Εντέλει, το ιδρυτικό συνέδριο της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ θα πραγματοποιηθεί στις 9-12 Ιουλίου, με τον προσυνεδριακό διάλογο να δίνει τα πρώτα του συμπεράσματα για την πορεία τόσο του συνεδρίου όσο και της οργάνωσης της Ν. ΣΥΡΙΖΑ.

Αν κάποιος/α δει τα ογκώδη προσυνεδριακά κείμενα –157 σελίδες– θα μπορούσε να καταλάβει ότι είναι άλλο ένα συνέδριο, με εισηγήσεις, συμβολές, εκλογές οργάνων κτλ. Κατά τη γνώμη μας, το συνέδριο δεν έπρεπε να ακολουθεί την πεπατημένη, αλλά να στοιχηθεί στις έκτακτες πολιτικές συνθήκες. Με αυτή την έννοια, το κεντρικό ζήτημα του συνεδρίου θα έπρεπε να είναι ένα πολιτικό σχέδιο ρήξης και ανατροπής που θα απαντάει στα φλέγοντα πολιτικά ζητήματα και αυτό να γίνει εργαλείο στα χέρια των νέων, ώστε να δώσουν τις πολιτικές και κοινωνικές μάχες ενάντια σε οποιονδήποτε συμβιβασμό με τις μνημονιακές πολιτικές. Και αυτό, οι δυνάμεις του Κόκκινου Δικτύου και της Αριστερής Πλατφόρμας, θα υποστηρίξουμε μέχρι και το συνέδριο.
Τα πρώτα δείγματα του προσυνεδριακού διαλόγου, σε σχέση με το παραπάνω, είναι ενθαρρυντικά. Η πλειοψηφία των συντρόφων και των συντροφισσών έχουν την ανάγκη να τοποθετηθούν για τη διαπραγμάτευση, για το δίπολο «ρήξη - συμβιβασμός», για την απαραίτητη πολιτική και κινηματική στάση της Ν. ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στους εκβιασμούς των δανειστών.
Ρήξη ή συμβιβασμός;
Παρότι το Σχέδιο Πολιτικής Απόφασης και τα κείμενα συμβολής καταπιάνονται με πληθώρα ζητημάτων, το φάντασμα που πλανιέται πάνω από τον προσυνεδριακό διάλογο είναι το δίπολο «ρήξη ή συμβιβασμός» και συνεπώς όλοι/ες οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες και όλες οι τάσεις θα πρέπει να τοποθετηθούν καθαρά σε αυτό. Οδεύοντας προς το κρίσιμο σημείο καμπής της διαπραγμάτευσης –η οποία προς το παρόν είναι στον αέρα– δεν μπορούμε να αποφεύγουμε αυτό το ερώτημα.
Από τη μία, οι σύντροφοι/ισσες από την Αριστερή Κίνηση (βλ. Ενωτική Κίνηση) υποστηρίζουν ότι αυτό το δίλημμα τίθεται από τον αντίπαλο και η δική μας απάντηση θα πρέπει να είναι η τρίτη επιλογή, η επίθεση στον πλούτο, ή αλλιώς μνημόνιο για τους πλούσιους. Προφανώς κανείς δεν θα μπορούσε να διαφωνήσει με μια φορολογική πολιτική που αντιστρέφει τα βάρη της κρίσης. Εάν όμως αυτό δεν αποτελεί κομμάτι ενός σχεδίου σύγκρουσης με το σύστημα και αν το χρέος μένει αποδεκτό και συνεχίζει να αποπληρώνεται κανονικά, τότε μια τέτοια απάντηση αποτελεί υπεκφυγή. Και η υπεκφυγή σε αυτό το ερώτημα, και σε αυτή την περίοδο, αποτελεί αποδοχή –συνειδητή ή μη– του συμβιβασμού.
Από την άλλη, οι σύντροφοι/ισσες από την Ανασύνθεση (βλέπε 53+) ενώ δείχνουν σε έναν βαθμό να αντιλαμβάνονται το πολιτικό και οικονομικό αδιέξοδο της κυβέρνησης (χωρίς ωστόσο να «παραδέχονται» ότι ήταν λάθος η γραμμή που μας έφτασε εδώ), αδυνατούν να δουν συνολικά τη ρήξη, τόσο ως πολιτικό σχέδιο όσο και ως απαραίτητη προϋπόθεση για να υλοποιηθούν οι πολιτικές δεσμεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ, για να ξεκινήσουμε να ξηλώνουμε το «καθεστώς» των μνημονίων και της λιτότητας. 
Αυτή η αδυναμία οδηγεί σε ένα διπλό πολιτικό σφάλμα. Αφενός υποβαθμίζει την ανάγκη πολιτικής προετοιμασίας, βλέποντας τη ρήξη ως έσχατη επιλογή. Αφετέρου, και λόγω του προηγούμενου, καλλιεργείται μια ψευδαίσθηση ότι ανεξαρτήτως της πορείας της κυβέρνησης, το συνέδριο θα έπρεπε να συζητάει τη φυσιογνωμία της οργάνωσης νεολαίας που θέλουμε να φτιάξουμε.
Εμείς θα επιμείνουμε στην ανάγκη επεξεργασίας ενός πολιτικού σχεδίου ρήξης με το εγχώριο και διεθνές σύστημα, κάτι που χρειάζεται κάθε πολιτική οργάνωση της ριζοσπαστικής Αριστεράς εάν δεν θέλει να είναι απλός παρακολουθητής και σχολιαστής των εξελίξεων, αλλά θέλει να μπορεί να τις καθορίζει. 
Ένα τέτοιο σχέδιο βάζει στο κέντρο το ζήτημα της διαγραφής του χρέους, της εθνικοποίησης των τραπεζών, την έκτακτη βαριά φορολογία του πλούτου, τη σύγκρουση με την Ευρωζώνη και προφανώς την άμεση υλοποίηση του προγράμματος της ΔΕΘ, το οποίο –ειδικά στα ζητήματα των εργασιακών και της ανακούφισης των ανέργων– θα αποτελέσει μια μεγάλη ανάσα για τη νεολαία.
Προϋποθέσεις 
Η πρώτη βασική προϋπόθεση για να μείνει ανοιχτή η δυνατότητα να υλοποιηθεί το παραπάνω σχέδιο είναι η μη υπογραφή μιας μνημονιακής συμφωνίας, όποια εκδοχή και αν έχει αυτή. Συνεπώς, η Ν. ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει το δικαίωμα να παρακολουθεί αμέτοχη χάριν του συνεδρίου, πόσο μάλλον να προσπαθεί να υπεκφύγει από το να πάρει θέση. Το άμεσο επόμενο διάστημα έχουμε να αναμετρηθούμε με το πολιτικό καθήκον της αποτροπής ψήφισης μιας μνημονιακής συμφωνίας και κάτι τέτοιο χρειάζεται και πολιτική τοποθέτηση και κινηματικές πρωτοβουλίες με τις υπόλοιπες δυνάμεις της Αριστεράς και του κινήματος, και κάτι τέτοιο θα διεκδικήσουμε να το υλοποιήσουμε μαζί με το κόμμα ΣΥΡΙΖΑ.
Η δεύτερη βασική προϋπόθεση είναι η ίδια η οργανωτική λειτουργία, η οποία παρουσιάζει έντονα σημάδια γραφειοκρατικού εκφυλισμού τους τελευταίους μήνες τα οποία δεν αντιμετωπίζονται από τον «χαλαρό» –στο βαθμό του προαιρετικού– προσυνεδριακό κανονισμό, αντιθέτως υπάρχει ο κίνδυνος να επιδεινωθούν. Χωρίς οργανωμένη συλλογική λειτουργία σε όλα τα επίπεδα, δεν θα μπορέσουμε να υλοποιήσουμε κανένα πολιτικό σχέδιο. Ας αξιοποιήσουμε αυτή την περίοδο για να αφήσουμε πίσω τα φαντάσματα του εαυτού μας.
Τέλος, η φυσιογνωμία μιας οργάνωσης δεν κρίνεται ούτε από το τι λέει ότι είναι ούτε από το τι λέει ότι θα ήθελε να γίνει, αλλά από το τι κάνει για να επιτύχει τους πολιτικούς της στόχους. Με αυτή την έννοια, χωρίς τα παραπάνω, μια τελείως εσωστρεφής συζήτηση για τη φυσιογνωμία της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ δεν θα έχει καμία σημασία.
Άλλωστε, οι εργάτες του Σικάγου, οι μπολσεβίκοι, οι Ισπανοί επαναστάτες το ’36, οι εξεγερμένοι του Μάη του ’68, οι Ζαπατίστας, δεν γράφτηκαν στις σελίδες της ιστορίας (μόνο) γι’ αυτά που έλεγαν αλλά (κυρίως) για αυτά που έκαναν για να αλλάξουν τον κόσμο.