Η Μέση Ανατολή βυθίζεται και πάλι στο χάος. Μεγάλες και περιφερειακές δυνάμεις εξέθρεψαν τα θρησκευτικά μίση για τους δικούς τους λόγους, και αυτά σήμερα ρημάζουν την περιοχή. Σαν να μην έφταναν οι δικτατορίες, οι παρεμβάσεις των περιφερειακών δυνάμεων και οι θρησκευτικές συγκρούσεις, ήρθε και μια νέα ιμπεριαλιστική επέμβαση. Όπως είχε πει Αμερικανός αξιωματούχος στον πρώτο πόλεμο του Κόλπου, «αν το Κουβέιτ καλλιεργούσε καρότα, δεν θα μας καιγόταν καρφί». Το νόημα παραμένει ίδιο κι εξηγεί όλα τα βάσανα της περιοχής που είχε την τύχη και την ατυχία να «κάθεται» σε πετρελαϊκά κοιτάσματα. Όλα τα σημερινά προβλήματα έχουν τις ρίζες τους στην αποικιοκρατία. Η μόνη διέξοδος είναι να πάρουν επιτέλους οι λαοί της περιοχής τις μοίρες τους στα χέρια τους.

Η άνοδος του Ισλαμικού Κράτους

Η ερμηνεία της ανόδου του Ισλαμικού Κράτους (ΙΚ) δεν είναι ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος, είναι χρήσιμη και προσφέρεται για μια νηφάλια συζήτηση στον τρόπο αντιμετώπισής του. 
Το ΙΚ είναι «δημιούργημα» του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, των μοναρχιών του Κόλπου, του καθεστώτος Άσαντ και του σιιτικού καθεστώτος στο Ιράκ. 
Αμερικανική εισβολή
Ο πρόδρομός του, το ιρακινό τμήμα της Αλ Κάιντα («Ισλαμικό Κράτος στο Ιράκ»), δεν υπήρχε πριν την αμερικανική εισβολή του 2003. Γεννήθηκε ως απάντηση στην αμερικανική κατοχή. Μεγάλωσε ως ένας από τους πολλούς «παίκτες» στον θρησκευτικό εμφύλιο που υποκίνησαν οι αμερικανικές κατοχικές αρχές για να αποτρέψουν μια συμμαχία της σουνιτικής με τη σιιτική αντίσταση. 
Η διείσδυσή του στη Συρία και η μετεξέλιξη του σε ISIS («Ισλαμικό Κράτος στο Ιράκ και τη Μεγάλη Συρία-Λεβάντε») έγινε εφικτή χάρη στην προσπάθεια του Άσαντ και των μοναρχιών του Κόλπου να μετατρέψουν τη συριακή εξέγερση και τον εμφύλιο πόλεμο σε «θρησκευτική» σύγκρουση. 
Αφενός, τα σαλαφιστικά δίκτυα του Κόλπου χρηματοδότησαν και εξόπλισαν τις πιο αντιδραστικές δυνάμεις της ένοπλης αντιπολίτευσης στον Άσαντ, για να αποδυναμώσουν πολιτικά την εξέγερση και να τη στρέψουν σε «βολικά» για τη δική τους εξουσία μονοπάτια (δεν ήθελαν την ανατροπή του Άσαντ από ένα δημοκρατικό, ριζοσπαστικό κίνημα, αλλά προτιμούσαν την ανατροπή του από ένα συγγενές ιδεολογικά και ελεγχόμενο υλικά κίνημα). 
Αφετέρου, το καθεστώς Άσαντ ενθάρρυνε αυτή την εξέλιξη για την επιβίωσή του, παίζοντας το χαρτί του «διαίρει και βασίλευε».  Ενώ έσφαζε και φυλάκιζε τους εξεγερμένους και βομβάρδιζε τις αντάρτικες ομάδες, που προέκυψαν για την υπεράσπιση της εξέγερσης, διατηρούσε μια «σιωπηλή εκεχειρία» με την ISIS. 
Η ίδια η ISIS πολεμούσε κατά κύριο λόγο τους αντικαθεστωτικούς αντάρτες και εξάπλωνε τον έλεγχό της στη βορειοανατολική Συρία. Για τον Άσαντ, η ISIS ήταν πάντα ο «βολικός αντίπαλος»: Καθώς –αναζητώντας στήριξη και από τους δυτικούς ιμπεριαλιστές και από τις θρησκευτικές-εθνικές μειονότητες της Συρίας– ισχυριζόταν ότι «πολεμά τρομοκράτες», η διευκόλυνση της ενίσχυσης της ISIS σε βάρος των αντικαθεστωτικών ανταρτών λειτουργούσε βολικά ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία. 
Η άμεση εμπλοκή του Ιράν και της Χεζμπολά στον συριακό εμφύλιο υπέρ του Άσαντ όξυνε αυτή τη «θρησκευτική» δυναμική στις γραμμές των αντικαθεστωτικών σουνιτών της Συρίας. 
Αποδοχή
Αντίστοιχα στο Ιράκ, η ISIS μπόρεσε να κερδίσει την αποδοχή των σουνιτικών πληθυσμών, εμφανιζόμενη ως «υπερασπιστής» τους απέναντι στο σιιτικό καθεστώς της Βαγδάτης, που τρομοκρατούσε και καταδίωκε τη σουνιτική μειονότητα. Χωρίς αυτή τη λαϊκή στήριξη δεν μπορούν να εξηγηθούν οι επιτυχίες του Ισλαμικού Κράτους στο πλειοψηφικά σουνιτικό τμήμα του Ιράκ, «χωρίς να πέσει τουφεκιά». Όσο αυταρχική κι αν είναι η εξουσία του ΙΚ στις περιοχές που ελέγχει, εξακολουθεί να θεωρείται προτιμότερη από τον στρατό της Βαγδάτης (ή τις σιιτικές πολιτοφυλακές, που οργανώνουν αντίστοιχες με του ΙΚ αιματηρές επιχειρήσεις εθνοκάθαρσης εδώ και βδομάδες). 
Αυτοί οι παράγοντες, σε συνδυασμό με την κατάρρευση του κοινωνικού ιστού και των κρατικών αρχών και τη συσσωρευμένη οργή ενάντια στη φτώχεια, την καταπίεση και τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, δημιούργησαν μια ευνοϊκή συγκυρία για το Ισλαμικό Κράτος.

 

Οι ΗΠΑ σε «διαρκή πόλεμο», πασχίζουν να ανακτήσουν τον έλεγχο

Δύο μήνες μετά την έναρξη της διεθνούς εκστρατείας υπό αμερικανική ηγεσία κατά του Ισλαμικού Κράτους, δύο πράγματα έχουν γίνει σαφή. Τα κίνητρά της και η αναποτελεσματικότητά της. 
Ξεκινώντας τη σταυροφορία του, ο Μπαράκ Ομπάμα δήλωσε πως ο διεθνής συνασπισμός «θα στηρίξει τους Ιρακινούς και Σύρους που υπερασπίζονται τις κοινότητές τους». Στο Κομπάνι ήταν η πρώτη φορά εδώ και μήνες που το Ισλαμικό Κράτος βρέθηκε πράγματι απέναντι σε ανθρώπους που «υπερασπίζονται τις κοινότητές τους». Και η απάντηση των αμερικανών κυβερνητικών αξιωματούχων ήταν να δηλώσουν κυνικά ότι «δεν γίνεται να σωθεί το Κομπάνι» ή ακόμα κυνικότερα πως η υπεράσπισή του «δεν ήταν κομμάτι του συνολικού στρατηγικού σχεδιασμού». Ο Τζον Κέρι υπενθύμισε πως «προτεραιότητα έχει το Ιράκ». 
Η ομολογία είναι αποκαλυπτική των αμερικανικών προθέσεων. Η διεθνής επιχείρηση οργανώθηκε εξαρχής με στόχο την προστασία των συμφερόντων της Ουάσινγκτον στο Ιράκ. Πιο συγκεκριμένα, η προστασία της Βαγδάτης και του Ερμπίλ (πρωτεύουσα του Ιρακινού Κουρδιστάν), που έχουν φιλικές προς τις ΗΠΑ ηγεσίες, των αμερικανικών εγκαταστάσεων σε αυτές τις πόλεις (πρεσβείες που ωστόσο το μέγεθος και το προσωπικό τους τις καθιστά σχεδόν βάσεις) και βέβαια τα πετρελαϊκά κοιτάσματα του βορείου Ιράκ. Αυτή είναι η «επείγουσα ανάγκη» στην οποία ανταποκρίθηκε το Πεντάγωνο, στέλνοντας τα μαχητικά αεροπλάνα και όχι η προστασία αμάχων που απειλούνται από την επέλαση του Ισλαμικού Κράτους. 
Ωστόσο, ακόμα και στον μίνιμουμ στόχο του «περιορισμού» της δραστηριότητας του Ισλαμικού Κράτους, η ιμπεριαλιστική εκστρατεία αποδείχτηκε μέχρι σήμερα αποτυχημένη. Με την εξαίρεση της αναχαίτισης της επίθεσης στο Ερμπίλ το καλοκαίρι, πουθενά αλλού δεν έχει αντιστραφεί η πορεία του πολέμου, καθώς το ΙΚ έχει θέσει υπό τον έλεγχό του σχεδόν όλη την επαρχία Ανμπάρ και βρίσκεται σε απόσταση βολής από τη Βαγδάτη. Κανένας πόλεμος δεν κερδήθηκε μόνο από την αεροπορία, και το ιρακινό πεζικό, μήνες μετά την κατάρρευσή του στο δυτικό Ιράκ, αποδεικνύεται εξίσου ανίκανο να ελέγξει και άλλες περιοχές της χώρας. 
Για τον μάξιμουμ στόχο της «διάλυσης αυτού του δικτύου θανάτου» όλοι στην Ουάσινγκτον παραδέχονται πως «θα πάρει χρόνια». Πρόκειται για ένα ακόμα δείγμα της κρίσης της αμερικανικής δύναμης. Ο Ομπάμα μπήκε σε έναν πόλεμο που είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν ήθελε να τον ξεκινήσει και είναι βέβαιο πως δεν έχει σαφές σχέδιο για το πώς και πότε θα τον κερδίσει. Η παραδοχή πως αυτή η κατάσταση θα συνεχιστεί για χρόνια δείχνει πως ο νούμερο ένα στόχος (σε βαθμό εμμονής) των ΗΠΑ μετά το ξέσπασμα των αραβικών εξεγέρσεων, η «σταθερότητα», έχει πάει περίπατο. Πλέον η αμερικανική εξωτερική πολιτική καλείται να προσπαθήσει να διαχειριστεί το «χάος».
Η κρίση του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού δεν σημαίνει το τέλος του, ούτε τον καθιστά ακίνδυνο. Οι σχεδιαστές στρατηγικής των ΗΠΑ επιχειρούν ήδη να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες και να επιτύχουν τα μεγαλύτερα δυνατά οφέλη. Συγκεκριμένα, η πολυετής αμερικανική παρουσία στην περιοχή, ενάντια στον «μπαμπούλα» του ΙΚ, θα επιχειρήσει να αποκαταστήσει το ρόλο του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού ως βασικού ρυθμιστή των εξελίξεων. Η συγκρότηση «συμμαχίας προθύμων», οι εκβιαστικές πιέσεις στην Τουρκία να ευθυγραμμιστεί με τα δυτικά σχέδια, η αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού στη Βαγδάτη, το παζάρι με την Τεχεράνη και τη Δαμασκό, οι συμβουλές στο Ερμπίλ, η προσπάθεια να δημιουργηθεί ένα «αξιόπιστο» σώμα 5.000 φιλοδυτικών ανταρτών στις γραμμές των αντικαθεστωτικών, εντάσσονται σ’ αυτό το στόχο.
Οι ΗΠΑ ελπίζουν ότι άμεσα δεν θα χάσουν τελείως τον έλεγχο των εξελίξεων και μακροπρόθεσμα θα διασφαλίσουν τον πρώτο ρόλο στη χάραξη νέων ισορροπιών στην περιοχή. Αυτό το σχεδιασμό υπονοούν ο Λίο Πανέτα (για δεκαετίες κομμάτι του «βαθέως κράτους» στις ΗΠΑ) και η Χίλαρι Κλίντον (πολύ πιθανή επόμενη πρόεδρος των ΗΠΑ), όταν μιλάνε για «τριακονταετή πόλεμο».

 

Ο ρόλος της Τουρκίας και τα προβλήματά της

Η Τουρκία φέρει τις δικές της μεγάλες ευθύνες για όσα συμβαίνουν στο Κομπάνι. Η τουρκική κυβέρνηση έχει μπλοκάρει τη ροή όπλων, μαχητών του PKK, μαχητών του PYD αποκομμένων από το Κομπάνι, αλλά και Τούρκων αλληλέγγυων που επιχειρούν να προσεγγίσουν την πολιορκημένη πόλη.
Τα κίνητρα της Τουρκίας είναι εμφανή και απέχουν μίλια από τις θεωρίες που βλέπουν τον Ερντογάν ως… ηγέτη του Ισλαμικού Κράτους. 
Η τουρκική κυβέρνηση θέλει να αντιμετωπιστεί το ανεξέλεγκτο Ισλαμικό Κράτος, το οποίο φιλοδοξεί να καταργήσει τα σύνορα και πλέον βρίσκεται μπροστά στις πύλες της Τουρκίας. Αλλά αντιμετωπίζει ως εξίσου σημαντικό εχθρό το κουρδικό κίνημα για αυτοδιάθεση. 
Ευκαιρία
Γι’ αυτό βλέπει τη μάχη του Κομπάνι ως ευκαιρία να αποδυναμώσει ή να αποσπάσει παραχωρήσεις από τις κουρδικές δυνάμεις. Τα αιτήματα των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών στη συνάντησή τους με ηγέτες του PYD ήταν αποκαλυπτικά: Η αυτοδιάλυση των στρατιωτικών και αυτοδιοικητικών δομών στις κουρδικές περιοχές της Συρίας και η απομάκρυνση από το PKK. Το αίτημα για δημιουργία «αποστρατιωτικοποιημένης ζώνης-μαξιλάρι» υπό διεθνή έλεγχο στις κουρδικές περιοχές σημαίνει ουσιαστικά την κατάλυση της κουρδικής αυτονομίας, που έχει οικοδομηθεί τα τελευταία δύο χρόνια. 
Ο τουρκικός στρατός ίσως κινηθεί ενάντια στο ΙΚ αργότερα, υπό αμερικανική πίεση, αλλά προς το παρόν δεν τον ενοχλεί να πέσει το Κομπάνι. Τα σταθμευμένα τουρκικά τανκς στα σύνορα, με φόντο τις μάχες, αναπόφευκτα θυμίζουν μια αντίστοιχη εικόνα: Τα σοβιετικά τανκς σταθμευμένα στο Βιστούλα, να περιμένουν να συντριβεί η πολωνική αντιναζιστική εξέγερση στη Βαρσοβία το καλοκαίρι του 1944, προτού εισβάλουν για να συντρίψουν τον γερμανικό στρατό. 
Το άλλο ζήτημα που απασχολεί την Τουρκία είναι να αποκατασταθεί η σταθερότητα στα σύνορά της. Αυτό προϋποθέτει τον τερματισμό του εμφυλίου και την απομάκρυνση του Άσαντ, αλλά έρχεται σε σύγκρουση με τον αμερικάνικο σχεδιασμό (βλ. δίπλα) που δεν τον απασχολεί ιδιαίτερα να λήξει σύντομα ο συριακός εμφύλιος.
Όπως το συνόψισε σε συνέντευξή του ο Ozan Tekin, της επαναστατικής οργάνωσης DSIP: 
«Οι ισχυρισμοί πως η κυβέρνηση AKP υποστήριξε την ISIS, προμηθεύοντας όπλα κλπ, είναι κυρίως θεωρίες και σπέκουλα. Οι δυτικές κυβερνήσεις επικρίνουν την τουρκική κυβέρνηση κυρίως στο ζήτημα των “χαλαρών συνοριακών ελέγχων” και λένε πως η Τουρκία “έκανε εύκολο για τους τζιχαντιστές να περνούν τα σύνορα προς τη Συρία”. 
Η στάση της Τουρκίας, την οποία η Δύση ξέρει καλά, είναι η εξής: “Η ISIS είναι κακή, αλλά ο Άσαντ είναι χειρότερος. Από την αρχή ζητούσαμε στρατιωτική επέμβαση στη Συρία για να ανατραπεί το καθεστώς Άσαντ. Αν το είχαμε κάνει αυτό, δεν θα υπήρχε ISIS σήμερα, αλλά δεν εισακουστήκαμε”. 
Οι όροι του AKP για να συμμετέχει ενεργά στην καθοδηγούμενη από τις ΗΠΑ συμμαχία είναι “να μην εξοντωθεί μόνο η ISIS, αλλά και το καθεστώς Άσαντ”. Οι ΗΠΑ δεν έχουν τέτοια πρόθεση και θέλουν να επιτεθούν στην ISIS».
Παιχνίδι με τη φωτιά
Η Άγκυρα έχει υποχρεωθεί να παίζει με τη φωτιά. Η οργή των Κούρδων της Τουρκίας μπορεί να αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερη απειλή και από το Ισλαμικό Κράτος και από την κουρδική αυτονομία στη Συρία. Το τουρκικό κράτος καταστέλλει τις οργισμένες κινητοποιήσεις των Κούρδων, με αποτέλεσμα δεκάδες νεκρούς. Για πρώτη φορά από το 1992 επιβλήθηκε απαγόρευση κυκλοφορίας στις επαρχίες με κουρδική πλειοψηφία. Πιο πρόσφατα, εμφανίστηκαν πληροφορίες για επανέναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων ανάμεσα στον τουρκικό στρατό και το PKK. Σε ένα συνοριακό σημείο, οι Κούρδοι πήραν την κατάσταση στα χέρια τους και γκρέμισαν οι ίδιοι τα συνοριακά περάσματα, αντικαθιστώντας την τουρκική σημαία με τη σημαία της αυτόνομης κουρδικής επαρχίας της Ρογιάβα…

 

Ούτε οι ιμπεριαλιστές ούτε τα καθεστώτα είναι κομμάτι της λύσης 

Ο τρόμος, που έχει προκαλέσει το Ισλαμικό Κράτος έχει δημιουργήσει διάφορες πιέσεις στη διεθνή Αριστερά: Είτε υποχώρησης στις ιδέες της «ανθρωπιστικής επέμβασης», είτε ανοχής στα υπαρκτά καθεστώτα ως «προτιμότερα από τους τζιχαντιστές». 
Το Ισλαμικό Κράτος είναι πράγματι μια απειλή. Αλλά είναι μια από τις πολλές απειλές που αντιμετωπίζουν οι μάζες στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Όπως το έθεσε ο Simon Hester σε αντιπολεμική διαδήλωση στο Λονδίνο: «Παρακολουθούμε ένα καρναβάλι της αντίδρασης σε όλη την περιοχή, με κρατική καταστολή ενάντια στα λαϊκά κινήματα, θρησκευτικούς πολέμους και ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις. Η ISIS, το Ισραήλ, ο Άσαντ, το ιρακινό καθεστώς, η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία, όλοι είναι κομμάτια αυτής της αντίδρασης». 
Η ξένη επέμβαση
Η ιμπεριαλιστική επέμβαση δεν θα λύσει κανένα απολύτως πρόβλημα. Ακόμα και στο επίπεδο της αντιμετώπισης του Ισλαμικού Κράτους ήδη προκαλεί τα αντίθετα αποτελέσματα. Μετά την έναρξη των βομβαρδισμών, το Ισλαμικό Κράτος έκανε 6.000 νέες στρατολογίες, ενώ το Μέτωπο Αλ Νούσρα (συριακό τμήμα της Αλ Κάιντα), που μέχρι πρότινος πολεμούσε ενάντια στο ΙΚ, ανακοίνωσε στροφή σε συμμαχία μαζί του ενάντια στην ξένη επέμβαση. Αν ο ένας μεγάλος «στρατολόγος» του ΙΚ είναι το σιιτικό καθεστώς της Βαγδάτης, που με τις εθνοκαθάρσεις που οργανώνει ενισχύει την τζιχαντική αφήγηση ενός «θρησκευτικού πολέμου», ο άλλος είναι η Ουάσινγκτον που με τις βόμβες της ενισχύει την προπαγάνδα του ΙΚ «οι σουνίτες μόνοι ενάντια σε έναν εχθρικό κόσμο – όλοι οι “άπιστοι” ενώνονται εναντίον μας». Μια εξέγερση των ίδιων των σουνιτών ενάντια στην καταπιεστική εξουσία του ΙΚ (η μόνη πραγματική λύση) είναι σχεδόν αδύνατο να συμβεί σε πολεμικές συνθήκες πολιορκίας. 
Πολλές φορές στην ιστορία η απάντηση των υπερασπιστών της «ανθρωπιστικής επέμβασης» ήταν «να κάνουμε κάτι». Μετά από όλα όσα «κάναμε» σε διάφορες γωνιές του πλανήτη, ποιο είναι σήμερα το αποτέλεσμα;  Όπως έλεγε το πανό των Σύρων διαδηλωτών: «Η παράνοια κάνει ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα, περιμένοντας διαφορετικά αποτελέσματα, Άλμπερτ Άινσταϊν – Αφγανιστάν 2001, Ιράκ 2003, Συρία 2014». 
Πέρα από την αποτελεσματικότητα της επέμβασης, παραμένει το συνολικό πλαίσιο στο οποίο πρέπει αυτή να κριθεί, όπως το περιέγραψε με ανακοίνωσή της η Συριακή Επαναστατική Αριστερά: Ο στόχος της επέμβασης είναι «να αποκαταστηθεί η ιμπεριαλιστική κυριαρχία στις χώρες της περιοχής, αφού την υπέσκαψαν οι λαϊκές εξεγέρσεις». 
Το ίδιο ισχύει και για τα καθεστώτα. Αν το πρόβλημα είναι η προστασία των αμάχων, ή των αγωνιστών της δημοκρατίας, οι βομβαρδισμοί θα έπρεπε να επεκταθούν στις χώρες που… συμμετέχουν στη «διεθνή συμμαχία», δηλαδή στις πετρελαιομοναρχίες του Κόλπου ή στην Αίγυπτο του Σίσι. Αν το ζήτημα είναι να σταματήσουν οι εθνοκαθάρσεις, ίσως οι ΗΠΑ θα έπρεπε να σταματήσουν να στέλνουν όπλα στη Βαγδάτη, της οποίας οι πολιτοφυλακές σφάζουν σουνίτες ή στο Ερμπίλ του οποίου οι δυνάμεις εκτοπίζουν τους Άραβες που ζουν στις κουρδικές περιοχές. Αμφιβάλουμε αν ο Άσαντ είναι «μικρότερο κακό» από το ΙΚ. Η αγριότητα των κατασταλτικών του δυνάμεων είναι τέτοια, που, όπως έλεγε Άραβας αγωνιστής, «κάνει την Αίγυπτο του Μουμπάρακ να μοιάζει δημοκρατικός παράδεισος», ενώ έχει πολύ περισσότερο αίμα Σύρων στα χέρια του από τους τζιχαντιστές. Είναι πολλοί αυτοί που αναζήτησαν καταφύγιο(!) στην «πρωτεύουσα» του Ισλαμικού Κράτους Ράκα, για να γλιτώσουν από τα βαρέλια-βόμβες που έπεφταν καθημερινά στις πόλεις τους από τη συριακή αεροπορία.
«Τριπλή αντεπανάσταση»
Ο Ζιλμπέρ Ασκάρ είχε περιγράψει παλιότερα την «τριπλή αντεπανάσταση»: Οι δυνάμεις που εκφράζουν μια σκοταδιστική εκδοχή του Ισλάμ, οι «κοσμικές» δικτατορίες και οι ιμπεριαλιστικές (ΗΠΑ, Ρωσία) ή περιφερειακές (Σαουδική Αραβία, Ιράν) δυνάμεις. 
Θα ήταν λάθος να διαλέξουμε κάποια εκδοχή τους (ιμπεριαλισμός ή δικτατορίες) από απέχθεια προς την τρίτη (σκοταδιστικές εκδοχές του Ισλάμ). Η απάντηση παραμένει στο δρόμο που άνοιξε το 2011. Όσο μακρινή κι αν δείχνει σήμερα αυτή η προοπτική, της ενότητας των «από κάτω» ενάντια σε όλους τους δυνάστες τους, παραμένει πολύ ρεαλιστικότερη από το να λύσουν τα προβλήματα της περιοχής τα καθεστώτα και οι δυνάμεις που αποτελούν μέρος του προβλήματος.