιαίτερα όταν οι προκλήσεις της ταξικής πάλης και του πολιτικού αγώνα έρχονται να αμφισβητήσουν τις δυνατότητες μιας «εκλογικής πολεμικής μηχανής». Αλλά σε αυτό το σημείο αξίζει να επισημανθεί αυτό που τονίζουν αρκετοί-ές που στηρίζουν το «Big Bang», δηλαδή ότι η απάντηση δεν θα πρέπει να αναζητηθεί απλώς σε ένα νέο «καρτέλ κομματικών ηγεσιών». 
Το ίδιο ισχύει και για την κριτική ότι αποδείχθηκε υπερβολικός κι απωθητικός ο «ανταγωνισμός με τη Λεπέν σε κραυγές κατά του Μακρόν». Αν πίσω από το κάλεσμα για μια «θετική πολιτική της ελπίδας» βρίσκεται η ανάγκη για οραματική απάντηση και σύνδεσή της με τις συγκεκριμένες διεκδικήσεις των «από κάτω», μακριά από τακτικές αντι-πολιτικού «θορύβου», είναι απολύτως σωστό. Αν λειτουργήσει ως έκκληση για «υπεύθυνη-προγραμματική» αντιπολίτευση στον Μακρόν, θα επαναφέρει από την πίσω πόρτα πολιτικές που οδήγησαν στη χρεοκοπία την κάποτε ισχυρή γαλλική Αριστερά. 
Αρκετοί επικριτές που εισηγούνται την  «επιστροφή στην Αριστερά», την ταυτίζουν με την υπεράσπιση των «διεθνιστικών ιδεών». Είναι απολύτως κρίσιμο κι ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα σημεία της «πατριωτικής» ρητορικής του Μελανσόν. Αν είναι μια φορά πρόβλημα η θεωρία της «καταφυγής στο έθνος-κράτος» ως απάντηση της εργατικής τάξης που ζει μέσα σε μεσαίους καπιταλισμούς όπως η Ελλάδα, στη Γαλλία(!) το πρόβλημα ενός «εθνικού ευρωσκεπτικισμού» βγάζει μάτι. Ωστόσο, από πολιτικούς χώρους όπως το ΚΚΓ ή οι Generation.s (το γαλλικό τμήμα του Diem25, με επικεφαλής τον Αμόν που «έσπασε» από το Σοσιαλιστικό Κόμμα μετά την αποτυχία του στις προεδρικές), που ταυτίζουν τον «διεθνισμό» με τον κοσμοπολιτισμό και τον ευρω-μεταρρυθμισμό, αυτή η κριτική είναι υποκριτική και άστοχη. 
Το ίδιο «παιχνίδι με τις λέξεις» μπορεί να υπάρξει και στο αίτημα για «στροφή στην Αριστερά». Όταν προέρχεται από αγωνιστές που επιζητούν να επαναφέρουν στη συζήτηση το ταξικό ζήτημα, την οργανωμένη πάλη, τον σοσιαλισμό ως προοπτική κ.ο.κ. είναι μια σωστή κατεύθυνση. Αλλά αξίζει να θυμόμαστε ότι ο Πάμπλο Ιγγλέσιας άφησε πίσω του τη «λαϊκιστική» διάκριση «λαός-ελίτ» και θυμήθηκε εκ νέου τη διαχωριστική γραμμή «Αριστερά-Δεξιά», όταν αποφάσισε να προσεγγίσει το Σοσιαλιστικό Κόμμα για συγκυβέρνηση. Στη Γαλλία, όπου η λέξη «Αριστερά» είναι αρκετά «πλατιά» (περιλαμβάνοντας παραδοσιακά τους σοσιαλδημοκράτες), αυτές οι αποσαφηνίσεις είναι αναγκαίες. Μια ανάλογη πρωτοβουλία στη Γαλλία, που υποσχόταν την «ανασυγκρότηση της Αριστεράς», κατέληξε τελικά να γίνει όχημα του νεκροζώντανου Σοσιαλιστικού Κόμματος πριν τις ευρωεκλογές.
Τι ανασυγκρότηση;
Πρόκειται για ζητήματα που έχουν μπροστά τους να λύσουν οι σύντροφοι και οι συντρόφισσές μας στη Γαλλία. Οι θετικές προτάσεις, όπου κι όταν κατατεθούν, θα είναι μια ευκαιρία να ξεδιαλύνουν το τοπίο που δημιουργούν σήμερα οι επικρίσεις. 
Ένα σημείο που υπογραμμίζουν άνθρωποι που στηρίζουν την έκκληση για το Big Bang, αποτελεί κατά τη γνώμη μας μια καλή αφετηρία:  «Το άθροισμα των ποσοστών των αριστερών κομμάτων δεν δημιουργεί από μόνο του πολιτική δυναμική. Η δυναμική είναι κάτι που προκύπτει με τα σωστά υλικά και το σωστό χρόνο, μαζί με τη δημιουργία ελπίδας». Η έκκληση για διάλογο και συνεργασία μεταξύ αριστερών πολιτικών, αγωνιστών, συνδικαλιστών, οικολόγων, φεμινιστριών κι αντιρατσιστών, αν παρθεί στα σοβαρά, μπορεί να βγάλει κάτι πιο ελπιδοφόρο και ανθεκτικό από μια «νεκρανάσταση» μιας (θνησιγενούς ξανά) εκλογικής συμμαχίας, με το βλέμμα π.χ. στις αυτοδιοικητικές εκλογές. 
Όπως γράφουν και οι του NPA στην εφημερίδα τους, δηλώνοντας «παρόντες» στις διεργασίες, η προοπτική είναι στην «κοινή δράση και τη συζήτηση» με το βλέμμα πάντοτε στις αντιστάσεις των «από κάτω», εκεί όπου θα μετρηθούν όλες οι προσπάθειες της ριζοσπαστικής Αριστεράς.