Οι διαπραγματεύσεις στη Λοζάνη ανάμεσα στο Ιράν και την ομάδα «5+1» (τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ + η Γερμανία) κατέληξαν σε προκαταρκτική συμφωνία-πλαίσιο για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Η τελική συμφωνία μένει να επικυρωθεί οριστικά μέχρι τις 30 Ιούνη, αρκετά ζητήματα μένουν εκκρεμή, ενώ και στο Ιράν και στις ΗΠΑ υπάρχουν αρκετοί πρόθυμοι να την τινάξουν στον αέρα. Παρ’ όλες αυτές τις επιφυλάξεις, όλα δείχνουν πως η επαναπροσέγγιση ΗΠΑ-Ιράν μπαίνει σε ράγες και γι’ αυτό η συμφωνία έχει τεράστια σημασία. 
Στη Λοζάνη, η ιρανική αντιπροσωπεία έκανε πολύ σημαντικές υποχωρήσεις ως προς το πρόγραμμά της (δραστική μείωση επιπέδου εμπλουτισμού ουρανίου, τερματισμός λειτουργίας αρκετών συσκευών και του υπόγειου προγράμματος), αλλά κυρίως ως προς την αποδοχή αυστηρότατων ελέγχων από διεθνείς οργανισμούς. Σε αντάλλαγμα, κέρδισε την άρση των κυρώσεων εναντίον του Ιράν σε σύντομο χρονικό διάστημα, σε μια συγκυρία που αυτές είχαν αρχίσει να «σακατεύουν» την οικονομία. 
Εκβιασμός
Κάθε απολογισμός για τη συμφωνία πρέπει να ξεκινά από ένα ζήτημα αρχής: Οι ΗΠΑ, με το μεγαλύτερο πυρηνικό οπλοστάσιο και στρατιωτικές βάσεις σε κάθε γωνιά του πλανήτη, εκβίασαν ωμά, απείλησαν με πολεμική εισβολή, επέβαλαν καταστροφικές κυρώσεις επιδιώκοντας να επιβάλουν την πολιτική τους σε ένα κυρίαρχο κράτος. Δεν είχαν κανένα δικαίωμα ή νομιμοποίηση και η όποια πιο «μαλακή» γραμμή (τύπου Ομπάμα) ακολουθείται σήμερα δεν ακυρώνει αυτήν την πραγματικότητα και δεν αθωώνει τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. 
Όσον αφορά τις δύο εμπλεκόμενες μεριές, και οι μεν και οι δε μπορούν να παρουσιάσουν μιαν «επιτυχία». 
Ο Ομπάμα επιστρέφει έχοντας αποτρέψει την προοπτική να αποκτήσει το Ιράν πυρηνικά όπλα. Όσο κι αν σκούζουν τα «γεράκια» ή το Ισραήλ, ο Αμερικανός πρόεδρος διασφάλισε έναν βασικό τους στόχο: τη διατήρηση του πυρηνικού μονοπωλίου του Ισραήλ στην περιοχή. Παρεμπιπτόντως, οι φιλοπόλεμες κραυγές στο εσωτερικό των ΗΠΑ περισσότερο από κριτική στον Ομπάμα ήταν όπλο του: Το ιρανικό καθεστώς πιέστηκε να αποδεχθεί μια συμφωνία, όχι μόνο λόγω των καταστροφικών κυρώσεων, αλλά και υπό τον -άρρητο- εκβιασμό που έλεγε πως αν δεν τα βρει με τον Ομπάμα θα έχει να αντιμετωπίσει τα «γεράκια».
Ευφορία και ικανοποίηση επικρατεί και στην ιρανική πλευρά (η αντιπροσωπεία έγινε δεκτή ως θριαμβεύτρια). Η προοπτική άρσης των κυρώσεων είναι από μόνη της πολύ σημαντική για το ιρανικό καθεστώς. Επιπλέον, παρά τη σχετική «εθνική ταπείνωση» των διεθνών ελέγχων, το γεγονός ότι -απέναντι σε έναν παντοδύναμο εχθρό που φλέρταρε με την ιδέα επιβολής πλήρους τερματισμού κάθε δραστηριότητας- το πυρηνικό πρόγραμμα θα συνεχιστεί παίρνει χαρακτηριστικά «εθνικής επιτυχίας». Παρεμπιπτόντως, ποτέ, πουθενά, κανένας τόσα χρόνια δεν παρουσίασε βάσιμα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι πράγματι η Τεχεράνη επεδίωκε να αποκτήσει πυρηνική βόμβα.
Όμως για να κατανοήσουμε καλύτερα τη συμφωνία χρειάζεται και μια άλλη επισήμανση: Η διαμάχη ποτέ δεν αφορούσε αποκλειστικά το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν –αυτό έγινε το πεδίο μάχης ή και προπαγάνδας στον συνολικότερο ανταγωνισμό των ΗΠΑ και των βασικών συμμάχων του (Ισραήλ και Σαουδική Αραβία) με το καθεστώς της Τεχεράνης. Αντίστοιχα σήμερα, η συμφωνία δεν αφορά αποκλειστικά το πυρηνικό πρόγραμμα, αλλά τις σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, και το ρόλο του Ισραήλ και της Σαουδικής Αραβίας. 
Αντιδράσεις
Με αυτήν την επίγνωση εκδηλώνονται και οι αντιδράσεις –θετικές και αρνητικές. Οι κεραυνοί που εξαπέλυσε ο Νετανιάχου κατά της συμφωνίας και η δυσφορία των Σαούντ (όπως και η επέμβασή τους στην Υεμένη που συνοδεύτηκε από αντι-ιρανική, αντι-σιιτική ρητορεία) εντάσσονται σε αυτόν τον γενικότερο προβληματισμό. 
Για χρόνια το τρίγωνο Ισραήλ-Σαουδική Αραβία-Ιράν ήταν οι «τοπικοί μπάτσοι» των ΗΠΑ. Μετά την ιρανική επανάσταση του 1979 και την ανατροπή του σάχη, το Ισραήλ και οι Σαούντ έγιναν τα βασικά στηρίγματα των ΗΠΑ, ενώ έγιναν βασικοί αντίπαλοι-ανταγωνιστές της Τεχεράνης και για δικούς τους λόγους, πέραν της «εξυπηρέτησης» του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Απέναντι στην προοπτική επαναπροσέγγισης ΗΠΑ-Ιράν οι δύο δυνάμεις φοβούνται ότι η σημασία τους για τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό θα μειωθεί και άρα ίσως μειωθεί και η στήριξή του, συνολικότερα αλλά και ειδικότερα απέναντι στο Ιράν.
Στις ΗΠΑ, η ικανοποίηση της κυβέρνησης Ομπάμα για τη συμφωνία αφορά επίσης συνολικότερες επιλογές. Με κεντρική την ανάγκη συνεννόησης με την Τεχεράνη, ως μονόδρομο για να αποκατασταθεί η τάξη σε Ιράκ-Συρία. 
Το Ιράν έχει πετύχει μια εντυπωσιακή επέκταση και ενίσχυση της επιρροής του σε Ιράκ, Συρία, Λίβανο και πλέον και Υεμένη. Ο χαρακτήρας που παίρνει η επαναπροσέγγιση με τις ΗΠΑ δείχνει ότι αυτή η γεωστρατηγική επιτυχία της Τεχεράνης αρχίζει να γίνεται δεκτή ως «τετελεσμένο» και είναι κι αυτός ένας λόγος που το καθεστώς δεν αισθάνεται άβολα για το συμβιβασμό του με τον «Μεγάλο Σατανά». 
Η συμφωνία λοιπόν είναι ένα βήμα προς έναν ριζικά νέο χάρτη στη Μέση Ανατολή. Αλλά χρειάζονται δύο επισημάνσεις. 
Πρώτον, αυτός ο «νέος χάρτης» δεν είναι εγγυημένος ούτε έχει προοπτικές σταθερότητας. Όλη η περιοχή βυθίζεται σε μια άγρια κρίση, οι τοπικοί ανταγωνισμοί οξύνονται, η παλιά «πειθαρχία» που επέβαλλε ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός στο απόγειο της δύναμής του έχει χαθεί, ανεξέλεγκτοι παίχτες εμφανίζονται και η αμερικανική στρατηγική (όπως παραδέχονται κορυφαία στελέχη και αναλυτές) είναι περισσότερο «σπασμωδικές αντιδράσεις στα γεγονότα» παρά συγκροτημένο σχέδιο, και ως τέτοια μπορεί να αλλάξει κατεύθυνση ανά πάσα στιγμή. 
Δεύτερον, η εξομάλυνση των σχέσεων Ιράν-ΗΠΑ δεν προϊδεάζει για κάποια «εποχή ειρήνης» στην περιοχή. Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός αλλάζει τακτικές, αλλά δεν πρόκειται να εγκαταλείψει την περιοχή, ούτε την πολεμική ισχύ ως μέσο επιβολής. Καθώς γράφονταν αυτές οι γραμμές, η Χίλαρι Κλίντον ανακοίνωνε την υποψηφιότητά της για τις επόμενες προεδρικές εκλογές. Η Χίλαρι ανήκει στη μερίδα του αμερικανικού πολιτικού προσωπικού που έχει υιοθετήσει ανοιχτά το δόγμα του «εκατονταετούς πολέμου»...