Η  κατάρρευση των χρηματιστηρίων με επίκεντρο τις ασιατικές αγορές και ιδιαίτερα την Κίνα είναι η κορυφή μόνον του παγόβουνου, δηλ. της νέας κρίσης που χτυπάει τον καπιταλισμό παγκόσμια. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα τέλη Αυγούστου, ένας μεγαλόσχημος ανώνυμος τραπεζίτης δήλωσε στους «Φαϊνανσιαλ Τάιμς»: «Αυτή η χρονιά μοιάζει με τις τελευταίες ημέρες της Πομπηίας: οι πάντες αναρωτιούνται πότε θα εκραγεί το ηφαίστειο».

Ασφαλώς η ένταση της κατάρρευσης εστιάζεται στην Κίνα, γιατί εκεί φαίνεται ότι φρενάρει απότομα η ανάπτυξη. Αυτό επιβεβαιώνεται από την απόφαση της κυβέρνησης να υποτιμήσει το εθνικό νόμισμα, το γουάν (η υποτίμηση υποτίθεται ότι βοηθά τις εξαγωγές και έτσι υποτίθεται ότι στηρίζει την ανάπτυξη). Πριν από 20 χρόνια το να σταματούσε η ανάπτυξη στην Κίνα δεν θα είχε τόσο μεγάλη σημασία για τον παγκόσμιο καπιταλισμό. Όμως σήμερα η Κίνα είναι η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο και μάλιστα σε αυτήν οφείλεται στο 1/3 της παγκόσμιας ανάπτυξης που επιτεύχθηκε την προηγούμενη δεκαετία. Η συμβολή αυτή ήταν διπλάσια από αυτή των ΗΠΑ και τριπλάσια από αυτή της ΕΕ και της Ιαπωνίας! Όταν αυτή η οικονομία μπαίνει σε ύφεση, και μάλιστα με ρυθμούς αντίστοιχους με αυτούς του 2009, τότε το σύστημα κλονίζεται. Οι οικονομίες των λεγόμενων «αναδυόμενων αγορών» που στηρίζονται στην Κίνα, καθώς εκεί εξάγουν εμπορεύματα, πρώτες ύλες κ.λπ., κινδυνεύουν όπως δείχνουν όλοι οι δείκτες τους (χρηματιστήρια, συνάλλαγμα κ.λπ.). Ρωσία, Τουρκία, Βραζιλία, Νότια Αφρική είναι οι πρώτες χώρες στη σχετική λίστα των οικονομικών αναταράξεων. Αλλά δεν είναι μόνον τέτοιες χώρες που θα πληγούν από την κινεζική κρίση: Η Γερμανία στέλνει ετησίως στην Κίνα εμπορεύματα αξίας 100 δισ. ευρώ και αυτός είναι ένας από τους δρόμους που μπορεί να φέρει την κρίση μέσα στην ΕΕ.
Όμως το πρόβλημα δεν είναι μόνον η Κίνα. Στις ίδιες τις ΗΠΑ οι φούσκες που διέσωσαν το σύστημα (δηλ. που διατήρησαν τα κέρδη) τα προηγούμενα χρόνια, έφτασαν πια στα όριά τους. Η μεγαλύτερη φούσκα του συστήματος ήταν τα εταιρικά ομόλογα με τα οποία οι εταιρίες δανείζονταν τεράστια ποσά από τον απλό κόσμο. Σύμφωνα με το Bloomberg από το 2009 οι εταιρίες έχουν εκδώσει (έχουν δανειστεί δηλ.) ομόλογα αξίας 9,3 τρισεκατομμυρίων δολ. Το μεγαλύτερο μέρος του εξωφρενικού αυτού ποσού δεν πηγαίνει σε νέες επενδύσεις, δεν μετατρέπεται σε θέσεις εργασίας. Αντίθετα οι μεγαλοδιευθυντές των καπιταλιστικών κολοσσών επαναγοράζουν μετοχές της ίδιας της εταιρίας τους στο χρηματιστήριο ή μοιράζουν τα λεφτά μεταξύ των ανώτατων εταιρικών στελεχών. Από το 2004 οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν χρησιμοποιήσει ποσό ύψους 7 τρισεκατομμυρίων δολ. (!) για να επαναγοράσουν μετοχές τους και μάλιστα σε «αλμυρές» τιμές. Το κολοσσιαίο ποσό ξεπερνά τα μισά κέρδη (54%) μιας δεκαετίας (2003-2012) των 500 μεγαλύτερων εταιριών των ΗΠΑ, σύμφωνα με τους «Νιου Γιορκ Τάιμς».
Όμως αυτή η κατάσταση έφτασε στα όριά της. Όσοι ήταν να δανείσουν, δάνεισαν. Τώρα αρχίζει η αντιστροφή. Είναι τέτοια η πιθανότητα ύφεσης εξαιτίας ακριβώς της αυξανόμενης δυσχέρειας των καπιταλιστών να αγοράσουν χρήμα, ώστε, σύμφωνα με διάφορα δημοσιεύματα, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα είναι πιθανόν να μην υλοποιήσει τελικά την προαναγγελθείσα απόφασή της για αύξηση των επιτοκίων στα μέσα Σεπτέμβρη.
Οι φούσκες της δεκαετίας του 2000 δεν δίδαξαν και πολλά πράγματα στους διαχειριστές του καπιταλισμού. Σήμερα δεν έχει τόση σημασία αν η καινούργια κρίση θα οφείλεται κυρίως στην υποχώρηση της ανάπτυξης στην Κίνα ή στο σκάσιμο της φούσκας στις ΗΠΑ. Στην πράξη κάθε λίγο και λιγάκι οι καπιταλιστές διαπιστώνουν ότι για να διατηρήσουν τα κέρδη τους πρέπει να ξοδέψουν αναλογικά όλο και περισσότερα λεφτά (άσχετα αν είναι δικά τους ή αν τα έχουν «δανειστεί» από τον υπόλοιπο πληθυσμό). Με λίγα λόγια στον καπιταλισμό ισχύει πάντα αυτό που είχε αναλύσει ο Μαρξ, δηλ. η τάση του μέσου ποσοστού κέρδους να είναι πτωτική. Και από αυτή την αμείλικτη μηχανική δεν μπορούν να απαλλαγούν ό,τι κι αν κάνουν.