Στα πλαίσια του 22ου Αντιρατσιστικού Φεστιβάλ οργανώθηκε συζήτηση με θέμα «Η αυτοκρατορία αντεπιτίθεται: Μετά τη δεξιά παλινόρθωση πώς διαμορφώνεται το κοινωνικό τοπίο και ποιος ο ρόλος της ριζοσπαστικής Αριστεράς». Ακολουθεί η τοποθέτηση της Μαρίας Μπόλαρη, εκ μέρους της ΔΕΑ, υποψήφιας στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας της ΛΑΕ.

Μακριά από αναλύσεις μοιρολατρικές του τύπου «ήταν αναπόφευκτο», χρειάζεται να πούμε καθαρά ότι η αυτοκρατορία αντεπιτίθεται, γιατί βρήκε χώρο και χρόνο. 
Ο Μητσοτάκης δεν ήρθε μόνος του. Δεν ήρθε λόγω της πολιτικής αποτελεσματικότητας της ΝΔ ή χαρισματικών ικανοτήτων του. Έρχεται πατώντας στα πεπραγμένα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και του Τσίπρα, στη σκληρή δουλειά που έκαναν για να πείσουν ότι η μόνη έξοδος από τα μνημόνια είναι η κατά γράμμα υλοποίηση των μνημονίων. Κι ό,τι αυτά σημαίνουν: την εσωτερική υποτίμηση, τη μεγαλύτερη κερδοφορία των επιχειρήσεων, τη μεγαλύτερη ευθυγράμμιση με όλο το αντιδραστικό πλέγμα της ΕΕ. 
Όταν ο Τσίπρας δεσμευόταν πέρσι στη ΔΕΘ για μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων στο όνομα της ανάπτυξης. 
Όταν η πραγματική ανεργία είναι στο 27,5%, όταν μόνο το 45% των νέων προσλήψεων είναι πλήρους απασχόλησης.
Όταν το 37,5% των εργαζομένων αμείβεται με κάτω από 600 ευρώ. 
Όταν οι φτωχοί εξασφαλίζουν με τους φόρους και τις εισφορές τους την επιβίωση των ακόμα φτωχότερων, γιατί αυτή είναι η βάση της επιδοματικής πολιτικής.
Όταν τους πρόσφυγες περιμένει ο φράχτης στο Έβρο, τα «ναυάγια» στο Αιγαίο, τα στρατόπεδα στη Μόρια και αλλού, ως αποτέλεσμα της ρατσιστικής συμφωνίας ΕΕ-Ελλάδας-Τουρκίας. 
Όταν ο Τσίπρας χαριεντίζεται με τον Τραμπ και τον Νετανιάχου και η κυβέρνησή του δέχεται τα συγχαρητήρια του πρέσβη των ΗΠΑ, γιατί «κάμφθηκε ο αντιαμερικανισμός των Ελλήνων».
Όταν η Συμφωνία των Πρεσπών καταλήγει στο όνομα Βόρεια Μακεδονία όχι για αντιεθνικιστικούς λόγους, αλλά για να διευρυνθεί το ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια. 
Τότε γίνεται κατανοητή η πολιτική απογοήτευση του κόσμου, που είδε ότι το κόμμα της αντιμνημονιακής πάλης και της ριζοσπαστικής πολιτικής γίνεται συστημική Αριστερά. 
Γιατί, πριν κατηγορήσουμε τον κόσμο για συντηρητισμό –ακόμα κι όταν αυτό λέγεται με καλοπροαίρετη ανησυχία– πρέπει να θυμόμαστε τις υλικές συνθήκες που ζει αυτός ο κόσμος. Πρέπει να θυμόμαστε ότι διαχωριστικές γραμμές, που χτίστηκαν με κόπο από την Αριστερά επί δεκαετίες, ποδοπατήθηκαν. 
Μόνο έτσι μπορούμε να εξηγήσουμε το αποθρασυμένο πρόγραμμα της ΝΔ. 
Παρ’ όλα αυτά ξέρουμε ότι ο Μητσοτάκης δεν θα είναι μια απλή συνέχεια. Η ΝΔ, ως καθαρόαιμος εκφραστής της αστικής τάξης, θα επιχειρήσει να εξυπηρετήσει με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντά της. Οι εργαζόμενοι, αν δικαιούνται κάτι, θα πρέπει να περιμένουν τον εργοδότη να το δώσει εφόσον έχει τη δυνατότητα. Ό,τι έχει απομείνει από το κοινωνικό κράτος, με πρώτο στόχο τη δημόσια παιδεία και υγεία, θα πρέπει να ελαχιστοποιηθεί. Ενώ αντίθετα τα προτάγματα του ΝΑΤΟ και της ΕΕ θα είναι σε πρώτη προτεραιότητα. 
Ο στόχος του Μητσοτάκη θα είναι η στρατηγική ήττα του κινήματος κοινωνικής αντίστασης. Η στρατηγική ήττα των ιδεών, των συνηθειών, ακόμα και των συμβόλων της Αριστεράς σε κάθε εκδοχή της. Χέρι βοηθείας θα του δώσει η γραβατωμένη ακροδεξιά που έχει πια εγκατασταθεί στο πολιτικό σκηνικό. 
Συζήτηση στην Αριστερά
Απέναντι σε όλα αυτά αντιπολίτευση δεν μπορεί να είναι ο ΣΥΡΙΖΑ. Η πορεία από το 2015 μέχρι σήμερα, οι επιλογές που έγιναν, έχουν παράξει βαθιά μετάλλαξη. Η σοσιαλδημοκρατικοποίηση –και μάλιστα στη χειρότερη εκδοχή–  έχει εγκατασταθεί. 
Το βάρος της κοινωνικής και πολιτικής αντιπολίτευσης θα πρέπει να σηκώσουν οι οργανώσεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Τα κακά εκλογικά αποτελέσματα και η πολιτική αποτυχία όλων των εκφράσεών της να αποτελέσουν μια από τα αριστερά εναλλακτική στον ΣΥΡΙΖΑ, έχουν φυσιολογικά ανοίξει μια σοβαρή συζήτηση εντός μετώπων και οργανώσεων για το τι έφταιξε. Κατά τη γνώμη μας αυτή η συζήτηση πρέπει να γίνει παίρνοντας υπόψη πολλά. Το τι προκάλεσε η συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ ως φορτίο για όλες τις εκδοχές της Αριστεράς και ταυτόχρονα τις πολιτικές-οργανωτικές ανεπάρκειες κάθε μετώπου ξεχωριστά στις νέες συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί. Κυρίως όμως αυτή η συζήτηση πρέπει να γίνει με τα μάτια στραμμένα στα καθήκοντα της επόμενης μέρας. Είναι θετικό ότι κι εδώ και σε άλλες συναντήσεις που προηγήθηκαν, αυτή η οπτική ήταν κυρίαρχη. 
Όμως θα χρειαστεί προσοχή στα εξής. Το σχέδιο που απαιτείται έχει επείγοντα χαρακτήρα. Όσο πρωτόγνωρες κι αν είναι οι συνθήκες, δεν έχουμε την πολυτέλεια του χρόνου και της αναμονής για τη συγκρότηση ενός «επαναστατικού προγράμματος που θα πείσει τις μάζες». Χρειάζονται άμεσα προγραμματικές επεξεργασίες, οι διεκδικήσεις για το μισθό, τη σύνταξη, το σχολείο, την υγεία, τα δικαιώματα. Αυτές θα εμπλουτιστούν και θα πατούν στα πόδια τους, αν συνοδευτούν από άμεσες κοινωνικές και πολιτικές πρωτοβουλίες συντονισμού στα επίδικα του άμεσου διαστήματος. 
Για να πούμε όχι δεν πολεμάμε για τις εξορύξεις και τις ΑΟΖ, όχι στο ΝΑΤΟ και τους εξοπλισμούς, ότι οι δικές μας ανάγκες είναι ενάντια στους ανταγωνισμούς της ελληνικής και της τουρκικής αστικής τάξης στο Αιγαίο. 
Για τη συγκρότηση στη φετινή διαδήλωση της ΔΕΘ ενός σοβαρού ενωτικού μπλοκ πρωτοβάθμιων σωματείων, συλλογικοτήτων και οργανώσεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς, που θα είναι ορατό ως δύναμη μάχης απέναντι στην κυβέρνηση της ΝΔ και ουσιαστικά διαχωρισμένο από τις συνδικαλιστικές ηγεσίες ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ. 
Για την αναγκαία οργάνωση της κοινής δράσης των αυτοδιοικητικών σχημάτων. Γιατί αυτά συγκέντρωσαν ένα σημαντικό δυναμικό της ευρύτερης ριζοσπαστικής Αριστεράς, που μπορεί να συντονίσει τη δράση του ενάντια στις εξώσεις και τους πλειστηριασμούς και για την υπεράσπιση των νοσοκομείων, των σχολείων, των κοινωνικών υπηρεσιών της κάθε περιοχής. 
Επιμένουμε στο σχέδιο της ενωτικής και μαχητικής αντιπολίτευσης. Πιστεύουμε ότι υπάρχει ένα σημαντικό δυναμικό αγωνιστών και αγωνιστριών της Αριστεράς που μπορεί να το στηρίξει. Είναι αυτό που γίνεται ορατό σε εργατικές κινητοποιήσεις, σε αντιφασιστικές-αντιρατσιστικές δράσεις, στις κινητοποιήσεις των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙ, σε αυτές για το περιβάλλον, αυτό που έδωσε το παρόν σε αντιιμπεριαλιστικές συγκεντρώσεις. 
Αυτά είναι οι όροι της ανασυγκρότησης. Θεωρούμε ότι απαιτείται ένα νέο «μοντέλο συνεργασίας», ένας κοινός τόπος πολιτικών πρωτοβουλιών. Αξιοποιώντας εμπειρίες, μαθαίνοντας από λάθη, υπερβαίνοντας την υπάρχουσα κατάσταση και τα υπάρχοντα μέτωπα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, χρειάζεται όπως είπαμε, να αναλάβουμε την ευθύνη. 
ΛΑΕ
Στις εκλογές της 7 Ιούλη η ΔΕΑ και το Κόκκινο Δίκτυο παρεμβαίνουν με σύνθημα «Ψήφος στη ΛΑΕ, για την ανασυγκρότηση της ριζοσπαστικής Αριστεράς». Θεωρούμε ότι η ΛΑΕ, εξαιτίας μιας σειράς επιλογών, έχασε ένα σημαντικό ουσιαστικό προβάδισμα που είχε. Αυτό της «παράταξης σε μάχη» αμέσως μετά τη συνθηκολόγηση και αυτό της απόπειρας για συνέχεια της ριζοσπαστικής κι ενωτικής πολιτικής. Ιδιαίτερα τον τελευταίο χρόνο η απεύθυνση, έτσι όπως περνούσε από την ηγετική εκφώνηση, σε ένα διαταξικό ακροατήριο, τα γεωπολιτικά μνημόνια, η άποψη ότι το έθνος-κράτος μπορεί να είναι προστασία του λαού αποδείχθηκαν καταστροφικές. Από τέτοιες επιλογές έχουμε διαχωριστεί με λόγια και πράξεις. Εκτιμούμε ότι είναι σημαντικό ότι στο εσωτερικό της ΛΑΕ γίνεται αυτοκριτική και προσπάθεια για αλλαγή πορείας. Περιμένουμε και στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ κάτι αντίστοιχο. Θεωρούμε ότι στη ΛΑΕ θα χρειαζόταν περισσότερα ως στίγμα της «αριστερής στροφής». Γι’ αυτό και η συμμετοχή μας στα ψηφοδέλτια είναι συμβολική. 
Με συντρόφους και συντρόφισσες της ΛΑΕ διανύσαμε μια «σκληρή» διαδρομή. Για τις διεργασίες της επόμενης μέρας, για ένα συνεκτικό σχέδιο που θα «δένει» το κινηματικό και το πολιτικό, οι εμπειρίες της είναι απαραίτητες.