Εξήντα επτά χρόνια συμπληρώθηκαν από την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας. Ήταν 12 Φλεβάρη του 1945, όταν η τότε ηγεσία του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, μετά από ένα μήνα διαπραγματεύσεων με την αστική κυβέρνηση και τους Εγγλέζους συμμάχους της, αποδέχτηκε τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ και μια σειρά άλλους ταπεινωτικούς όρους. Από τότε η λέξη «Βάρκιζα» χρησιμοποιείται για κάθε εξευτελιστική συνθηκολόγηση.

Γι’ αυτή τη συμφωνία, όπως και την ήττα του Δεκέμβρη του 1944, δεν υπήρχε ο οποιοσδήποτε αντικειμενικός λόγος. Το κίνημα της Αντίστασης είχε όλες τις δυνατότητες για να νικήσει. Αριθμητική δύναμη, εντυπωσιακή οργάνωση, μαχητικότητα, αφοσίωση στο συλλογικό στόχο που δεν ήταν μόνο το διώξιμο των στρατών κατοχής, αλλά και η κοινωνική απελευθέρωση.

Μοναδική αιτία της ήττας ήταν η πολιτική του ΚΚΕ. Η πολιτική που περιόριζε τον αγώνα σε εθνικοαπελευθερωτικό, που υπέτασσε τα ταξικά συμφέροντα στο στόχο της εθνικής ενότητας και των αντιφασιστικών συμμαχιών. Πολλοί σήμερα μιλούν για την ανάγκη ενός «νέου ΕΑΜ», επαναδιατυπώνοντας τέτοιες απόψεις.

Αντίσταση

Το Σεπτέμβρη του 1941 ιδρύθηκε το ΕΑΜ με πρωτοβουλία του ΚΚΕ, που βρισκόταν σε φάση ανασύνταξης μετά τα συντριπτικά πλήγματα που είχε δεχθεί από τη δικτατορία Μεταξά. Τα άλλα κόμματα (Αγροτικό Κόμμα, Σοσιαλιστικό Κόμμα του Σβώλου, ΕΛΔ) είχαν μικρή επιρροή. Σύντομα το ΕΑΜ, η ΕΠΟΝ, ο ΕΛΑΣ έγιναν συνώνυμα της αντίστασης ενάντια στη φασιστική κατοχή. Το ΚΚΕ είχε αλματώδη ανάπτυξη.

Σήμερα, γι’ αυτές τις επιτυχίες προβάλλονται μονομερείς ή λάθος απόψεις και από όσους στηρίζουν τη λογική των «αντικατοχικών μετώπων» (ΕΛΑΔΑ, ΚΟΕ) και απ’ αυτούς που στηρίζουν τη λογική των αντιμνημονιακών (ηγεσία ΣΥΝ). Δηλαδή, ότι οι επιτυχίες οφείλονται στο παλλαϊκό κάλεσμα που ενώθηκε με το πατριωτικό αίσθημα, ότι οι πλατιές συμμαχίες ήταν αυτές που έδωσαν την ώθηση και την πρωτοκαθεδρία στο ΚΚΕ.

Είναι αλήθεια ότι, μετά την κήρυξη του πολέμου, η συντριπτική πλειοψηφία του λαού καταλήφθηκε από πατριωτικό ενθουσιασμό και έδωσε ηρωικές μάχες ενάντια στους εισβολείς. Όμως ούτε στα χαρακώματα ούτε στην κατοχή, όταν θέριζε η πείνα, πλήρωσαν όλοι το ίδιο. Η αστική τάξη, τα μεσοαστικά στρώματα βρήκαν τρόπο να εξαιρεθούν και να κάνουν «χρυσές δουλειές». Η εμπειρία αυτή δέθηκε με αυτές της δεκαετίας του ’30. Τότε που οι εργάτες και οι φτωχοί αγρότες είχαν παλέψει ενάντια στην άγρια εκμετάλλευση των βιομηχάνων, των τραπεζιτών, των τσιφλικάδων, ενάντια στην καταστολή του στρατού και της χωροφυλακής. Είχαν διεκδικήσει καλύτερες συνθήκες ζωής, φτάνοντας σε γενικές απεργίες (Μάης 1936), σε αγροτικές εξεγέρσεις (Καλαμάτα, Ηράκλειο). Το ΚΚΕ έριχνε τις δυνάμεις του σε κάθε μικρό και μεγάλο αγώνα. Έτσι απόκτησε ισχυρούς οργανωτικούς και πολιτικούς δεσμούς με τη ριζοσπαστικοποίηση του ’30.

Οι μαχητικές εμπειρίες της δεκαετίας του ’30, η οργανωτική και πολιτική εκπαίδευση βρήκαν έκφραση στις εκρηκτικές συνθήκες που διαμόρφωσε η κατοχή. Το εργατικό κίνημα έγινε η ραχοκοκαλιά της αντίστασης. Τα σωματεία έφτιαχναν συνεταιρισμούς για να αντιμετωπιστεί η πείνα. Απεργίες οργανώνονταν για το μεροκάματο και το συσσίτιο. Το 1942 οργανώθηκε η πρώτη απεργία στην Ευρώπη, των δημοσίων υπαλλήλων. Το 1943, όταν οι ναζί διέταξαν πολιτική επιστράτευση, γιατί χρειάζονταν χέρια για την πολεμική βιομηχανία, ξέσπασαν απεργίες, διαδηλώσεις, αιματηρές συγκρούσεις. Το υπουργείο Εργασίας καταλήφθηκε από τους διαδηλωτές, που έκαψαν και τους καταλόγους. Η πολιτική επιστράτευση ακυρώθηκε και το εργατικό κίνημα πέτυχε άλλη μια νίκη.

Σε όλη τη διάρκεια της κατοχής, το πρόγραμμα του ΕΑΜ και του ΚΚΕ ήταν αυτό της «εθνικής απελευθέρωσης» και του αντιφασιστικού αγώνα.

Άλλωστε η Ρωσία –με το «φωτοστέφανο» της «μόνης σοσιαλιστικής χώρας»– ήταν τμήμα της συμμαχίας ενάντια στον γερμανοϊταλικό Άξονα. Στο όνομα αυτής της πολιτικής η ηγεσία του ΚΚΕ είχε προχωρήσει σε απαράδεκτους συμβιβασμούς. Στις συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας, στην καταδίκη του κινήματος της Μέσης Ανατολής, παρ’ όλο που αυτό είχε στασιάσει στηρίζοντας την κυβέρνηση του βουνού (ΠΕΕΑ), τη συμμετοχή στην κυβέρνηση της «εθνικής ενότητας», την τοποθέτηση του ΕΛΑΣ στις διαταγές του Άγγλου αρχιστράτηγου Σκόμπι.

Μέχρι την απελευθέρωση, η δικαιολογία των αναγκαίων υποχωρήσεων απορροφούσε αντιρρήσεις, αμφισβητήσεις μελών και στελεχών. Όταν τον Οκτώβρη του 1944 αποχώρησαν τα στρατεύματα κατοχής, η εξουσία βρισκόταν στα χέρια της Αντίστασης. Το ΕΑΜ ακολουθούσαν εκατομμύρια άνθρωποι, ο ΕΛΑΣ έλεγχε τα 2/3 της χώρας, το ΚΚΕ είχε 400.000 μέλη. Ο κόσμος αυτός θεώρησε ότι ήρθε η ώρα να πάρει στα χέρια του την κοινωνία, να αποφασίζει αυτός για τη ζωή του. Στα μάτια του η αστική τάξη ήταν πλήρως απονομιμοποιημένη, είχε μόνη της χάσει το δικαίωμα να ηγείται του έθνους. Στην Αθήνα είχε συνεργαστεί με τους ναζί, στη Μέση Ανατολή με τους εγγλέζους ιμπεριαλιστές, για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά της.

Το σύνθημα του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, μετά την απελευθέρωση, ήταν «συμφιλίωση και ανοικοδόμηση». Στο όνομά τους η εργατική τάξη έπρεπε να πληρώσει το κόστος της παραγωγικής ανασυγκρότησης, με πρώτο βήμα τη «νομισματική σταθεροποίηση». Μάλιστα την υλοποίησή της ανέλαβαν δύο υπουργοί του ΕΑΜ, ο Αλ. Σβώλος στο υπουργείο Οικονομικών και ο Μ. Πορφυρογένης στο υπουργείο Εργασίας.

Ξέσπασαν απεργίες, ενώ διαδηλώσεις περνούσαν κάτω από τα γραφεία του ΚΚΕ. Η αστική τάξη και οι άγγλοι ιμπεριαλιστές, με το αλάνθαστο ταξικό τους κριτήριο, είδαν στο κίνημα μια θανάσιμη απειλή. Απαίτησαν τη διάλυση του ΕΛΑΣ και τη συγκρότηση «εθνικού στρατού». Οι υπουργοί του ΕΑΜ αναγκάστηκαν να παραιτηθούν. Η τεράστια διαδήλωση στις 3 Δεκέμβρη χτυπήθηκε, με αποτέλεσμα 23 νεκρούς και 140 τραυματίες. Ο «κόκκινος Δεκέμβρης» ξεκίνησε και οι μάχες κράτησαν 33 μέρες. Η συμμετοχή της εργατικής τάξης και της νεολαίας ήταν εντυπωσιακή. Καταλήφθηκαν αστυνομικά τμήματα και απελευθερώθηκαν γειτονιές.

Οι Βρετανοί επιστράτευσαν  το στόλο και την αεροπορία τους. Ο ΕΛΑΣ τελικά αποχώρησε από την Αθήνα στις 5 Γενάρη. Όμως ουσιαστικά είχε τον έλεγχο στην υπόλοιπη χώρα και τη Θεσσαλονίκη. Η συμφωνία της Βάρκιζας δεν είχε λόγο να υπογραφτεί. Η εξήγηση που έδωσαν πολλοί ήταν η στρατιωτική υπεροχή του αντίπαλου. Δεν ισχύει.

Αν η ηγεσία ήθελε να συγκρουστεί, θα μπορούσε έγκαιρα να έχει οργανώσει και στρατιωτικά την απάντησή της στις 55 μέρες που μεσολάβησαν από την απελευθέρωση μέχρι το ξέσπασμα του Δεκέμβρη και στη διάρκειά του. Να μεταφέρει στην Αθήνα αντάρτικες μεραρχίες και υλικά.

Ούτε η άποψη (που χρόνια στήριζε το ΚΚΕ εσ.) ότι ο Δεκέμβρης ήταν εξαρχής καταδικασμένος λόγω της συμφωνίας της Γιάλτας έχει βάση. Πράγματι για τον Στάλιν η Ελλάδα ήταν μόνο διαπραγματευτικό ατού. Η νίκη του Δεκέμβρη, η αποτροπή της Βάρκιζας θα έδινε ώθηση στα κινήματα αντίστασης στην Ευρώπη, που και αυτά ήταν πανίσχυρα, θα ανέτρεπε συμφωνίες. Άλλωστε, το κίνημα ανασυντάχθηκε γρήγορα και χρειάστηκαν η «λευκή» τρομοκρατία και τρία χρόνια εμφύλιου πολέμου για να ηττηθεί τελικά.

Οι αιτίες είναι πολιτικές και έχουν τις ρίζες τους στην 6η Ολομέλεια του 1934. Τότε που το ΚΚΕ εγκατέλειψε τη στρατηγική της σοσιαλιστικής επανάστασης για χάρη κάποιων «αναγκαίων» ενδιάμεσων σταδίων.

Ο Παντελής Πουλιόπουλος είχε προειδοποιήσει από τότε –με το βιβλίο του «Δημοκρατική ή Σοσιαλιστική Επανάσταση»– για τις καταστροφικές συνέπειες που θα είχε η τακτική που απομόνωνε την πάλη ενάντια στο ξένο κεφάλαιο απ’ αυτήν για την κοινωνική απελευθέρωση. Όλες οι προβλέψεις του επιβεβαιώθηκαν. Η αστική τάξη δεν ήταν ξενόδουλη. Έχτισε συμμαχίες με απόλυτο κριτήριο την ταξική κυριαρχία της, τον πολλαπλασιασμό των κερδών της.

Η εργατική τάξη στη διάρκεια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα «ωρίμαζε» στο επίπεδο της οργάνωσης και των ιδεών. Απόκτησε αυτοπεποίθηση και έβαλε το ζήτημα της εξουσίας. Η ηγεσία της, το ΚΚΕ, επιχειρηματολογούσε για αυτοσυγκράτηση στο όνομα των πλατιών συμμαχιών, που δήθεν θα άνοιγαν δρόμους. Η επαναστατική κατάσταση δεν αξιοποιήθηκε, αυτό που ακολούθησε ήταν μια αιματηρή αντεπανάσταση.
 

Το ΚΚΕ σήμερα

Με αφορμή την επέτειο της συμφωνίας της Βάρκιζας, στον «Κυριακάτικο Ριζοσπάστη» στις 19/2 δημοσίευσε ένθετο με τίτλο «Η ταξική πάλη και οι επιζήμιοι συμβιβασμοί». Στόχος του, υποτίθεται, είναι η «κριτική αποτίμηση της ιστορίας του κόμματος» (σελ. 14) και τα «χρήσιμα συμπεράσματα για το σήμερα και το αύριο». Στον πρόλογο αποκαλύπτεται η πραγματική στόχευση: «Οι οπορτουνιστές του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ που δεν τους νοιάζει αυτή καθεαυτή η απαράδεκτη συμφωνία της Βάρκιζας, αλλά η λαθολογία σε βάρος του ΚΚΕ». Με αυτό τον τρόπο η ηγεσία του ΚΚΕ θεωρεί ότι απαντά στην πίεση για ενότητα στη δράση, για συμπαράταξη της Αριστεράς. Το ΚΚΕ σήμερα, μετά από δεκαετίες επιμονής στο αντίθετο, αποδέχεται την άποψη ότι τα καθήκοντα της αντιιμπεριαλιστικής πάλης είναι άρρηκτα δεμένα με αυτά της σοσιαλιστικής επανάστασης, της εργατικής εξουσίας. Η συνεισφορά του σε αυτή την προοπτική –όπως και όλων μας– θα κριθεί.

Όμως το ΚΚΕ δεν δίνει καμιά σοβαρή εξήγηση για τα όσα απαράδεκτα συνέβησαν στο παρελθόν στη βάση της αντίθετης «γραμμής». Στη σελ. 4 αναφέρει για τη στρατηγική του ΚΚΕ στην κατοχή: «στον προσδιορισμό του χαρακτήρα της επανάστασης κυριαρχούσε η προ του 1917 λενινιστική προσέγγιση για την επαναστατική δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς». Γιατί; Δεν είχαν γίνει γνωστές στο ΚΚΕ «οι θέσεις του Απρίλη» και τα μαθήματα της Οκτωβριανής Επανάστασης; Ήταν και ίσχυαν ως αρχές μέχρι την επικράτηση της σταλινικής γραφειοκρατίας. Μέχρι το 1934, όταν χωρίς να έχει προηγηθεί συνέδριο, άλλαξε ο στρατηγικός προσανατολισμός και οι τακτικές επιλογές του ΚΚΕ, με τις αποφάσεις της 6ης Ολομέλειας.
Πάλι δεν γίνεται καμιά αναφορά στην εσωκομματική πάλη που διεξήχθηκε, καμιά αναφορά στον Π. Πουλιόπουλο και την αριστερή αντιπολίτευση, πολύ περισσότερο η αποκατάστασή τους.

Η ηγεσία του ΚΚΕ –με το ένθεμα και το δεύτερο δοκίμιο για την ιστορία– προσπαθεί να περιχαρακώσει τα μέλη και τους οπαδούς του. Αλλά δεν καταφέρνει να απαντήσει στα στοιχειώδη. Ανοίγει επιπλέον ζητήματα, όπως για παράδειγμα την αντίφαση να αποκαθιστά πλήρως τον Ν. Ζαχαριάδη, ενώ κάθε δυο και λίγο οι απόψεις του καταδικάζονται από άρθρα του «Ριζοσπάστη» ως λαθεμένες. Τέλος, το ΚΚΕ προκαλεί με τη συνεχή επίκληση των «θυσιών των παιδιών που έδωσε στον αγώνα». Γιατί πριν απ’ όλα σε αυτές και αυτούς οφείλει μια δημόσια εξήγηση και συγνώμη.
 

Πολιτικές επιλογές

Πολλοί, στο μνημόνιο, το μεσοπρόθεσμο, τη νέα δανειακή σύμβαση, βλέπουν μια νέα «κατοχή», ένα «ειδικό καθεστώς» υποτέλειας που οργανώνεται από την ΕΕ και το ΔΝΤ και υλοποιείται από «δοτές» κυβερνήσεις που «ξεπουλούν τη χώρα». Γι’ αυτό, όπως υποστηρίζουν, χρειάζονται μέτωπα από «όλους τους Έλληνες που δεν θέλουν το ξεπούλημα της χώρας». Έχουν απόλυτα λάθος. Οι πολεμικές συνθήκες, που βιώνουμε σήμερα οι εργαζόμενοι και τα φτωχά στρώματα, οφείλονται στη βαθιά κρίση του συστήματος.

Η ελληνική αστική τάξη δεν είναι ξενόδουλη, αξιοποιεί τις διεθνείς της συμμαχίες για να επιβάλει την εσωτερική υποτίμηση, στοχεύοντας στη μεγαλύτερη υπεραξία, στη στιγμή που τα κέρδη της θα πάρουν πάλι ανοδική πορεία. Τα μνημόνια και οι δανειακές συμβάσεις δεν είναι συνθήκες υποτέλειας, είναι οι όροι σωτηρίας της, και μαζί όλων των κυρίαρχων τάξεων στην Ευρώπη. Γι’ αυτό και η διάκριση είναι μία και είναι ταξική. Όπως αποδείχθηκε τελικά και τότε, στην πραγματική κατοχή. Γιατί και τότε τη μάχη δεν την έδωσε ένας αταξικός «χυλός». Γιατί σήμερα πολύ περισσότερο από τότε οι ταξικοί διαχωρισμοί και τα διαφορετικά ταξικά συμφέροντα είναι ορατά.

Η αστική τάξη είναι εδώ. Κρατά στα χέρια της όλη την οικονομική εξουσία, παρατάσσει απέναντί μας τη δύναμη κάθε ιδεολογικού και κατασταλτικού μηχανισμού του κράτους. Η πλειοψηφία των εργαζομένων πια καταλαβαίνει ότι η «σωτηρία της χώρας» σημαίνει τη σωτηρία αυτών που πριν επωφελήθηκαν από την άνθηση της «ελληνικής οικονομίας» και που τώρα απαιτούν αιματηρές θυσίες για τη σωτηρία της.

Η Αριστερά δεν μπορεί να πάει πίσω από αυτό το κεκτημένο. Δεν μπορεί να πάει πίσω από αυτό που ανέδειξε το κίνημα της Αντίστασης, η μεγάλη δεκαετία του ’40-’49. Η κοινωνική της βάση ήταν και παραμένουν οι εργαζόμενοι και τα φτωχά στρώματα. Οι πολιτικές της συμμαχίες έπρεπε και πρέπει να λογοδοτούν στα δικά τους συμφέροντα.

Στο κίνημα και στην Αριστερά της Ελλάδας, για μια σειρά λόγους, έτυχε η ιδιαιτερότητα να βρεθούν πρώτοι στο μάτι του κυκλώνα, να είμαστε οι πρώτοι που θα σηκώσουμε το βάρος για την ανατροπή των μνημονίων. Στη μάχη που δίνουμε, έχουμε να στηριχτούμε στους αγώνες των κινημάτων αντίστασης που ξεσπούν σε όλη την Ευρώπη ενάντια στον κοινό εχθρό: τις ευρωπαϊκές κυρίαρχες τάξεις. Να ενώσουμε τη φωνή μας με τους αγωνιστές των αραβικών εξεγέρσεων, απορρίπτοντας κάθε ιδέα ιμπεριαλιστικών εξορμήσεων στο όνομα των «εθνικών ωφελειών» από τη διεκδίκηση των ΑΟΖ.

Σήμερα τα καθήκοντα της Αριστεράς είναι πιο καθαρά από ποτέ.

Είναι η οργάνωση των αγώνων, η κλιμάκωση της αντίστασης με στόχο την ανατροπή των προγραμμάτων εξαθλίωσης, η διεκδίκηση και η επιβολή αιτημάτων που θα ανακουφίζουν από την κρίση και θα ανοίγουν το δρόμο για μια άλλη οργάνωση της κοινωνίας. Στόχος της Αριστεράς πρέπει να είναι οι επιλογές που θα βοηθήσουν τη νικηφόρα κατάληξη του εργατικού κινήματος και τη δική της νικηφόρα ανασύνταξη. Που θα φτάσουν και θα ξεπεράσουν την περίοδο της Αντίστασης, που θα φέρουν πιο κοντά την κοινωνική απελευθέρωση και το σοσιαλισμό.