Η εντεινόμενη διασπαστική πολιτική που επιδιώκει να μετατρέψει την εξέγερση στη Συρία σε διαμάχη ανάμεσα σε Σιίτες και Σουνίτες αποδεικνύεται η μεγαλύτερη απειλή για τη συριακή επανάσταση, αλλά και συνολικά για τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή.

Ο κίνδυνος από αυτή την πολιτική έχει δύο όψεις, που η μία τροφοδοτεί την άλλη.

Από τη μια μεριά βρίσκεται το καθεστώς που κλιμακώνει τις διασπαστικές πρακτικές του, επιδιώκοντας να ωθήσει και τους Σουνίτες στον ίδιο –καταστροφικό για τη λαϊκή επανάσταση– δρόμο. Κατά τη διάρκεια της προέλασής του, ο συριακός στρατός «διασπά» χωριά που καταλαμβάνει, με βάση τη σύνθεση του πληθυσμού σε Σιίτες και Σουνίτες, οργανώνει απογραφές πληθυσμού σε πόλεις που συνήθως τις διαδέχεται κύμα συλλήψεων, ή προχωρά ακόμα και σε πράξεις γενοκτονίας ενάντια σε σουνιτικά χωριά.

Πρόθυμο σύμμαχο έχει τη Χεζμπολά, η οποία συμμετέχει πλέον με χιλιάδες μαχητές της στον πόλεμο, παίζοντας ίσως τον καθοριστικότερο ρόλο στην ανατροπή της κατάστασης υπέρ του καθεστώτος στα πεδία της μάχης.

Από την άλλη μεριά, βρίσκονται οι μοναρχίες του Κατάρ και της Σαουδικής Αραβίας, που ενισχύουν αποκλειστικά τις σουνιτικές φονταμενταλιστικές οργανώσεις που πολεμούν τον Άσαντ. Για τους Σαούντ και τον Εμίρη του Κατάρ, η στόχευση είναι διπλή: Αν κατορθώσουν να μετατρέψουν τη λαϊκή επανάσταση σε φυλετικό πόλεμο σουνιτών εναντίον σιιτών, θα καταφέρουν πρώτον να την εντάξουν στα πλαίσια του ανταγωνισμού τους με το Ιράν και δεύτερον να αποτρέψουν την εξάπλωσή της στις δικές τους χώρες.

Στη Συρία δραστηριοποιούνται επίσης κι άλλες ανεξέλεγκτες δυνάμεις, όπως το Μέτωπο Αλ Νούσρα και η Αλ-Κάιντα του Ιράκ.

Η κλιμάκωση από τη «σιιτική» μεριά, δηλαδή την εξωτερική παρέμβαση της Χεζμπολά, απαντήθηκε με κλιμάκωση από τη σουνιτική: Ένα διεθνές συνέδριο κληρικών στην Αίγυπτο κάλεσε όλους τους σουνίτες μαχητές της τζιχάντ να πάνε στη Συρία να πολεμήσουν τους Σιίτες.

Αυτή η κατάσταση «πνίγει» το λαϊκό κίνημα. Στο ένοπλο σκέλος έχουν να αντιμετωπίσουν πλέον όχι μόνο το τεράστιο οπλοστάσιο του Μπάαθ, αλλά και τη Χεζμπολά. Στις απελευθερωμένες περιοχές, έχουν να αντιμετωπίσουν τις προσπάθειες κυρίως της Αλ Κάιντα να επιβάλει τη δική τους εξουσία. Ήδη εμφανίζονται οι πρώτες αναφορές για «εμφύλιο μέσα στον εμφύλιο»: Δυνάμεις της Αλ-Κάιντα, όπου επικρατούν στρατιωτικά, απαιτούν υποταγή από τους αντάρτες του FSA και σε κάποιες περιπτώσεις εκτελούν όσους αρνούνται.

Αυτά είναι τα πιο ακραία και ακόμα περιορισμένα περιστατικά. Ωστόσο εντάσεις έχουν προκύψει και με άλλες ισλαμικές δυνάμεις. Πολλές από αυτές κέρδισαν αρχικά την εμπιστοσύνη των ντόπιων λόγω της στρατιωτικής τους ικανότητας ενάντια στον Άσαντ, αλλά, καθώς επιχειρούν να επιβάλλουν το νόμο τους, προκαλούν αντιδράσεις. Στο ελεγχόμενο από τους αντάρτες τμήμα στο Χαλέπι, στην απελευθερωμένη Ράκα και σε άλλες πόλεις, γίνονται μαζικές διαδηλώσεις, με συνθήματα που «ταυτίζουν» τις τοπικές ισλαμικές κυβερνήσεις με το καθεστώς Άσαντ.

Αυτές οι λαϊκές κινητοποιήσεις είναι η μεγάλη ελπίδα της συριακής επανάστασης. Το σύνθημα των Αιγύπτιων «δεν ανατρέψαμε μια κοσμική δικτατορία για να έρθει μια ισλαμική», είναι σύνθημα και των Σύριων στις απελευθερωμένες περιοχές και αυτή η διάθεση είναι το μεγαλύτερο δείγμα «υγείας» του λαϊκού κινήματος, παρ’ όλες τις πιέσεις που του ασκούνται από εξωτερικές παρεμβάσεις, από τη φυλετική διασπαστική ταχτική, από την ίδια τη σκληρή πραγματικότητα του πολέμου.

Στο μεταξύ, στο εξωτερικό συνεχίζεται το «πόκερ» ενόψει της Συνόδου της Γενεύης. Οι στρατιωτικές επιτυχίες του Άσαντ, μια ματιά στο χάρτη των επιχειρήσεων και οι πρακτικές εθνοκάθαρσης που ακολουθεί, αποτελούν τα πιο γερά του χαρτιά. Έχοντας το πάνω χέρι στρατιωτικά, αλλά και δημιουργώντας ντε φάκτο ένα «αλαουιστάν» στο οποίο ο έλεγχός του θα είναι ακλόνητος, επιδιώκει να επιβάλει την παρουσία του στις διαπραγματεύσεις και πιθανότατα το ρόλο του στην «επόμενη μέρα».

Οι ΗΠΑ άλλωστε δεν αποκλείουν πλέον ρητά αυτό το ενδεχόμενο. Ωστόσο, με δεδομένο ότι ο Άσαντ είναι ο «άνθρωπος της Ρωσίας», χρειάζονται και αυτοί διαπραγματευτική ισχύ: Εκεί λογοδοτούν οι πρόσφατες υποσχέσεις για εξοπλισμό των ανταρτών, οι οποίες προς το παρόν δεν έχουν υλοποιηθεί.

Η ροή όπλων στη Συρία από τη Σαουδική Αραβία, μέσω Ιορδανίας, «συντονίζεται» πλέον από Αμερικανούς πράκτορες. Το τι σημαίνει αυτός ο «συντονισμός» περιγράφεται από τα ρεπορτάζ: Οι Αμερικάνοι έσπευσαν στην Ιορδανία για να «παγώσουν» την ανεξέλεγκτη ροή και να αποκτήσουν αποφασιστικό ρόλο στο «πότε», «τι», «πόσα» και «σε ποιους».
Ενόψει των διαπραγματεύσεων, το ενδεχόμενο εξοπλισμού των ανταρτών αυτή τη στιγμή αξιοποιείται ως απειλή απέναντι στον Άσαντ και ως δόλωμα για να εκβιαστεί η υποταγή των ανταρτών στους ξένους σχεδιασμούς.

Ωστόσο, αυτή η τακτική προκαλεί προβλήματα. Ο Συνασπισμός της αντιπολίτευσης ομολόγησε κυνικά ότι δεν θα παραστεί στη Γενεύη «με αυτόν το συσχετισμό στο πεδίο μάχης». Ουσιαστικά ζητά πρώτα να πάρει όπλα για να ισορροπήσει την κατάσταση και έπειτα να γίνουν διαπραγματεύσεις. Αν το αίτημα γίνει δεκτό, πιθανά η Ρωσία να το αντιμετωπίσει ως τορπιλισμό της κοινής προσπάθειας και να αντιδράσει.

Γύρω από αυτά τα αδιέξοδα (και με πολλές άλλες «υπο-επιπλοκές», όπως ο ανταγωνισμός Κατάρ-Σαουδικής Αραβίας για τον έλεγχο της αντιπολίτευσης, μια ενδεχόμενη κρίση στις σχέσεις Αδελφών Μουσουλμάνων και ΗΠΑ μετά τα γεγονότα στην Αίγυπτο κ.ά.) εξελίσσονται τα παζάρια και οι διεθνείς διαπραγματεύσεις.

Μέχρι να βρεθεί άκρη, κανείς δεν δείχνει να πιέζεται να λήξει η σύγκρουση. Η Συρία μπορεί να συνεχίζει να ρημάζεται από τον εμφύλιο, ενώ οι μεγάλοι παίκτες προσπαθούν να διασφαλίσουν ότι η λήξη του πολέμου θα γίνει μόνο με ένα αποτέλεσμα που θα τους βολεύει. Και αυτή η λύση δεν θα έχει καμία σχέση με τα αιτήματα της συριακής επανάστασης.
Η μόνη ελπιδοφόρα προοπτική μπορεί να προκύψει από την επιβίωση και την ενίσχυση του λαϊκού κινήματος και των πιστών στην επανάσταση και τα αιτήματά της δυνάμεων που συνεχίζουν να αγωνίζονται ηρωικά στους δρόμους της Συρίας, κόντρα σε θεούς και δαίμονες, «φίλους» και εχθρούς.