Αν πρέπει να ιεραρχήσουμε τις αντιθέσεις, η βασική αντίθεση στη Συρία είναι ανάμεσα σε ένα καταπιεστικό καθεστώς, που το στηρίζει μια κρατικοκαπιταλιστική ελίτ, και τις λαϊκές τάξεις που εξεγέρθηκαν εναντίον του. Οι περιφερειακές αντιθέσεις δεν έχουν κατορθώσει ακόμη να υποκαταστήσουν την ταξική αντίθεση.

Η συριακή εξέγερση μπήκε σε νέα φάση, μετά την κλιμάκωση της ένοπλης σύγκρουσης στα τέλη Ιούλη. Η «ισοπαλία», με την οποία έληξε η μάχη της Δαμασκού, αποδείχθηκε μόνο η αρχή ενός παρατεταμένου πολέμου.

Η στρατιωτικοποίηση της αντίστασης ενέχει ένα σοβαρό ρίσκο: οι ένοπλοι να «κάνουν την επανάσταση» υποκαθιστώντας το μαζικό κίνημα. Επιπλέον, οι διεθνείς και περιφερειακοί «παίχτες» βρίσκουν πρόσφορο έδαφος να ενισχύσουν «φιλικές» τους δυνάμεις μέσα στον αντάρτικο στρατό. Αφού αποφάσισαν ότι το Συριακό Εθνικό Συμβούλιο, το οποίο εμφανίστηκε ως «ηγεσία» της εξέγερσης, δεν έχει καμία απολύτως επιρροή μέσα στην ίδια τη Συρία, οι ξένες δυνάμεις επικεντρώνουν την αναζήτηση «πρόθυμων» συνεργατών μέσα στις τάξεις του Ελεύθερου Συριακού Στρατού.

Σε αυτό το φόντο ξετυλίγεται μια σοβαρή συζήτηση μέσα στη διεθνή Αριστερά. Μια σημαντική μερίδα της, με διαφορετικές εμφάσεις, καταλήγει σε μια παρόμοια γραμμή: Η συριακή επανάσταση έγινε μια στρατιωτική επιχείρηση φανατικών Σουνιτών, που λειτουργούν ως πιόνια στην προσπάθεια Σαουδικής Αραβίας-Κατάρ-ΗΠΑ (ή και Τουρκίας, Γαλλίας, Ισραήλ) να ρίξουν το μπααθικό καθεστώς.

Διαμάχες

Η Συρία ζει μια κοινωνική κρίση και καθώς όλες οι αντιφάσεις οξύνονται, το ίδιο συμβαίνει και με τις πολιτικές διαμάχες. Σε ένα βαθμό εκεί οφείλεται και ο διχασμός στη δυτική Αριστερά. Είναι ένας διχασμός που διαπερνά το ίδιο το συριακό κίνημα, την Αριστερά στον αραβικό κόσμο, τις παλαιστινιακές οργανώσεις.

Για να πάρουμε θέση για τη Συρία, πρέπει να ξεκινήσουμε από τα γεγονότα. Δύο είναι οι βασικοί ισχυρισμοί που στηρίζουν το επιχείρημα πως δεν πρόκειται για μια λαϊκή εξέγερση που αξίζει την υποστήριξή μας.

Ο ένας είναι πως ο λαϊκός παράγοντας έχει εκτοπιστεί από μια στρατιωτική σύγκρουση δύο μειοψηφιών. Αν και η ένοπλη πάλη έχει αποκτήσει κεντρικό ρόλο, το λαϊκό κίνημα δεν έχει εξαφανιστεί. Η ραχοκοκαλιά του μαζικού κινήματος, οι Τοπικές Συντονιστικές Επιτροπές, δεν είναι εύκολο να παραγκωνιστούν μετά από 17 μήνες συνεχούς δράσης και λειτουργίας. Στις «νέες συνθήκες», οι Επιτροπές παίζουν δύο ρόλους.

Ο ένας είναι η προσπάθεια πολιτικοποίησης της αντίστασης: Με την  έκδοση εφημερίδας («Επαναστατικά Λόγια») η οποία μεταδίδει τα νέα από την πρώτη γραμμή, αλλά και αναπαράγει την ιστορία παλιότερων επαναστάσεων. Με πολιτικά κείμενα όπως ο «ηθικός κώδικας της επανάστασης», ένα κείμενο αρχών ενάντια στο σεχταρισμό και υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υπέρ των μειονοτήτων, δέσμευσης στο συριακό λαό κλπ, το οποίο έχουν ήδη υπογράψει πολλές οργανώσεις (φοιτητικές, συνδικαλιστικές, κοινωνικές), όπως και δεκάδες μεραρχίες του FSA.

Όργανα λαϊκής διακυβέρνησης

Ο άλλος ρόλος τους είναι πως συμμετέχουν στη διακυβέρνηση των απελευθερωμένων περιοχών. Ο Άναντ Γκοπάλ, αριστερός δημοσιογράφος, στο άρθρο του «Καλώς ήρθατε στην Ελεύθερη Συρία» γράφει χαρακτηριστικά:

«…οι πολίτες συγκεντρώθηκαν για να εκλέξουν συμβούλια –οι αγρότες δημιούργησαν το δικό τους, όπως έκαναν και οι έμποροι, οι εργάτες, οι δάσκαλοι, οι φοιτητές, οι υγειονομικοί, οι δικαστές, οι μηχανικοί και οι άνεργοι. Σε κάποιες περιπτώσεις, τα συμβούλια συγχωνεύονται με προϋπάρχοντα δίκτυα ακτιβιστών που ονομάζονται τοπικές συντονιστικές επιτροπές. Αυτά με τη σειρά τους επιλέγουν αντιπροσώπους για ένα συμβούλιο όλης της πόλης».

Η ίδια η ισορροπία, που έχει διαμορφωθεί στον πόλεμο, εξηγείται από το γεγονός ότι ο αντάρτικος στρατός έχει λαϊκή στήριξη, ενώ η κοινωνική βάση του καθεστώτος αποσυντίθεται. Ο συριακός στρατός έχει 300.000 άνδρες, αλλά ο Άσαντ δεν τους αξιοποιεί (παρά μόνο τις ελίτ μονάδες), γιατί ξέρει καλά ότι δεν μπορεί να στηριχτεί σ’ αυτούς.

Ο δεύτερος ισχυρισμός είναι πως ο FSA είναι ένα όργανο ξένων δυνάμεων. Όλες οι αναφορές από τη Συρία συγκλίνουν στο γεγονός πως έχει μια πολύ χαλαρή και ανοργάνωτη δομή. Είναι τελείως αβάσιμο το να αντιμετωπίζεται αυτός ο κυκεώνας μεραρχιών ως «όργανο» μιας «διεθνούς συνωμοσίας». Υπάρχουν κάποιες τζιχαντιστικές μεραρχίες που χρηματοδοτούνται από τη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ, αλλά στον FSA μπορεί να συναντήσει κανείς κάθε ιδεολογική, εθνική και θρησκευτική ομάδα της συριακής κοινωνίας. Ο οπλισμός από τη Δύση είναι σχεδόν ανύπαρκτος. Θα περίμενε κανείς μια «διεθνής συνωμοσία», που εμπλέκει τόσες δυνάμεις, να είναι ικανή να παρέχει στο «στρατό» της κάποια σοβαρά αντιαρματικά και αντιαεροπορικά όπλα και όχι να αφήνει αγρότες να μεταφέρουν καλάζνικοφ από τη μαύρη αγορά του Ιράκ.

Στρατιωτικοποίηση

Πέρα από τα γεγονότα, υπάρχει η πολιτική. Εκεί έχουν εμφανιστεί μια σειρά ζητήματα στο διεθνή διάλογο. Μια μερίδα της Αριστεράς κατακρίνει τη «στρατιωτικοποίηση» του αγώνα. Αντιπαραβάλλει τις μαζικές, άοπλες διαδηλώσεις με τον εμφύλιο πόλεμο σαν να πρόκειται για αφηρημένο ζήτημα επιλογής των εξεγερμένων. Στην πραγματικότητα ήταν η καταστολή των διαδηλώσεων που δημιούργησε τις πρώτες ένοπλες ομάδες και ήταν η κλιμάκωση της βίας (ο Άσαντ βομβαρδίζει πόλεις και χωριά πλέον) που έκανε την κλιμάκωση του αντάρτικου αναπόφευκτη. Το να ζητά κανείς από τους εξεγερμένους να συνεχίσουν «ειρηνικά» σημαίνει να τους ζητά να σφαγούν από τον Άσαντ. Καθόλου τυχαία, αυτή η μερίδα της Αριστεράς είναι τελείως αμήχανη, μιλώντας γενικά για «κατάπαυση του πυρός» και για έναν κάποιο ρόλο της «διεθνούς κοινότητας».

Ένα δεύτερο σημαντικό πολιτικό ζήτημα είναι ο ρόλος του ιμπεριαλισμού. Οι επιφυλακτικοί απέναντι στην εξέγερση φροντίζουν να υπογραμμίζουν την κεντρική σημασία που έχει ο ιμπεριαλισμός στη Μέση Ανατολή. Όμως η εικόνα που παρουσιάζουν, αντιμετωπίζει σε μεγάλο βαθμό τον «ιμπεριαλισμό» ως ένα ενιαίο και πανίσχυρο μπλοκ. Η αφήγηση που βλέπει μια συνεργία των Σαούντ, του Κατάρ και της Τουρκίας να λειτουργεί ως προμαχώνας των ΗΠΑ, της Γαλλίας και της Βρετανίας είναι υπεραπλουστευτική.

Ανταγωνισμοί

Μπορεί να υπάρχει σύμπτωση συμφερόντων ανάμεσα σε διάφορες δυνάμεις, αλλά υποτιμάται ο ανταγωνισμός ως κινητήρια δύναμη της ιμπεριαλιστικής στρατηγικής, όπως και η αυτονομία των τοπικών υπο-ιμπεριαλισμών που έχουν τη δική τους δυναμική. Η ίδια η επέμβαση στη Λιβύη ήταν ένα «τζογάρισμα», με μπροστάρη τον Σαρκοζί και με το αμερικανικό κατεστημένο να είναι διχασμένο. Η Σαουδική Αραβία αρχικά υποστήριζε δημόσια τον Άσαντ ενάντια στη «συνωμοσία». Το Κατάρ στήριξε (ελπίζοντας να ενσωματώσει) τις αραβικές εξεγέρσεις στην Τυνησία και την Αίγυπτο. Οι κινήσεις του Ερντογάν και η αλλαγή στις συμμαχίες του στη διάρκεια της αραβικής άνοιξης καθορίζονται όχι από τις ανάγκες των ΗΠΑ, αλλά από τη διεκδίκηση ρόλου περιφερειακής δύναμης. Ζητήματα όπως η αναζωπύρωση του κουρδικού στα σύνορα της Τουρκίας και η ανάπτυξη τζιχαντιστικών ομάδων στα σύνορα του Ισραήλ υπογραμμίζουν τα «αγκάθια».

Καθώς η επέμβαση του ΝΑΤΟ απομακρύνεται, η βασική κατηγορία προς τους αντάρτες είναι πως δέχονται όπλα. Είναι γνωστό πως όταν ο «Θείος Σαμ» δίνει ένα, στο τέλος ζητάει δέκα. Αλλά το γεγονός ότι ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός προσπαθεί να χειραγωγήσει την εξέγερση δεν σημαίνει ότι θα τα καταφέρει. Υπάρχουν πολλά ιστορικά παραδείγματα επαναστάσεων που δείχνουν πως το να δέχεται κανείς όπλα από μια ξένη δύναμη είναι διαφορετικό από το να είναι πράκτοράς της. Το ζητούμενο είναι το κίνημα να κατορθώσει να διατηρήσει την αυτονομία του.

Η κατάσταση στη Συρία είναι πιο «σύνθετη», ισχυρίζονται όσοι απορρίπτουν την εξέγερση. Πράγματι η συριακή εξέγερση δεν είναι μια καθαρή μάχη ανάμεσα στους εργάτες και τους καπιταλιστές. Αλλά αυτό είναι φυσικό. Όλες οι «επιπλοκές», εθνικές, θρησκευτικές κλπ, συνοδεύουν πάντοτε την ταξική πάλη, που ποτέ δεν εμφανίζεται σε «καθαρή μορφή». Με αυτή την έννοια έχουν δίκιο όσοι σύντροφοι επικαλούνται την πολυπλοκότητα της κατάστασης. Επιπλέον, η συριακή εξέγερση δεν λειτουργεί μόνο στη βάση εθνικών αντιφάσεων, αλλά και στο πλαίσιο περίπλοκων περιφερειακών και διεθνών ανταγωνισμών.

Ταξική αντίθεση

Αν πρέπει να ιεραρχήσουμε τις αντιθέσεις, η βασική αντίθεση στη Συρία είναι ανάμεσα σε ένα καταπιεστικό καθεστώς, που το στηρίζει μια κρατικοκαπιταλιστική ελίτ, και τις λαϊκές τάξεις που εξεγέρθηκαν εναντίον του. Δεν υποτιμάμε τη σημασία του ιμπεριαλισμού και ειδικότερα την παρουσία και το ενδιαφέρον του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στη Μέση Ανατολή. Αλλά η ουσία είναι πως η Ουάσινγκτον δεν καθορίζει τις τακτικές και τους στόχους της εξέγερσης, ούτε έχει δημιουργήσει ένα καθεστώς-μαριονέτα έτοιμο να αναλάβει το αποτέλεσμα. Μέσα στην εξέγερση δεν έχει επικρατήσει μια συγκροτημένη φιλο-ιμπεριαλιστική πτέρυγα. Από αυτή την άποψη, οι περιφερειακές αντιθέσεις δεν έχουν κατορθώσει ακόμη να υποκαταστήσουν την ταξική αντίθεση.

Ο κίνδυνος να προδοθεί ο αγώνας των Σύριων είναι υπαρκτός. Άλλωστε και στην Αίγυπτο και στην Τυνησία μια ανάλογη «προδοσία» εξελίχτηκε μετά την ανατροπή των δικτατόρων. Και στις δύο χώρες όμως, ο αγώνας συνεχίζεται. Οι εξεγέρσεις άνοιξαν μια διαδικασία που θα συνεχίζεται, όσο οι κοινωνικές αντιθέσεις, που την προκάλεσαν, μένουν άλυτες. Το ίδιο ισχύει και για τη Συρία, όπως και για όλο τον αραβικό κόσμο.

Η «παλιά τάξη», οργανωμένη από δικτατορίες που στηρίζονταν στις ΗΠΑ και δικτατορίες που παρουσιάζονταν ως «αντιδυτικές» για να διατηρούν την εξουσία τους, αμφισβητείται από τις αραβικές μάζες. Οι συσσωρευμένες αντιθέσεις του αραβικού κόσμου και η παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού είναι η «ατμομηχανή» που δημιουργεί τις εξελίξεις και όχι τα σχέδια των ιμπεριαλιστών.

Τις νέες συνθήκες συνόψισε εύστοχα ο Corey Oakley σε άρθρο στη «Socialist Alternative»:

«Η αραβική επανάσταση έχει αλλάξει τα πάντα. Τώρα πια δεν ζούμε σε έναν “κόσμο μετά την 11η Σεπτέμβρη”, αλλά σε έναν “κόσμο μετά την Ταχρίρ”. Για τόσο καιρό οι αραβικές μάζες ήταν τα θύματα της ιστορίας. Η Ταχρίρ έδειξε πως μπορούν να είναι οι πρωτεργάτες του μέλλοντος».