Στο προηγούμενο φύλλο της ΕΑ σε άρθρο για την πρώτη φάση της ισπανικής επανάστασης, είχαμε περιγράψει την ισπανική κοινωνία του μεσοπολέμου σαν δύο χωριστούς κόσμους, από τη μια της ολιγαρχίας και των στηριγμάτων της και από την άλλη των εργατών και φτωχών λαϊκών στρωμάτων.

Το 1931-33 μετά την πτώση της μοναρχίας και τη συγκρότηση της δημοκρατίας, αυτοί οι δύο κόσμοι αναμετρήθηκαν σκληρά και ασυμβίβαστα. Η κυβερνητική συμμαχία φιλελεύθερων και σοσιαλιστών κατέστειλε με βία εργατικές και αγροτικές απεργίες και εξεγέρσεις. Το τέλος της διετίας ήταν μια διετία πόνου και δακρύων με 9000 κρατούμενους και δεκάδες δολοφονημένους ακτιβιστές. Η άνοδος της αντιδραστικής Δεξιάς ήταν σχεδόν αναπόφευκτη. Και αυτό επιβεβαιώθηκε με τον εκλογικό της θρίαμβο τα τέλη του 1933.
Επανάσταση
Η Ισπανία βρισκόταν σε ένα σταυροδρόμι και σε μια εποχή που ο φασισμός κάλπαζε στην Ευρώπη και ο σταλινισμός εξόντωνε την παλιά φρουρά των μπολσεβίκων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Στην Ισπανία και οι πιο στοιχειώδεις αστικές δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις (μοίρασμα της γης στους αγρότες, ανεξαρτησία του κράτους από τον καθολικισμό και δικαίωμα αυτοδιάθεσης στους Βάσκους, τους Καταλανούς και την αποικία του Μαρόκου) είχαν καθυστερήσει σχεδόν 150 χρόνια από την γαλλική επανάσταση. Τώρα πια ο εκτελεστής αυτής της διαθήκης δεν μπορούσε να είναι η αστική τάξη, που είχε ήδη παρακμάσει, αλλά μια νέα ανερχόμενη τάξη, το ισπανικό προλεταριάτο. Μαζί με τις δικές της, αυτόνομες,  διεκδικήσεις για μια καλύτερη ζωή θα έλυνε και τα άλυτα δημοκρατικά προβλήματα της ισπανικής κοινωνίας, συμμαχώντας με τους πληβείους του χωριού και τις εθνικές μειονότητες. Αυτή ήταν  η στρατηγική σύλληψη της Διαρκούς επανάστασης που έβρισκε,  μετά το 1917 στη Ρωσία, ακόμη μια φορά, την λαμπρή  επιβεβαίωση της.  
Αλλά ο καταλύτης των εξελίξεων ήταν η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929. Η κρίση εκδηλώθηκε με τον πιο ακραίο τρόπο στην ισπανική κοινωνία (μαζική ανεργία και φαινόμενα πείνας) και μάλιστα σαν κρίση διαρκείας που απαιτούσε ριζοσπαστικές λύσεις. Για την ισπανική ολιγαρχία - ιδιαίτερα το κομμάτι των καπιταλιστών γαιοκτημόνων και τους βιομήχανους- οι αγορές του εξωτερικού είχαν κλείσει (η  διεθνής τάση του προστατευτισμού που κυριαρχούσε τότε, είχε αποκόψει αυτή τη διέξοδο) ενώ και η εσωτερική αγορά ήταν εξαιρετικά στενή λόγω της ενδημικής φτώχειας που ήταν πολύ εξαπλωμένη σε όλη την χώρα. Ταυτόχρονα, όμως, τα κέρδη της ολιγαρχίας απειλούνταν από την αυξανόμενη μαχητικότητα των λαϊκών στρωμάτων και τις πολιτικές και συνδικαλιστικές τους οργανώσεις. Έτσι ο δρόμος της άγριας καταστολής της λαϊκής αντίστασης, που θα έφτανε μέχρι το φασιστικό πραξικόπημα του 1936, ήταν η μόνη δυνατή επιλογή.
Το εργατικό στρατόπεδο
Το κόμμα των σοσιαλιστών είχε ιδρυθεί προς τα τέλη του 19ου αιώνα και έμεινε πιστό στη γραμμή της Β’ Διεθνούς: κυβερνητισμός, κοινοβουλευτισμός  και δημοκρατικές συμμαχίες με τα φιλελεύθερα αστικά κόμματα.  Η UGT (Γενική Eργατική Ένωση), που ιδρύθηκε λίγο αργότερα από τους σοσιαλιστές ήταν μια οργάνωση αρκετά γραφειοκρατικοποιημένη και συντηρητική. 
Το 1933 αποτέλεσε μια χρονιά σοκ για τη ρεφορμιστική παράδοση του συνδικαλισμού και του κοινοβουλευτικού σοσιαλισμού. Η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία και η συντριβή κάθε εργατικής οργάνωσης που επακολούθησε  μαζί με την  εκλογική νίκη της Δεξιάς στην Ισπανία,  προκάλεσαν ένα γενικό ρεύμα ριζοσπαστισμού που βρήκε την αντανάκλασή του ιδιαίτερα στη σοσιαλιστική νεολαία και τη βάση του κόμματος. Αυτό ήταν το υπόβαθρο για  την συγκρότηση μιας ισχυρής αριστερής πτέρυγας με ηγέτη ένα παλιό συνδικαλιστή τον Λάργκο Καμπαλέρο.
Αυτή η στροφή εκφράστηκε καταρχάς στο επίπεδο της μαζικής μετωπικής δράσης. Η απάντηση στην αντιδραστική επίθεση και στον κίνδυνο του φασισμού ήταν οι επιτροπές «Εργατικής συμμαχίας», ένα ευέλικτο σχήμα που κατόρθωσε να συσπειρώσει το 1934 και 1935 ακόμη και τους σταλινικούς και κομμάτια αναρχικών. Ήταν μια πολιτική τακτική που έμοιαζε αρκετά με την τροσκιστική πρόταση για το ενιαίο εργατικό μέτωπο.
Το αντίπαλο δέος στην επιρροή του σοσιαλιστικού κόμματος ήταν το κίνημα του αναρχισμού. Είχε βαθιές ιστορικές ρίζες αλλά ήταν ανομοιογενές ιδεολογικά και κοινωνικά. Το πλάτος του  ξεκινούσε  από τον αναρχοατομικισμό της μικροαστικής διανόησης , περνούσε  από τους ριζοσπάστες της ένοπλης προπαγάνδας και της “τρομοκρατίας” και έφτανε μέχρι το άγριο κομμάτι των εργατών γης στην Ανδαλουσία και τους βιομηχανικούς εργάτες της Βαρκελώνης που ασπάζονταν τον αναρχοσυνδικαλισμό. Κοινός παρανομαστής, όμως, όλων αυτών των τάσεων και των αποχρώσεων ήταν η άρνηση των εκλογών, των κομμάτων και της πολιτικής και το όραμα για μια συνεταιριστική ομοσπονδιακή κοινωνία.
Οι αναρχοσυνδικαλιστές της CNT (Eθνική Συνομοσπονδία Εργασίας) όφειλαν την ηγετική πολιτική τους θέση στο εργατικό κίνημα σε μια μακρά πορεία αγώνων και θυσιών, με πιο ένδοξη στιγμή τη γενική απεργία του 1919,  που εκτόξευσε τη δύναμη τους στις 700.000 μέλη. Επίσης  ο αναρχοσυνδικαλισμός τροφοδοτούνταν από την καιροσκοπική και πολλές φορές ακόμη και προδοτική πολιτική των σοσιαλιστών. Όμως παρά το μέγεθος των δυνάμεών τους και τον ηρωισμό τους ,  οι αναρχοσυνδικαλιστές δεν αποτελούσαν μια αποτελεσματική δύναμη. Οι ξεκομμένες και αυθόρμητες εξεγέρσεις που υποστήριζαν,  κατέληγαν σε συντριβή από τις αντιδραστικές  δυνάμεις καταστολής  που δρούσαν  με συγκεντρωτικό και συμπαγή τρόπο. 
Μπροστά στο συνειδητό και μαχητικό κομμάτι της εργατικής τάξης οι σοσιαλιστές και οι αναρχοσυνδικαλιστές ήταν οι δύο μεγάλες πολιτικές επιλογές. Το σταλινικό ΚΚ ήταν πολύ μικρό και αποδιοργανωμένο από την τρέλα της πολιτικής του “σοσιαλφασισμού” ενώ οι τροσκιστές (Διεθνιστική κομμουνιστική αριστερά)  ήταν μια δυναμική οργάνωση αλλά πολύ μικρή συγκριτικά με τις τεράστιες μάζες που συγκέντρωναν οι σοσιαλιστές και οι αναρχικοί.  
Η εξέγερση στις Αστούριες 
Η μαύρη διετία (1933-35) ξεκίνησε με την κυβέρνηση της Δεξιάς να εφαρμόζει μια εκδικητική  πολιτική χτυπώντας  κάθε κατάκτηση των εργατών τα περασμένα χρόνια.  Έτσι κατάργησε άμεσα την αγροτική μεταρρύθμιση, υπόταξε ξανά την παιδεία στους καθολικούς καλόγερους και μείωσε κατά 50%  τους μισθούς των εργατών γης. Αυτά ήταν τα πρώτα μέτρα μιας νέας σταυροφορίας για την «υπεράσπιση του χριστιανισμού, της οικογένειας και της ιδιοκτησίας» , όπως εξηγούσε και διακήρυσσε όλη η αντίδραση.
Η αντίσταση των εργαζόμενων μαζών ήταν εξίσου κάθετη και ταξικά αδιάλλακτη. Η κορύφωση της ήταν ο «Οκτώβρης του 1934».
Τον Οκτώβρη του 1934, η UGT κάλεσε σε γενική απεργία ενάντια στην κυβέρνηση. Το κάλεσμα βρήκε μικρή ανταπόκριση από την CNT με αποτέλεσμα  η απεργία να αποτύχει πλήρως στη Βαρκελώνη. Στη Μαδρίτη και τις άλλες μεγάλες  πόλεις αγκάλιασε περίπου ένα εκατομμύριο απεργούς αλλά στις Αστούριες,  που ήταν το  μεγάλο κέντρο των ανθρακωρύχων, πήρε  χαρακτήρα εξέγερσης. 
Στις Αστούριες, σοσιαλιστικό  προπύργιο με ιστορικό αγώνων, οι τοπικοί αναρχικοί και το σταλινικό ΚΚ ενεπλάκησαν από την αρχή της απεργίας, συμπτύσσοντας το ενιαίο  μέτωπο με ενθουσιασμό και ξεπερνώντας διαχωριστικές γραμμές του παρελθόντος. Για τη δύναμη της εξέγερσης όμως έπαιξε καθοριστικό ρόλο και η δημοκρατική οργάνωση από τα κάτω, με επιτροπές και συνελεύσεις, που ρύθμιζαν όλα τα ζωτικά ζητήματα, από τη διανομή τροφίμων μέχρι την ένοπλη αντίσταση. Αυτοί ήταν οι βασικοί λόγοι, που μαζί με την επιθετική ενεργητικότητα των ανθρακωρύχων, που κατέλαβαν γρήγορα την πρωτεύουσα της περιοχής Οβιέδο, αποτέλεσαν θανάσιμο κίνδυνο για την κυβέρνηση της Δεξιάς.
Η απάντηση της αντίδρασης ήταν να στείλει το στρατηγό Φράνκο, τον μετέπειτα δικτάτορα της Ισπανίας, με μισθοφορικά στρατεύματα Μαυριτανών και την Ισπανική Λεγεώνα για να συντρίψουν την εργατική εξέγερση. Μετά από 15 μέρες μαχών, οι ανθρακωρύχοι νικήθηκαν. Η συνέχεια ήταν μια ανελέητη σφαγή  με πάνω από 2000 δολοφονίες, ομαδικούς βιασμούς γυναικών  και δεκάδες χιλιάδες κρατούμενους . Η διετία 1933-35 είχε κερδίσει επάξια τον τίτλο της «biennio negro».
Ο Οκτώβρης του 1934 άφησε πλούσια παρακαταθήκη. Ο Φράνκο μετά τη σφαγή των ανθρακωρύχων δήλωνε περήφανα ότι στις Αστούριες υπερασπίστηκε τα σύνορα του χριστιανικού πολιτισμού απέναντι στην εισβολή του μπολσεβικισμού. Για τους εργάτες όμως της Ισπανίας, οι Αστούριες ήταν ένα παράδειγμα του ηρωισμού που έψαχνε μίμηση και μια κραυγή μάχης «Αδέλφια προλετάριοι να ενωθούμε!» που θα τους ενέπνεε. Ο εμφύλιος πόλεμος ήταν πια πολύ κοντά…