Το τριήμερο 28-29-30 Ιούνη, στο Πάρκο Γουδή θα πραγματοποιηθεί το 22ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ Αθήνας, ενώ στις 28-29 Ιούνη στο πάρκο Ξαρχάκου (απέναντι από το Λευκό Πύργο) θα γίνει το αντίστοιχο στη Θεσσαλονίκη. 
Αυτές οι γραμμές γράφονται ενώ αναμένεται η δημοσίευση περισσότερων λεπτομερειών (πρόγραμμα κλπ) από τους διοργανωτές. Ωστόσο θα σταθούμε στη σημασία που έχουν τα ίδια τα Φεστιβάλ ως γεγονότα από μόνα τους. Υπάρχει μια αυτονόητη αξία που ισχύει διαχρονικά: 22 χρόνια ζωής, τα έχουν καταστήσει ένα σταθερό «θεσμό» για τον κόσμο της Αριστεράς και των κινημάτων, που ανανεώνει κάθε καλοκαίρι του ραντεβού του εκεί. 
Στο σκηνικό που διαμορφώνεται το φετινό καλοκαίρι (και φωτίστηκε έντονα από το πρόσφατο εκλογικό αποτέλεσμα), η σημασία που αποκτά ένας τέτοιος «θεσμός» αποκτά επιπλέον ιδιαιτερότητες. 
Στα Φεστιβάλ φιλοξενούνται παραδοσιακά δυνάμεις, έντυπα, σχήματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς (με τα τραπεζάκια τους) αλλά αποτελούν και γενικότερα πόλο έλξης του «λαού της Αριστεράς» (ως επισκέπτες). Θυμόμαστε ότι τα χρόνια μετά το μούδιασμα που προκάλεσε η ήττα του 2015, τα διάφορα φεστιβάλ αποτελούσαν πάντα έναν από τους «δείκτες» του κατά πόσο ένα δυναμικό εξακολουθεί να συσπειρώνεται, να είναι (έστω σε διάφορες ταχύτητες) ενεργό, να «ψάχνεται» και να δηλώνει κάπως «παρών». 
Βρισκόμαστε αμέσως μετά το χαστούκι των ευρωεκλογών, οπότε έχει σημασία να ξαναβρεθούμε, να «μετρηθούμε», να δηλώσουμε «παρών», αλλά και να συζητήσουμε από κοντά τη νέα κατάσταση και τα νέα καθήκοντα. Έχουμε επίσης πρόσφατη την «αχτίδα φωτός» στις καταγραφές (καλύτερες από τις ευρωεκλογές) αρκετών αριστερών ριζοσπαστικών σχημάτων στην τοπική αυτοδιοίκηση, που επιχείρησαν να «κάνουν πολιτική αλλιώς». Εκεί αποδείχθηκε ότι ενώ τα κεντρικά πολιτικά σχέδια που κατέθεσαν οι βασικοί μετωπικοί σχηματισμοί της Αριστεράς δεν έπεισαν στο ελάχιστο και αποδοκιμάστηκαν, υπάρχει σε αυτούς ένα πολύτιμο δυναμικό, του οποίου η δράση αναγνωρίζεται (κριτήριο πιο καθοριστικό σε μια τοπική κάλπη) και άρα διατηρεί την ελάχιστη δυνατότητα να συσπειρώσει δυνάμεις. Στο χώρο των Φεστιβάλ, στα τραπεζάκια του, στα «πηγαδάκια» του, αλλά και στις θεματικές του συζητήσεις, είναι ευκαιρία να συγκεντρωθεί αυτό το δυναμικό και να οσμωθεί, να ανιχνεύσει από κοινού απαντήσεις για πώς προχωράμε από εδώ και πέρα. Μια διαδικασία που δεν εξαντλείται σε ένα Φεστιβάλ, αλλά έχει την ευκαιρία να ξεκινήσει άμεσα σε αυτό. 
Προφανώς τα Φεστιβάλ αποτελούν κυρίαρχα ένα αντιρατσιστικό γεγονός κι απευθύνονται και συγκεντρώνουν ευρύτερο κόσμο του κινήματος ή και πιο ανενεργό κόσμο που όμως δηλώνει την αντίθεσή του στο ρατσισμό. Φέτος, λοιπόν, με τα νέα της διεθνούς ανόδου της ακροδεξιάς να έχουν αποτυπωθεί πρόσφατα στην ευρω-κάλπη, είναι σημαντικό να «μετρηθεί» και να συναντηθεί/συζητήσει το αντίπαλο δέος: Ο κόσμος της αλληλεγγύης και της αντίστασης. Θυμίζουμε ότι και πέρσι (ειδικά στη Θεσσαλονίκη) η συσπείρωση γύρω από τα Αντιρατσιστικά Φεστιβάλ λειτούργησε ως «ανάσα» κι έμμεση απάντηση μετά την εθνικιστική υστερία γύρω από το μακεδονικό ζήτημα. 
Άλλωστε τα ευχάριστα νέα της πτώσης της Χρυσής Αυγής στην Ελλάδα δεν επιτρέπουν εφησυχασμό. Η εμφάνιση νέων εκδοχών ακροδεξιάς (Βελόπουλος), η πάντοτε παρούσα πραγματικότητα του θεσμικού ρατσισμού (ΕΕ και κυβέρνηση), αλλά και ο στόχος να βαθύνουμε την κρίση της ΧΑ για να υποχωρήσει ακόμα πιο αποφασιστικά, βάζουν καθήκοντα μπροστά μας που θα έχουμε να τα δούμε σε σχετικές συζητήσεις στο χώρο των Φεστιβάλ. 
Παρά τις ελληνικές ιδιαιτερότητες (η νεοναζιστική έκφραση τμήματος του χώρου «δεξιά της Δεξιάς», η σχετική εκλογική στασιμότητα αυτού του «χώρου» αθροίστικα σε σχέση με άλλες χώρες), αποτελούμε και ‘μεις τμήμα της διεθνούς συγκυρίας: Όπου το σχετικό «ακροατήριο» υπάρχει και αντέχει, όπου η «εγκατάσταση» της ακροδεξιάς στο δημόσιο πολιτικό χώρο είναι μια μόνιμη κατάσταση, όπου αυτές οι δυνάμεις ετοιμάζουν έναν παρατεταμένο «πόλεμο θέσεων». Για έναν τέτοιο πόλεμο πρέπει να ετοιμαζόμαστε κι εμείς, έναν πόλεμο που αφορά ιδέες που επιχειρούν να ηγεμονεύσουν, επιρροή και παρουσία στο δημόσιο χώρο, «παραδείγματα» πολιτικής και κοινωνικής πρότασης κ.ο.κ. Σε έναν τέτοιο «πόλεμο θέσεων», τα αντιρατσιστικά φεστιβάλ και η επιτυχία τους είναι οργανικό κομμάτι: Ως το πολιτικό μήνυμα που εκπέμπουν, ως «καταγραφή» δυναμικού, ως ευκαιρία να συζητήσουμε και να προωθήσουμε τις απόψεις του αντιρατσιστικού-αντιφασιστικού στρατοπέδου, ως «παράδειγμα» συνύπαρξης κι αλληλεγγύης ντόπιων και μεταναστών. Είναι ένα ζήτημα που αξίζει να διερευνηθεί γενικότερα (απέναντι στην τακτική «ρατσιστικού παραδείγματος» που επιχειρεί να ριζώσει σε μια γειτονιά, να την «καθαρίσει» και να την «προτείνει» έπειτα ως μοντέλο, να επιχειρήσουμε να χτίσουμε καθημερινά γενικευμένα «αντιρατσιστικά παραδείγματα»), αλλά που προς το παρόν μπορούν και καταφέρνουν σε «κεντρικό» επίπεδο τα Αντιρατσιστικά Φεστιβάλ. 
Ακόμα και η λεγόμενη «συναυλιακή νεολαία», τα παιδιά που έρχονται μαζικά για τις συναυλίες αλλά απουσιάζουν από τις συζητήσεις και προσπερνούν τα τραπεζάκια, αποτελεί ένα κρίσιμο μέγεθος ως προς το να επιβεβαιωθεί η παρουσία τους. Αν και πολλά χρειάζεται να γίνουν για να ασχοληθούν αυτά τα παιδιά και με το «όλο Φεστιβάλ», είναι πάντα ελπιδοφόρο να βλέπεις αν υπάρχει μαζική παρουσία τους: Γιατί ξέρουν ότι πάνε (να ακούσουν μουσική) σε ένα αντιρατσιστικό φεστιβάλ κι άρα είναι καταρχήν «στην από δω μεριά». Γιατί μετά τη χρονιά που πέρασε (απόπειρα ακροδεξιάς ή και νεοναζιστικής διείσδυσης στα σχολεία με αφορμή το μακεδονικό) ή μετά το 13% των νεολαίων στη Χρυσή Αυγή, είναι σημαντικό να «μετρηθούν» οι πιτσιρικάδες που προτιμούν να διασκεδάσουν ακούγοντας πχ τους Rationalistas να τραγουδάνε «Αράζουμε και δρούμε άντρες γυναίκες μαζί/Gay και λεσβίες με κοινό μίσος για τους ναζί/Μετανάστες, βλέπουμε τα αδέρφια μας σε κάσες/στα σύνορα πυροβολούν το χρώμα και τις ράτσες». 
Κάθε χρόνο τέτοια εποχή, γράφουμε ότι είναι μια ευκαιρία να «διασκεδάσουμε μαζί και αλληλέγγυα», «να βρεθούμε από κοντά και να συζητήσουμε», «να συντονίσουμε από κοινού τα επόμενά μας βήματα». Για όλους τους λόγους που γράφτηκαν παραπάνω, νομίζω ότι ποτέ άλλοτε δεν υπήρξε τόσο έντονη αυτή η ανάγκη όσο το φετινό καλοκαίρι. Τα Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη (αλλά και τα άλλα φεστιβάλ σε όλη την Ελλάδα) έρχονται την πιο κατάλληλη ώρα. 
Να βρεθούμε από κοντά όλοι και όλες εκεί!