Το κράτος του Ισραήλ γεννήθηκε το 1948, πριν σχεδόν 70 χρόνια, πάνω στα ερείπια των παλαιστινιακών χωριών και γειτονιών που αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν κυνηγημένοι οι κάτοικοί τους για να σωθούν. Ολόκληρος σχεδόν ο πληθυσμός της Παλαιστίνης μεταμορφώθηκε σε λίγες εβδομάδες σε πρόσφυγες. Η 15η Μάη είναι η επέτειος ίδρυσης του ισραηλινού κράτους. Όμως ανάμεσα στους Παλαιστίνιους είναι γνωστή ως Νάκμπα («Ημέρα της Καταστροφής»).

Μια από τις πρώτες αποφάσεις του νέου κράτους, τον Ιούνη 1948, ήταν η απαγόρευση επιστροφής των Αράβων προσφύγων στις εστίες τους. Αντίθετα, λίγο μετά ψηφίστηκε ο «Νόμος της Επιστροφής». Σύμφωνα με αυτόν, έχει δικαίωμα να κατοικήσει και να πάρει τα δικαιώματα του πολίτη του κράτους του Ισραήλ οποιοσδήποτε Εβραίος στο θρήσκευμα από όλον τον πλανήτη.  Όμως οι Άραβες που γεννήθηκαν σ’ αυτή τη γη ή κατάγονται από αυτούς δεν έχουν κανένα δικαίωμα να γυρίσουν. Εδώ και επτά δεκαετίες. 
Κρατικές οντότητες όπως το Ισραήλ υπήρξαν και άλλες, παλιότερα στον 19ο και 20ό αιώνα. Στην κατεχόμενη από τους Γάλλους Αλγερία και στη βρετανική αποικία Ροδεσία (σημερινή Ζιμπάμπουε) εγκαταστάθηκαν τμήματα λευκού πληθυσμού που έδιωξαν τους ντόπιους από μεγάλες εκτάσεις και ίδρυσαν ένα καθεστώς όπου οι άποικοι είχαν όλα τα δικαιώματα και οι κάτοικοι της χώρας κανένα. Αυτά τα κράτη ήταν στυλοβάτες της αποικιοκρατίας μέχρι να διαλυθούν από τους εξεγερμένους ντόπιους με επανάσταση. Το Ισραήλ είναι το ύστερο παράδειγμα και το τελευταίο από τα αποικιακά κράτη που επιβιώνει ακόμα.
Το σιωνιστικό κίνημα
Μέσα στις εβραϊκές κοινότητες ανά τον πλανήτη υπήρχαν πολλά ιδεολογικά ρεύματα κατά τον 19ο και 20ό αιώνα. Ένα από τα πιο δυναμικά ήταν το σοσιαλιστικό. Πολλές χιλιάδες Εβραίοι στρατεύτηκαν στην υπόθεση της σοσιαλιστικής επανάστασης. Ο Μαρξ, η Λούξεμπουργκ, ο Τρότσκι ήταν ηγέτες αυτού του κινήματος που έλκυαν την καταγωγή τους από τις εβραϊκές κοινότητες. Συχνά οι πιο αντιδραστικοί εχθροί του σοσιαλισμού βρέθηκαν να χρεώνουν στην επαναστατική αριστερά την «εβραϊκή υποκίνηση». Αυτό σήμαινε άγριες επιθέσεις και στους σοσιαλιστές και στις εβραϊκές κοινότητες.
Στην τσαρική Ρωσία έγιναν οι πιο άγριοι και πιο μαζικοί διωγμοί Εβραίων, τα «πογκρόμ». Ήταν δολοφονικές επιθέσεις χιλιάδων «χριστιανών ορθοδόξων» ενάντια στις εβραϊκές γειτονιές, που κατέληγαν σε εμπρησμούς και λυντσαρίσματα, πάντοτε κάτω από τον άγρυπνο έλεγχο της αστυνομίας. Ο εμπνευστής των τσαρικών πογκρόμ, κόμης φον Πλέβε, επικεφαλής της τσαρικής αστυνομίας, ήταν κεντρική φιγούρα του αντισημιτισμού. Όμως ήταν ταυτόχρονα και ένθερμος εισηγητής της χρηματοδότησης των ομάδων που επιχειρούσαν να εγκαταστήσουν Εβραίους στην Παλαιστίνη. Συνομιλητής και συνεργάτης του φον Πλέβε υπήρξε ο ίδιος ο πατέρας του σιωνιστικού κινήματος, ο Τέοντορ Χέρτσλ.    
Το κίνημα που προπαγάνδιζε την «επιστροφή των Εβραίων στη γενέθλια γη τους» έγινε γνωστό ως «σιωνιστικό», από τη λέξη Σιών, όνομα ενός λόφου της Ιερουσαλήμ που συχνά χρησιμοποιείται ως δεύτερο όνομα της πόλης. Το κίνημα στην αρχή ήταν αρκετά μειοψηφικό μέσα στην εβραϊκή κοινότητα. Στηριζόταν σε ευκατάστατους Εβραίους που είχαν αισθανθεί την απειλή του αντισημιτισμού – κυρίαρχη τότε στη Γαλλία με την υπόθεση Ντρέϋφους. 
Οι επικεφαλείς του σιωνιστικού κινήματος έψαχναν να βρουν χρηματοδότες μέσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της εποχής για την αποίκηση ενός σημείου του πλανήτη που θα λειτουργούσε ως εβραϊκή πατρίδα. Μετά τα αρχικά σχέδια για εγκατάσταση σε κάποια αραιοκατοικημένη γη (την Αργεντινή ή τη Μαδαγασκάρη) οι περισσότεροι σιωνιστές συνέκλιναν στην επιλογή της Παλαιστίνης, πρώτα από όλα για ιστορικούς λόγους: η «υποσχεμένη γη της Χαναάν» στον Μωυσή και τον «περιούσιο λαό» του, θα σπιρούνιζε τους πόθους των καταδιωγμένων Εβραίων για εθνική αποκατάσταση. 
Μα υπήρχε και δεύτερο κίνητρο: επρόκειτο για μια επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, πολύ κοντά στο στρατηγικό απόκτημα του αγγλικού ιμπεριαλισμού: τη Διώρυγα του Σουέζ. 
Ο ηγέτης των σιωνιστών Χάϊμ Βάϊτσερ δήλωνε: «Μια εβραϊκή Παλαιστίνη θα αποτελούσε εξασφάλιση για την Αγγλία, ειδικά όσον αφορά τη Διώρυγα του Σουέζ». 
Οι ηγέτες του σιωνισμού είχαν από την αρχή την πρόθεση να λειτουργήσουν ως πρακτορείο του ιμπεριαλισμού στη νέα γη. «Για λογαριασμό της Ευρώπης», έγραφε ο Χερτσλ, «θα φτιάξουμε εκεί κάτω έναν προμαχώνα απέναντι στην Ασία, θα είμαστε μια προωθημένη προφυλακή του πολιτισμού απέναντι στη βαρβαρότητα».   
Η διακήρυξη Μπάλφουρ
Αυτή η πρόθυμη στράτευση στο πλευρό του αγγλικού ιμπεριαλισμού βρήκε ανταπόκριση. Στις 2 Νοέμβρη 1917, ο λόρδος Μπάλφουρ, υπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας, αναγγέλλει ότι επιτρέπεται η εγκατάσταση Εβραίων στη γη της Παλαιστίνης, την οποία ακόμη πάλευε να καταλάβει ο αγγλικός στρατός από τον τουρκικό που υποχωρούσε στα πεδία των μαχών του Α’  Παγκοσμίου Πολέμου. 
Στα χρόνια της βρετανικής διοίκησης της Παλαιστίνης δεν θα στηθούν μόνο κοινότητες μεταναστών Εβραίων από όλο τον πλανήτη. Θα αρχίσει να φτιάχνεται μια ολόκληρη οικονομία μεταξύ του Εβραϊκού πληθυσμού που αγόραζε τα κτήματα των Αράβων και σιγά-σιγά τους εξοστράκιζε από κάθε δραστηριότητα. Τις αγγλικές δυνάμεις κατοχής θα τις συνδράμουν οι σιωνιστικές πολιτοφυλακές. Αυτή η συνεργασία θα αποδειχθεί κρίσιμη, όταν ξεσπάσει η παλαιστινιακή ένοπλη εξέγερση του 1936 και η αντίστοιχη πολύμηνη γενική απεργία του αραβικού πληθυσμού.
Ο σιωνισμός, αντιδραστικό αστικό κίνημα εχθρικό στην πάλη για την κοινωνική απελευθέρωση, προπαγάνδιζε την εγκατάσταση των Εβραίων σε ένα μακρινό αποικιακό προτεκτοράτο. Κανονικά αυτό θα έμενε μια ουτοπική φαντασίωση στο περιθώριο της Ιστορίας. Όμως δύο παγκόσμια τραγικά γεγονότα, έδωσαν στο ρεύμα του σιωνισμού μια ανέλπιστη ευκαιρία να υλοποιήσει τους σκοπούς του. 
Πρώτα από όλα το Ολοκαύτωμα. Η εξόντωση εκατομμυρίων Εβραίων στην κατεχόμενη από τους Ναζί Ευρώπη ανάγκασε πολλούς ξεριζωμένους επιζώντες να καταφύγουν στην Παλαιστίνη. 
Όμως, και η νίκη του σταλινισμού στη Ρωσία με τις δίκες της Μόσχας, απογοήτευσε και αποστράτευσε μεγάλους αριθμούς Εβραίων σοσιαλιστών στον κόσμο. Η διεθνής σοσιαλιστική επανάσταση, το όνειρο που συνέπαιρνε το πιο μαχητικό κομμάτι της εβραϊκής νεολαίας, τώρα έδειχνε ταυτισμένο με τα γκούλαγκ και την καταπίεση. 
Το κράτος-εξολοθρευτής 
Ο σιωνισμός, τριάντα χρόνια μετά τη δήλωση Μπάλφουρ, κατάφερε να συγκεντρώσει στην Παλαιστίνη λιγότερους από μισό εκατομμύριο Εβραίους, οργανωμένους και εξοπλισμένους για πόλεμο με τον ντόπιο αραβικό πληθυσμό του ενός εκατομμυρίου. Το 1948, χρονιά που θα αποχωρούσαν οι βρετανικές δυνάμεις από την Παλαιστίνη, άφησαν πίσω τους ένα σχέδιο διχοτόμησης της χώρας σε δύο κράτη, εβραϊκό και αραβικό, όπου σαφώς τη μερίδα του λέοντος θα έπαιρναν οι Εβραίοι άποικοι. Την παραμονή της επίσημης ανακήρυξης των δύο κρατών, οι σιωνιστικές στρατιωτικές δυνάμεις χτύπησαν ανελέητα τους Παλαιστίνιους. Ταυτόχρονα, αντιμετώπισαν με επιτυχία τους στρατούς των γύρω αραβικών κρατών που επιχείρησαν μια κακοσχεδιασμένη επίδειξη δύναμης. Οι σιωνιστές θα επιδείξουν απίστευτη αγριότητα απέναντι στους άμαχους Παλαιστίνιους με πιο γνωστή περίπτωση την εξολόθρευση των 254 αμάχων του χωριού Ντέϊρ Γιασίν. Το κράτος του Ισραήλ θα σφραγιστεί από τη γέννησή του με το σημάδι του Κάιν.
Τα πρώτα χρόνια του νέου κράτους σήμαιναν τεράστια προσπάθεια για να στηριχθεί η οικονομία και η μιλιταριστική μηχανή του κράτους από την εβραϊκή Διασπορά αλλά και τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Το 1956, το Ισραήλ μαζί με Αγγλία και Γαλλία, θα επιτεθούν σχεδιασμένα με τους στρατούς τους στην Αίγυπτο του Νάσερ, που τόλμησε να εθνικοποιήσει τη Διώρυγα.
Το 1956 ήταν ένα τεστ, αλλά η δικαίωση για τους σιωνιστές ήρθε με τον «Πόλεμο των Έξι Ημερών» το 1967. Η ισραηλινή αεροπορία συνέτριψε από τις πρώτες ώρες τις δυνάμεις των Αιγύπτου, Συρίας και Ιορδανίας και εισέβαλε με επιτυχία καταλαμβάνοντας την Ιερουσαλήμ και τη Δυτική Όχθη από την Ιορδανία, τη Γάζα και το Σινά από την Αίγυπτο και τα υψώματα του Γκολάν από τη Συρία. 
Ο πόλεμος αυτός έφερε μια ποιοτική αλλαγή: Από το 1968 το Ισραήλ δέχεται  πλουσιοπάροχη χρηματοδότηση από τον ιμπεριαλισμό. Έχει μεταμορφωθεί σε μαντρόσκυλο των ΗΠΑ που εξασφαλίζει πως καμιά αραβική χώρα δεν θα καταφέρει να απαλλαγεί ούτε από την κυριαρχία του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού ούτε από τα αντιδραστικά αραβικά καθεστώτα. Κάθε απελευθερωτικό και αντιϊμπεριαλιστικό κίνημα στη Μέση Ανατολή έχει να αναμετρηθεί με τη στρατιωτική μηχανή του Ισραήλ.    
Από την πανωλεθρία 
στην Ιντιφάντα

Το απόγειο της στρατιωτικής επιτυχίας των σιωνιστών το 1967 σήμαινε και για τους Παλαιστίνιους το τέλος της προσμονής λύσης από τα ανίκανα αραβικά καθεστώτα. Η Φατάχ του Γιασέρ Αραφάτ και το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης γεννήθηκαν από την πανωλεθρία των αραβικών στρατών του ΄67 και δώσανε ξανά κουράγιο στους Παλαιστίνιους με μια σειρά ηρωικές ενέργειες. 
Πενήντα χρόνια μετά το ’67, έχουν αλλάξει πολλά. Οι παλιές οργανώσεις έχουν χάσει τη δυναμική τους, αλλά η παλαιστινιακή αντίσταση έχει ήδη χαρίσει μια νέα λέξη για την εξέγερση στα λεξικά όλων των γλωσσών: τη λέξη Ιντιφάντα.   
Το κράτος του Ισραήλ παραμένει η μεγαλύτερη στρατιωτική βάση του ιμπεριαλισμού στη Μέση Ανατολή. Δεν πρόκειται να νικηθεί από την παλαιστινιακή αντίσταση μονάχα. Ήδη μετρά μια στρατιωτική αποτυχία, μετά την εισβολή του ισραηλινού στρατού στον Λίβανο το 1982, που ανάγκασε τις παλαιστινιακές δυνάμεις να εκκενώσουν τη χώρα. Ακολούθησε η δολοφονία χιλιάδων άμαχων παλαιστινίων στα στρατόπεδα Σάμπρα και Σατίλα από ακροδεξιούς Λιβανέζους, ταγματασφαλίτες του Ισραήλ. Οι Λιβανέζοι φαλαγγίτες ξεδοντιάστηκαν από τη Χεζμπολλάχ που στη συνέχεια, το 2006, απέκρουσε με επιτυχία τη νέα εισβολή των ισραηλινών στον Λίβανο. Αλλά χρειάζονται περισσότερα από μια αμυντική νίκη για να αντιμετωπιστεί αυτή η μηχανή του πολέμου.