Το παρακάτω άρθρο βασίστηκε στα σημεία της ομιλίας του Παναγιώτη Λίλλη, στην εκδήλωση της Κίνησης «Απελάστε το Ρατσισμό» με τίτλο «Αντίσταση στον πόλεμο κατά των προσφύγων και των φτωχών» που πραγματοποιήθηκε στις 21/9/2016 στον κήπο του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων. Στην πίσω σελίδα μπορείτε να διαβάσετε σύντομο ρεπορτάζ για την εκδήλωση.

Στη διάρκεια του Σεπτέμβρη, είχαμε τα γεγονότα στη Χίο, το κάψιμο του hot spot της Μόρια στη Λέσβο, τα γεγονότα στο Ωραιόκαστρο και στη Φιλιππιάδα. Όλα αυτά συνθέτουν μια κατάσταση που μας θέτει ερωτήματα για την ενίσχυση της ακροδεξιάς απειλής, αλλά και την ανάγκη απαντήσεων σε μια σειρά ζητήματα, που προϋπήρχαν της σημερινής συγκυρίας και βρίσκονται στο υπόβαθρό της. 
Αιτίες
Όσον αφορά τις αιτίες της προσφυγιάς η ρατσιστική προπαγάνδα κάνει λόγο για «λαθρο-εισβολείς», «υποκινούμενους από τον Ερντογάν» κ.λπ. και πολλά στοιχεία της υιοθετούνται από ΜΜΕ, τμήμα της κοινής γνώμης και ευρύτερα μπλοκ δυνάμεων και κομμάτων. Αυτή η άποψη συνήθως εστιάζει στο «πρόβλημα των δουλεμπόρων», όπως είπε π.χ. ο Καζάκης, που δεν θεωρεί πρόβλημα τους πνιγμένους στη Μεσόγειο (αφού είναι, λέει, λιγότεροι από τα αυτοκινητιστικά δυστυχήματα στην Ευρώπη!) και καλεί σε ρατσιστικό ξεσηκωμό. Αυτή η ρητορική κατά των «δουλεμπόρων», αναζητά εξωτερικούς εχθρούς, αλλά αφήνει πάντα στο απυρόβλητο τους πραγματικούς δουλέμπορους –τους επιστάτες της Μανωλάδας, τους υπευθύνους των στρατοπέδων συγκέντρωσης, την αστυνομία.
Πρόκειται για θεωρίες που δεν είναι πρόκληση μόνο απέναντι στις αξίες της Αριστεράς, αλλά και πρόκληση απέναντι στην κοινή λογική. 
Μια πιο «επίσημη» εκδοχή, απορρίπτει τις υπερβολές των ρατσιστών (περί «οργανωμένου σχεδίου» κ.λπ.), αλλά αντιμετωπίζει τους πολέμους και την καταστροφή στο Νότο και την Ανατολή ως «παθογένειες» της περιοχής, με κεντρικό σημείο το ότι πρόκειται για «θρησκευτικές συγκρούσεις». Είναι μια εκδοχή που αδυνατεί να ερμηνεύσει σοβαρά τις πολύ πιο σύνθετες εξελίξεις και κυρίως αποσιωπά τις ευθύνες του ιμπεριαλισμού. Πχ το μέγεθος της καταστροφής στη Συρία που έχει οδηγήσει στο μεγαλύτερο προσφυγικό κύμα από την εποχή του Β’ ΠΠ, εξηγείται μόνο από την παρέμβαση των μεγάλων δυνάμεων, που διεξάγουν έναν «πόλεμο δι’ αντιπροσώπων» σε μια περιοχή κρίσιμη σε φυσικούς πόρους και σε ενεργειακές διαδρομές. Μάλιστα πλέον δεν γίνεται καν δι’ αντιπροσώπων, καθώς βομβαρδίζουν και οι ΗΠΑ με τους συμμάχους τους αλλά και η Ρωσία.
Μια άλλη πολιτική διαμάχη αφορά το ρόλο της ΕΕ και την ισλαμοφοβία. Το 2015 τα σύνορα της ΕΕ ήταν ανοιχτά για τους πρόσφυγες -γιατί το γερμανικό ασφαλιστικό σύστημα είχε φτάσει στα όριά του, γιατί δεν υπάρχουν νέοι Γερμανοί εργάτες και ο γερμανικός καπιταλισμός ήθελε επειγόντως νέους ειδικευμένους εργάτες (και οι Σύροι ήταν οι «κατάλληλοι», ως νέοι, μορφωμένοι κ.λπ.). Όταν άρχισαν να έρχονται πολύ περισσότεροι από όσους μπορούσε ή ήθελε να διαχειριστεί η Ευρώπη, έκλεισαν τα σύνορα, με τη συμφωνία του Μάρτη 2016. Για να στηριχτεί αυτή η επιλογή (σε μια εποχή που το ρεύμα αλληλεγγύης ήταν μαζικό) ανέσυραν και πάλι το χαρτί που παίζουν πάντα, την ισλαμοφοβία. 
Όμως η απάντηση που δίνουν όσοι θεωρούν «κακό» το ισλάμ, χτυπάει τα θύματα, όχι τους υπεύθυνους. Για τη γυναικεία καταπίεση, χτυπούν τις ίδιες τις γυναίκες που φοράνε τσαντόρ. Για την τρομοκρατία, χτυπούν τους Γάλλους πολίτες, περιορίζοντας τις ελευθερίες τους. Για την εγκληματικότητα, χτυπούν τους φτωχούς, όχι τους βαρόνους της μαφίας με τους οποίους έχει σχέση το σύστημα. Επιτίθενται στο ισλάμ των προσφύγων και των μεταναστών, όχι στο ισλάμ των βασιλιάδων του πετρελαίου, γιατί με αυτούς έχουν εξαιρετικές σχέσεις. Για παράδειγμα, ενώ καταδικάζονται οι φρικτοί αποκεφαλισμοί που κάνει το Ισλαμικό Κράτος, οι μαζικοί αποκεφαλισμοί είναι επίσημη δημόσια τελετή στην κεντρική πλατεία της πρωτεύουσας της Σ. Αραβίας, αλλά καμία δυτική κυβέρνηση δεν «αγανακτεί» εξίσου.
Στην Ελλάδα έχουμε να αντιμετωπίσουμε την αθλιότητα των στρατοπέδων. Πιο εμβληματική εικόνα της κατάστασης που επικρατεί, είναι το πρωτάκουστο πράγμα στη Ριτσώνα δέκα έγκυες γυναίκες να προχωρούν σε απεργία πείνας και νερού. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ διαχειρίστηκε εξαρχής το προσφυγικό με μια κοντόθωρη εκτίμηση («θα τους στοιβάξω κάπου, θα τους ταΐζω ό,τι σκουπίδι βρω, θα διαχειριστώ και τα κονδύλια της ΕΕ, μέχρι να λυθεί το θέμα και να φύγουν»), που στον πυρήνα είχε μια λογική ρατσισμού. 
Αυτή η λογική οδήγησε στη σημερινή κατάσταση, όπου έχουμε ανθρώπους που είναι φυλακισμένοι (και συχνά δεν έχουν καν τα «προνόμια» των φυλακισμένων) και βρίσκονται στα όρια της εξέγερσης. Και έξω από τα στρατόπεδα, την ακροδεξιά να επιχειρεί να κινητοποιηθεί και πάλι. Για το δεύτερο, έχει σημασία να θυμόμαστε πως τα τελευταία γεγονότα στα νησιά το Σεπτέμβρη ξέσπασαν χωρίς να υπάρξει σοβαρή αφορμή ή περιστατικό (οι «αφορμές» ήταν ρατσιστική παραπληροφόρηση από την ακροδεξιά μπλογκόσφαιρα). Το ότι ξέσπασαν τώρα (και όχι π.χ. ένα μήνα πριν) που τελείωσε η τουριστική περίοδος και ο ρόλος διάφορων τοπικών «δυνάμεων» (δήμαρχοι που ευελπιστούν να αναλάβουν τη διαχείριση των κονδυλίων κ.λπ.) δείχνει πως το ζήτημα είναι ευρύτερο από τη δράση κάποιων χρυσαυγιτών.
Πάντως είναι σε αυτό το υπόβαθρο που επιχειρούν να ανασυνταχτούν οι φασίστες και το ερώτημα είναι ποιες δυνατότητες έχουν.
Αφενός, υπάρχει η εικόνα από την κινητοποίησή τους στις Θερμοπύλες (μαζεύτηκαν 250 άτομα) και στο Μελιγαλά (150 άτομα), που δείχνει πως η οργανωτική κατάσταση της ΧΑ παραμένει αδύναμη, και δεν είναι αυτή που δημιουργεί άμεσα την απειλή. 
Αλλά αφετέρου, στις περισσότερες δημοσκοπήσεις, η ΧΑ δείχνει πως ανεβαίνει. Υπάρχει μια τεράστια δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση. Καθώς –ανεξάρτητα από το τι λέμε εμείς– ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται ως «Αριστερά», αυτή η αγανάκτηση μπορεί να πάρει και αντι-αριστερό χαρακτήρα. Υπάρχει ο κίνδυνος μέσα στη διάχυτη δυσαρέσκεια, αγανακτισμένος κόσμος, αναζητώντας «άλλη» διέξοδο να αρπαχτεί από τη λύση του εύκολου θύματος: Φταίει ο πρόσφυγας, όχι ο τραπεζίτης.
Δυστυχώς όμως για την ΧΑ και τους ναζί, και ευτυχώς για εμάς, στην Ελλάδα υπάρχει μέχρι σήμερα μια ριζοσπαστική Αριστερά που κατεβαίνει στους δρόμους, στηρίζει τις απεργίες, συμμετέχει στις αντιφασιστικές κινητοποιήσεις. Αυτή είναι η βάση για να φράξουμε το δρόμο στην ακροδεξιά. Αλλά χρειάζεται αποτελεσματική πολιτική απέναντι στους φασίστες, και αυτή είναι η πολιτική που διασπά τη λαϊκή τους βάση, διώχνει τους εργαζόμενους από την επιρροή του φασισμού. Και αυτό μπορεί να γίνει αναδεικνύοντας την ταξική ατζέντα: όταν ο Μαρινόπουλος απολύει 13.000 εργάτες δε φταίνε οι Πακιστανοί, φταίει ο Μαρινόπουλος για την ανεργία. Όταν έρθουν να πάρουν τα σπίτια των φτωχών, δεν θα είναι Πακιστανοί και Αλβανοί, θα είναι οι τραπεζίτες. 
Σε μια πρώτη φάση, όταν οι άνθρωποι έρχονταν κυνηγημένοι από τον πόλεμο, επιδιώκοντας να φτάσουν στην κεντρική Ευρώπη, η Αριστερά, ο κόσμος του αντιφασισμού και της αλληλεγγύης είχαν ως κεντρικό σύνθημα σωστά τα «Ανοιχτά Σύνορα».
Περίοδος
Αυτή η περίοδος έκλεισε με τη συμφωνία του Μάρτη του 2016. Οι πρόσφυγες πλέον κλείνονται σε στρατόπεδα και βασική διεκδίκηση του κινήματος γίνεται το να παραμείνουν αυτά ανοιχτά, για να επικοινωνούν οι πρόσφυγες με τους αλληλέγγυους και τις τοπικές κοινωνίες, να μην απομονωθούν. 
Με το Ωραιόκαστρο ανοίγει μια νέα συζήτηση γύρω από τη συνειδητοποίηση ότι οι πρόσφυγες δεν πρόκειται να φύγουν. Όχι γιατί δεν το θέλουν, αλλά γιατί αποκλείεται να φτάσουν στην κεντρική Ευρώπη και δεν πρόκειται να γυρίσουν πίσω (στη Συρία;). 
Πάνω στο ζήτημα των προσφυγόπουλων, είτε γίνεται σπέκουλα πάνω στο αν θα μείνουν («γιατί να μάθουν ελληνικά, αφού θα φύγουν, έτσι δεν είπε και η κυβέρνηση;»), είτε προωθείται η λογική της γκετοποίησης («έξω από τα σχολεία μας»). Η κυβέρνηση δεν μπορεί να απαντήσει σε αυτά, αφενός γιατί και η ίδια θέλει να φύγουν και αφετέρου γιατί η πολιτική που προωθεί είναι επίσης «διαχωρισμού». 
Μάλιστα μετά το Ωραιόκαστρο, ήρθε η ανακοίνωση στη Φιλιππιάδα, που πηγαίνει τη λογική της «αδύνατης συνύπαρξης» στα άκρα, με ανοιχτά ρατσιστικά επιχειρήματα. Η διαμάχη για την ένταξη των παιδιών των προσφύγων στα σχολεία γίνεται σήμερα σημαντική. Και αφορά τη γενικότερη διαμάχη όλου του επόμενου διαστήματος. Απέναντι σε μια λογική που θέλει να δημιουργήσει γκέτο (το οποίο φέρνει πορνεία, ναρκωτικά, σκλάβους εργάτες), η Αριστερά πρέπει να προτάξει τη συνύπαρξη, και βάση της συνύπαρξης είναι η ισότητα και η ένταξη των προσφύγων στην κοινωνία, για να δώσουμε κοινούς αγώνες ενάντια στη φτώχεια.